Ανταπάντηση του Δημήτρη Δημητριάδη στην απάντηση του Χρ. Γιανναρά (να διαβαστεί!)

[Δημήτρης Δημητριάδης: Τα επίχειρα της αποτυχίας]

«Οι ελεγειακές ψυχές που διακαώς επιθυμούν εκείνο το παρελθόν (εννοεί τις μεσαιωνικές πολιτισμικές μορφές και αντιλήψεις), εάν υποχρεώνονταν να περάσουν σ’ αυτό μονάχα μία ώρα, θα ποθούσαν σφοδρά τον μοντέρνο αέρα»
Jacob Burckhardt, Ο πολιτισμός τής Αναγέννησης στην Ιταλία, μετ. Μαρία Τοπάλη, εκδ. Νεφέλη, 1997.

Η πνευματική ανεντιμότητα ενός νεκρόφιλου χριστιανού

Γράφει ο ©Δημήτρης Δημητριάδης στη  LIFO:

Ο κ. ΧΡΗΣΤΟΣ ΓΙΑΝΝΑΡΑΣ, με επιφυλλίδα του στην εφημερίδα Η Καθημερινή τής 8.8.2021, απαντάει στο κείμενό μου που δημοσίευσα στην Lifo, στις 26.7.2021, με τίτλο …και άφες αυτούς θάψαι τούς εαυτών νεκρούς.

Τρόπος τού λέγειν «απαντάει». Όχι μόνο επί τής ουσίας δεν απαντάει, δεν απαντάει σε κανένα σημείο τού κειμένου μου. Οπότε, απαξιωτικό προς εμένα, καταδικαστικό προς τον ίδιο, το άρθρο αυτό δεν θα έχρηζε απαντήσεως. Απαντώ γιατί, όπως και με το προαναφερθέν κείμενό μου, παίρνω μόνο ως αφορμή την περίπτωση τού κ. Γ., θεωρώντας τον συνοπτικό δείγμα παρόμοιων περιπτώσεων, εντοπισμένων, εκτός των συμπαγών ειδικευμένων κύκλων, και σε ευρύτατη κλίμακα κατοίκων τής χώρας, εμφανώς ή αφανώς, δεδηλωμένα όχι, έμπρακτα ή όχι.

Αποκαλώντας με, λοιπόν, «αυτουργό τής βιβλιοκρισίας» – δεν ήταν βιβλιοκρισία το κείμενό μου, ήταν εμπεριστατωμένος αντίλογος, σημείο προς σημείο, τού βιβλίου του – πράγμα το οποίο δεν κάνει ο κ. Γ. με το άρθρο του, το προσπερνά φυγοδικώντας, παραθέτει κοινοτοπίες που και οι πιο ανεκτικοί, οι πιο υπομονετικοί αναγνώστες του και όχι μόνο, τίς έχουν προ πολλού ξεπεράσει και ξεράσει με απέραντη περιφρόνηση και ασυγκράτητη αηδία.

Το άρθρο, επομένως, τού κ. Γ. δεν είναι απάντηση εφόσον αγνοεί το ίδιο το περιεχόμενο τού εκτεταμένου κειμένου μου, παραβλέπει όλον τον προβληματισμό του, αυτομάτως μεταβαίνει στην δική του στερεότυπη, απομαγνητοφωνημένη, αντιγραμμένη εδώ και δεκαετίες παράθεση «θέσεων» που από μόνες τους συνιστούν εξ ιδίων κατατρόπωση όλου τού «στοχασμού» τού κ. Γ.

Αντί να ασχοληθεί με την κατάθεση των τοποθετήσεών μου στα κρίσιμα ζητήματα που ολοσχερώς λανθασμένα έχει διαχειριστεί ο χριστιανισμός, αντί να ενσκήψει με σοβαρότητα/ υπευθυνότητα, όπως αρμόζει σε στοιχειωδώς σοβαρό άνθρωπο, στα φλέγοντα/επείγοντα, κατά την γνώμη μου, προβλήματα που η πανδημία τα έχει εκτινάξει στα ύψη τής δεινής διάστασής τους, που η έντιμη /τολμηρή διαπραγμάτευσή τους εκκρεμεί εδώ και αιώνες, αντί, λοιπόν ως σκεπτόμενος να αναλάβει το βάρος τού φορτίου που εκπροσωπεί με την ιδιότητα τού ορθόδοξου χριστιανού, βρίσκει δια τής πλαγίας οδού, δια τής δειλής λοξοδρόμησης, διέξοδο στην ευτελή/διάτρητη επίκληση τής «σύγχυσης των γλωσσών» (!), εννοώντας προφανώς ότι δεν τον έχω καταλάβει, ότι τον παρερμηνεύω, ότι μιλάμε διαφορετικές γλώσσες.

Και πολύ καλά τον έχω καταλάβει και δεν τον παρερμηνεύω καθόλου και την ίδια γλώσσα, εννοώ την ελληνική, μιλάμε. Καταφεύγει σ’ αυτή την μάταιη εξήγηση, σύμπτωμα προφανούς ανικανότητας να δώσει με ανδρεία μία ευθεία απόκριση, προκειμένου να συγκαλύψει την αμηχανία/ένδειά του να αντιμετωπίσει τις αλλεπάλληλες κρούσεις τού κειμένου μου που θέτει σε κοινή θέα την θεμελιώδη εξαπάτηση και την ολέθρια χρήση/κατάχρηση τού ανθρώπου απ’ τούς ομόθρησκούς του.

Έτσι, ο κ. Γ. στρίβει προς συνεχή/διάτρητα άλλοθι, τα οποία, εντέλει, αντί να υποστηρίξουν την πλευρά του, και μαζί εκείνη τού χριστιανισμού, στρέφονται εναντίον και των δύο, αποκαλύπτοντας την απόλυτη σαθρότητα τής επιχειρηματολογίας αμφοτέρων.

Στο κείμενό μου καταθέτω, με επιχειρήματα και παραπομπές, το πώς και γιατί ο χριστιανισμός απέτυχε σε όλα τα μέτωπα που ο ίδιος είχε ανοίξει, ότι αποδείχθηκε κακουργηματικός σε ό,τι αφορά την ανθρώπινη φύση και την περίπλοκη σύστασή της.

Ο κ. Γ. με κατατάσσει σ’ εκείνους που έχουν ενστερνιστεί τον «εξευρωπαισμό», πάγιο και παγωμένο επιχείρημά του, και καταλήγει στο άρθρο του με την φράση : «Για να δούμε με ‘άλλο μάτι’, εμείς που πιθηκίζουμε την ανθελληνική δύση ‘Νεοέλληνες’, τον γρίφο-θάνατο, ίσως χρειαζόμαστε γερή δόση Ντοστογιέφσκι και T. S. Eliot” – το τελευταίο με δυτικού τύπου γραμματοσειρά!!

Γιατί δεν παραπέμπει στους Πατέρες τής Εκκλησίας; Δεν τον βοηθάει ως υπεράσπισή του η απέραντη γραμματεία των “ιερών κειμένων” που διατρέχουν την ιστορία τού χριστιανισμού εδώ και είκοσι αιώνες; Ζητά την βοήθεια μη Ελλήνων, ενός μάλιστα που ανήκει εξ ολοκλήρου στην απεχθή Δύση! Όσο για τον Ντοστογιέφσκι, μόνο χριστιανός δεν είναι στα μυθιστορήματά του, όπου εκφράζεται ο πιο βαθύς εαυτός του. Ας τον ξαναδιαβάσει, τού συνιστώ, με «άλλα μάτια», ίσως τότε δει μέχρι ποιού σημείου ο μέγας Ρώσος καταλαμβάνεται από φόβο και τρόμο μπροστά στον ίλιγγο που τού προκαλεί ο άνθρωπος και, ως ιδιοφυής και ευσυνείδητος στοχαστής, δεν επιστρατεύει χριστιανικά τερτίπια για να τον απορρίψει, διότι απλώς δεν είναι κατειλημμένος ως καλλιτέχνης από το τού Ιησού/Παύλου δόγμα.

Και ας αφήσει, τον συμβουλεύω, ήσυχους τούς Σολωμό, Σεφέρη, Ελύτη, τούς οποίους μηρυκάζει/επιστρατεύει ως αδιάσειστα τεκμήρια τής κάθε άλλο παρά δογματικής ποιητικής τους. Δεν είναι τού κόσμου του αυτοί, είναι τού ανθρώπου, θέλει δεν θέλει. Ας πάψει να τούς οικειοποιείται, να τούς εκμεταλλεύεται, εκτός κι αν πιστεύει ότι η ποίηση μπορεί να γίνει υποπόδιο στον άμβωνα τού θρησκευτικού του κηρύγματος.

Με όλα αυτά που επικαλείται, για πολλονιοστή φορά, αναμασώντας πάλι και πάλι τα σχετικά με κοινωνία των σχέσεων, εκκλησιαστική ενορία, αυτοδιαχειριζόμενη κοινότητα, αντιπαραθέτοντας την ‘τραγωδία τής societas’, καταλήγοντας με το «Όλες αυτές οι απώλειες συνοδεύουν την απάρνηση ή ολοσχερή άγνοια τής ελληνικής εμπειρίας και παράδοσης»,  ρωτώ τον κ. Γ. : γιατί οι χριστιανικές αρχές δεν άντεξαν στην επέλαση όλων αυτών τα οποία στηλιτεύει ως αίτια για τις «απώλειες»; Γιατί όλα αυτά για τα οποία πενθεί, δεν μπόρεσαν να νικήσουν τον εχθρό τους, την Δύση; Δύο χιλιάδες χρόνια ακαταμάχητης, πανίσχυρης, θεσμοθετημένης, κραταιάς Ορθοδοξίας, γιατί θρηνεί ο κ. Γ. για τον βιασμό της από την Εσπερία;

Η άποψη τού κ. Γ. για το κείμενό μου είναι ότι «Η ανάγνωση τού Δ.Δ. συνιστά εγχείρημα παγιδευμένο, από την αρχή ως το τέλος, κατά την γνώμη μου (την δίχως εγκυρότητα ως κρινόμενου) σε καταφανή σύγχυση γλωσσών».

Πρώτα-πρώτα, για ποιον λόγο δημοσιεύει την γνώμη του από την στιγμή που την θεωρεί «δίχως εγκυρότητα ως κρινόμενου» . έπειτα γιατί αυτή η δήθεν ταπεινοφροσύνη, όταν σε προηγούμενη παράγραφό του δίνει ως παράδειγμα σύγχυσης γλωσσών το: «Σκεφτείτε π.χ. τι θα πει ‘σύγχυση γλωσσών’ στο πεδίο τού φιλοσοφικού-ανθρωπολογικού προβληματισμού : Να θέλει κάποιος να ερμηνεύσει – παρουσιάσει βιβλίο τού Βιτγκενστάιν με τη γλώσσα (ορολογία και ‘λογική’) τού Καντ ή βιβλίο τού Λακάν με την γλώσσα τού Χέγκελ. Λάθος που δεν αντιμετωπίζεται ούτε με κριτικές υποδείξεις ούτε με ‘κανονιστικές αρχές’ τής εκφραστικής». Μόνο Βαβέλ δεν συνιστά η παράθεση αυτών των ονομάτων η οποία δείχνει το πόσο αδιάβαστος/αστόχαστος είναι : κάλλιστα μπορεί να παρουσιαστεί βιβλίο τού Βιτγκενστάιν με την ορολογία τού Καντ, όσο για τον Λακάν, εδώ ο κ. Γ. απογυμνώνεται εντελώς διότι όχι μόνο ο Λακάν έχει σταθερό σημείο αναφοράς του τον Χέγκελ, αλλά αποτελεί έναν από τούς φιλοσόφους που τον έθρεψαν ως ψυχαναλυτή, βλ. την παρακολούθησή του, στην δεκαετία τού ’30, των σεμιναρίων τού Alexandre Kojeve, τα οποία επίσης παρακολούθησαν άνθρωποι όπως ο Bataille, o Klossowski, o Queneau, κ. α. και τα οποία άλλαξαν ριζικά την πρόσληψη τού Hegel στην Γαλλία – έχει ακούσει κάτι από αυτά ο κ. Γ.;

Κύριο όμως είναι, το ξαναλέω, η πλήρης αγνόηση των θεμάτων που θίγει το κείμενό μου, με μία επιφυλλίδα εντάφιας κοπής, αγνόηση η οποία δηλώνει πασίδηλη, και άνανδρη, αποφυγή όχι μόνο να σχολιάσει αλλά, εννοείται, να αντικρούσει τα δικά μου επιχειρήματα. Το κείμενό μου, σε εννέα ενότητες, θίγει όλα τα ζητήματα που περιέχονται στο βιβλίο τού κ. Γ. Σε κανένα δεν αναφέρεται. Γενικολογεί με τον γνωστό καθηλωμένο/στείρο τρόπο του, δείχνοντας έτσι ότι δεν έχει πλέον παρά νεκρά επιχειρήματα, ότι είναι κενός από πειστικές απαντήσεις, εξαντλημένος νοητικά, αλλά και συναισθηματικά, γιατί δεν τον ενδιαφέρει τίποτα το ανθρώπινο, είναι ήδη πνευματικά αποθανών.

Το βιβλίο τού κ. Γ. το εξέλαβα, όπως είπα, ως αφορμή. Δεν με ενδιαφέρει ο ίδιος. Είναι μία χαμένη περίπτωση μέσα στον κυκεώνα των σωρών από άπειρες άλλες ανάλογες περιπτώσεις. Με ενδιαφέρει όμως, και πολύ μάλιστα, το τι εκπροσωπεί. Κι αυτό που εκπροσωπεί, είναι, όπως ξέρουμε, κάτι που, παρ’ όλη την δήμευση των ιδεολογικών υπαρχόντων του, διαθέτει ακόμα κύρος στα μυαλά πολλών ανθρώπων. Αυτός είναι ο λόγος τής ενασχόλησής μου μ’ αυτά τα ζητήματα τα οποία, πλην των αμιγώς δογματικών, αφορούν τα κατ’ εξοχήν στοιχεία που συνιστούν, κατά την άποψή μου, θεμελιωδώς τον άνθρωπο: θνητότητα και σεξουαλικότητα.

Το μόνο που έχει να πει γι’ αυτά τα ζητήματα ο κ. Γ. είναι: «Τολμώ να σχολιάσω αυτή τη μηδενιστική βιβλιοκρισία (μηδενίζει a priori το κρινόμενο βιβλίο με αφορισμούς, δεν το αντιμάχεται, επειδή με συν-εκίνησε. Όχι συναισθηματικά, προφανώς. Ενεργοποίησε ο Δ. Δ. την ανάγκη μου για διασάφηση τού ανοικτού ερωτήματος τής πανανθρώπινης εμπειρίας: Γιατί η ενστικτώδης οργή για τον θάνατο γεννάει νομοτελειακά έναν απερίσκεπτο μηδενισμό; Γιατί ο κηρυγματικός-ιδεολογικός «χριστιανισμός» τρέφει την οργή τού ανθρώπου για τον θάνατο παίζοντας χαμένο παιχνίδι στο γήπεδο των «πεποιθήσεων» και τής ψυχολογίας, ενώ το ‘σώμα’ τής κοινωνίας των σχέσεων, το εκκλησιαστικό γεγονός, παραμένει περιθωριακός ‘κόκκος σινάπεως’ και ‘ελάχιστη ζύμη’;».

Παρέθεσα ολόκληρη αυτή την παράγραφο, επειδή αναφέρεται ευθέως στο πρόσωπό μου, και γιατί περιέχει δύο τρία βασικά πράγματα που θέλω, κλείνοντας, να σχολιάσω.

Αποκαλεί «μηδενιστική» την «βιβλιοκρισία» μου. Στο κείμενό μου, αποκαλούσα μηδενισμό τον χριστιανισμό, εννοώντας ότι ο αληθινός αποδεδειγμένα μηδενισμός είναι ο χριστιανισμός εφόσον υπόσχεται/ευαγγελίζεται ένα μηδέν. Επειδή η λέξη μηδενισμός προσδίδει στον χριστιανισμό μία διάσταση φιλοσοφικής χροιάς, θα ήταν πολύ ευστοχότερο να τον αποκαλέσω τιποτισμό: το κατ’ εξοχήν δογματικό σύστημα που αναλώνεται, με αναρίθμητα διαστροφικά επιχειρήματα (δες από Ιωάννη Χρυσόστομο και Γρηγόριο Νύσσης μέχρι Τερτυλλιανό και Αυγουστίνο) στην ανάδειξη τού τίποτα σε τίποτα. Τι άλλο είναι η μετά θάνατον ζωή; Τι άλλο η αθανασία, η αιωνιότητα, η ανάσταση των νεκρών; Τι μεγαλύτερη απάτη/αυταπάτη/ανυπαρξία η Δευτέρα Παρουσία που ακόμα αναμένεται; Πώς ‘να μην τρέφει την οργή ο χριστιανισμός’ – φράση τού κ. Γ. –  όταν έχει ο ίδιος διαψεύσει/καταρρίψει το κορυφαίο, θεμελιώδες κήρυγμά του; Πώς να μην προκαλεί οργή όταν υποσχέθηκε την νίκη επί τού θανάτου κι ο θάνατος εξακολουθεί αήττητος να θερίζει; Όταν ο ίδιος ο Χριστός με το «τετέλεσται» ομολόγησε ο ίδιος, ως άνθρωπος, το οριστικό τέλος τής ζωής και φυσικά δεν επανήλθε απ’ αυτόν εφόσον ήταν άνθρωπος; Φυσικά, διότι ο χριστιανισμός είναι το εξόχως παρά φύσιν. Χριστιανισμός και Φύση : τα εκ θεμελίων αντίθετα, αλληλο-αναιρούμενα, τα αμοιβαίως και ριζικώς ασυμβίβαστα.

Και, ναι, κ. Γ., αντιμάχομαι το βιβλίο σας, αλλά κάθε άλλο παρά με αφορισμούς μιλώ, όπως μού προσάψετε. Η λέξη αυτή σάς ανήκει αποκλειστικά, την έχετε αναγάγει σε υπέρτατη αξία σας, σε ένα από τα ειδεχθέστερα όπλα τής Εκκλησίας σας. Μη μιλάτε για αφορισμούς εσείς οι κατ’ εξοχήν διώκτες, οι ολετήρες των αντιπάλων σας, οι πρωτοπόροι τής τζιχάντ.

Κι ακόμα: γιατί άραγε, μετά από τόσους αιώνες χριστιανοσύνης, το εκκλησιαστικό γεγονός παραμένει περιθωριακός «κόκκος σινάπεως» και «ελάχιστη ζύμη»; Δεν είμαστε πια στα πρώτα χρόνια τού χριστιανισμού, κ. Γ. Αυτός ‘ο κόκκος σινάπεως’ κι αυτή ‘η ελάχιστη ζύμη’, όπως γράφετε, κατακυρίευσαν την γη, έγιναν κράτος, αυτοκρατορική/θεολογική/εκκλησιαστική εξουσία, με άπειρα κέρδη, ανελέητη δογματική επιρροή, εκτενείς περιουσίες, τράπεζες, ιδιοκτησίες,  καταθέσεις, κρατικοδίαιτους υπαλλήλους, εκκλησιαστικούς ποιμένες που εξακολουθούν να βόσκουν ποίμνια, που τα βάζουν με κυβερνήσεις και τις γονατίζουν (βλ. πρόσφατες υποχωρήσεις τής σημερινής κυβέρνησης ενώπιον τής Ιεράς Συνόδου, κι ας μην αναφερθούμε στα γλειψίματα τής προηγούμενης «αριστερής»).

Ντραπείτε, επιτέλους, κ. Γ. Ομολογείστε το απόλυτο ηθικό φιάσκο τής εκκλησιαστικής παράταξής σας. Δείξτε, για μια έστω πρώτη και τελευταία φορά, ενσυναίσθηση. Προπαντός αντιληφθείτε το μέγεθος τού λάθους σας, την αδιέξοδη εμμονή σας σε τετελεσμένες καταστάσεις που τις δημιούργησαν ιστορικοί λόγοι – κοινότητες, ενορίες, κά. – και που δεν είναι δυνατόν να επανέλθουνδιότι, απλώς, ναι, απλώς, εκείνοι οι ιστορικοί λόγοι δεν υπάρχουν πια ούτε και πρόκειται να επανακάμψουν. Δείτε το παρόν, την ιστορικότητά του, τις ανάγκες του. Μη παρελθοντολογείτε. Το παρελθόν είναι ανεπίστρεπτο. Καταλάβετέ το, επιτέλους. Και μη νομίζετε πως το δίκιο/η αλήθεια είναι με το μέρος σας, ότι αυτά για τα οποία κόπτεστε, υπάρχει περίπτωση να αναβιώσουν. Εκείνη η ομορφιά, εκείνος ο πλούτος, εκείνες οι σχέσεις, είναι ο μόνος χαμένος Παράδεισος, και είναι χαμένος, ήταν όμως όντως Παράδεισος, ήταν όντως αυτό που πιστεύετε ότι ήταν; Μήπως δεν ήταν; Γιατί, όπως λέει ο Προύστ, όλοι οι Παράδεισοι είναι χαμένοι. Μήπως, προσθέτω, δεν έχουν υπάρξει ποτέ; Τι λέτε;

Φέρεστε σαν νεκρόφιλος, κ. Γ. Η Ιστορία σάς έχει κλείσει με πάταγο την πόρτα της, σ’ εσάς κ. Γ. και σε όλους τούς δικούς σας.

Ίσως αυτό το παταγώδες κλείσιμο να είναι, σ’ αυτές τις δεινές, φλεγόμενες, πληγείσες μέρες, μία από τις ελάχιστες εναπομείνασες ελπίδες για ένα λίγο πιο υποφερτό μετά.

Όσο για την αιωνιότητα, σάς παραπέμπω στον Arthur Rimbaud.

Σας λέει κάτι αυτό το όνομα;

 Δημήτρης Δημητριάδης – 8-12.8.2021

 

 

This entry was posted in Ieres_Ependyseis, IERI_Exoussia, τυχοδιωκτικός πατριωτισμός, Ασμοδαίος, Των Αμνοεριφίων, ανορθολογισμός, θρησκεία/κλήρος, κοινωνία/πολιτική, Logos. Bookmark the permalink.

6 Responses to Ανταπάντηση του Δημήτρη Δημητριάδη στην απάντηση του Χρ. Γιανναρά (να διαβαστεί!)

  1. Ο/Η laskaratos λέει:


    Ο Γιανναράς με τον γνωστό για την θεία αρετή και σοφία του, μητροπολίτη Κέρκυρας άγιο Νεκτάριο

    Ορθόδοξη Εκκλησία, μήτηρ πάσης κακίας:

    https://www.kathimerini.gr/opinion/685840/epifyllida-14/

    Καθημερινή 26-08-2001:

    Μεθοδευμένη λοβοτομή
    Του Χρηστου Γιανναρα

    «Λέγεται ότι, πριν από κάποια χρόνια, ιεράρχης μεγάλης στην Ελλάδα μητρόπολης, λίγο προτού πεθάνει, είπε σε δικό του άνθρωπο: ‘Δεν έχω παράπονο. Ενα χωριατόπουλο ήμουν, πάμφτωχο και όχι ικανό για επιστήμες. Αλλά χάρη στο παραμύθι του Χριστούλη πέρασα τη ζωή μου σαν πρίγκιπας'».

    ………

  2. Ο/Η Felix λέει:

    Ξέρεις τι είναι να έχεις περάσει μια ζωή στα βιβλία , να έχεις χαλάσει τα μάτια σου γράφοντας και γράφοντας , και να μην σε ξέρει ούτε η μάνα σου?

    Πολύ βαρύ πράγμα….

    Όταν επιτέλους μιλάνε για εσένα για την κριτική που έχεις κάνει και ο ίδιος ο σιγραφέας ασχολείται μαζί σου, είναι δύσκολο να μην πέσεις στην παγίδα και να γίνεις όσο το δυνατόν πιο πικρόχολος , πιο βιτριολικός έτσι ώστε να συνεχίσεις -για όσες μέρες αυτό κρατήσει- να μείνεις στον αφρό, την επικαιρότητα!
    Και κάτι ακόμη: Αγαπητέ κύριε Δημητριάδη μου, ο κύριος Γιανναράς δεν απάντησε στην κριτική σας , την σχολίασε και την χρησιμοποίησε για να κάνει κάποιες διασαφήνσεις πάνω στο κείμενο του. Σας πείραξε πολύ αυτό βλέπω, αλλά ήταν δικαίωμα του, δεν νομίζετε? Εμ του κάνετε εκτός θέματος κριτική, εμ οφείλει να σας απαντήσει κιόλας?

    Γιατί αυτό είναι η όλη σας ενασχόληση με την περίπτωση Γιανναρά, εκτός θέματος.

  3. Ο/Η Παφίτης λέει:

    https://politis.com.cy/politis-news/nikithike-apo-tin-covid-46chronos-stin-ammochosto-kataggelies-gia-ilithioys-tsarlatanoys-kai-iereis/

    Πέθανε από Covid19 ανεμβολίαστος 46χρονος στην Αμμόχωστο

    – Καταγγελίες για τσαρλατάνους και ιερείς

    ΠΟΛΙΤΗΣ NEWS, 26/08/2021 (τελευταία ενημέρωση 11:23)

  4. Ο/Η Κωλόγερας λέει:

    Γεια σας. Είμαι ο παλαιός φίλος της σελίδας, κύριος Κωλόγερας. Ζω ακόμη, αγαπητές φίλες και αγαπητοί μου φίλοι. Θα θυμούνται κάποιοι τις διάφορες τοποθετήσεις μου που βρίσκονταν πάντοτε στον αντίποδα της γιανναρικής σκέψης και των αποφύσεών της. Για να τονίσω την αναγκαιότητα κριτικής σκέψεως πάνω από όλα, θα παραθέσω το εξής χωρίον προς συζήτηση.

    «Ο ελληνικός λαός είναι ένας λαός εσωτερικώς κατεστραμμένος, που όλη του η άλλοτε, χαμένη σ’ ένα χαμένο παρελθόν δημιουργικότητα επιδίδεται πλέον αποκλειστικά και μόνο σε καταστροφές. Είναι ένας λαός καταστροφικός, ένας λαός καταστροφέας που, ως τέτοιος, αντιστρέφει διαστροφικά τον λόγο υπάρξεως κάθε λαού: την κατοχύρωση τής συνέχειάς του. Αυτός ο λαός όχι μόνο δεν κατοχυρώνει τη συνέχειά του αλλά προκαλεί ο ίδιος, με την αδίστακτη βαρβαρότητά του και την αυτάρεσκη ανεπάρκειά του, τη μη συνέχειά του, την οριστική διακοπή τής συνέχειάς του, την ιστορική παύση του, τον ολοκληρωτικό τερματισμό του μέσα σε ένα τοπίο από ανθρώπινα ερείπια.»

    Την παράγραφο αυτή, αγαπητές φίλες και αγαπητοί μου φίλοι, την έχει γράψει βεβαίως ο κ. Χρ… (NOT). Την έχει γράψει ο κ. Δημητριάδης. Ναι, ο κ. Δημητριάδης. Οπότε αντιλαμβανόμεθα ότι οι σκέψεις των δύο ανδρών είναι όχι αντιθετικές, αλλά συμμετρικές ως προς το βάθος του φανατισμού τους. Δεν θα υποστηρίξω λοιπόν τον κ. Δημητριάδη στη λογική «ο εχθρός του εχθρού μου είναι φίλος μου», αλλά θα τονίσω τη φανατική σκέψη του κ. Δημητριάδη εν προκειμένω. Είναι επόμενο ότι ο διάλογος κ. Δ.Δ. και κ. Χ.Γ. δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί, ίσως γιατί κατά βάθως απολύτως συμφωνούν στην ύπαρξη καποιανής «ελληνικής ουσίας» ή «ουσίας αυτού εδώ του λαού».

    Δίδω, όμως, στον κ. Χ.Γ. έναν πόντο διότι κράτησε ψηλά τη σημαία της ευγένειας.

    Σας χαιρετώ με αγάπη και με γεροντικές ευχές υγείας και προκοπής.

    Κύριος Κωλόγερας

    • Ο/Η Ακραίος Κεντρώος λέει:

      Τους έχω ακούσει και διαβάσει και τους δυο.
      Έχω και συνομιλήσει μαζί τους

      Ο Γιανναράς είναι διαρκώς αυτοαναιρούμενος. Στο [Καταφυγιο ιδεών] που έγραψε, πυροβολεί το νεανικό του παρελθόν που σάπιζε μέσα στο αρρωστημένο κλίμα των θρησκευτικών οργανώσεων. Με πολλά άρθρα του μερικά από τα οποία παρέθεσε ο κυριος Λασκαράτος αποκάλυψε τη δυσωδία της Εκκλησίας την οποία λανσάρει ως οδό Σωτηρίας. Ο Δημητριάδης είναι σκληρός στις διαπιστώσεις του αλλά συνεπέστατος.

      • Ο/Η Κωλόγερας λέει:

        H συνέπεια στη διανόηση δεν παίζει και τόσο μεγάλο ρόλο. Για αυτό και το έργο των περισσότερων γνωστών διανοουμένων διακρίνεται σε πρώιμη, μέση και ύστερη περίοδο. Πάντως ο κ. Δ. Δημητριάδης και ο κ. Χ. Γιανναράς έχουν απολύτως συνεπή στάση ως προς την κοινή θέση τους ότι η χώρα καταστρέφεται. Πρώτος ανοίγει το δρόμο ο κ. Δ.Δ. με το έργο του «Πεθαίνω σαν χώρα» (1978) και ακολουθεί ο κ. Χ.Γ. με την περίφημη επιφυλλίδα του «Finis Graeciae» στα μέσα της δεκαετίας του 1980. O ιστορικός του μέλλοντος ίσως ασχοληθεί με αυτές τις νεο-εσχατολογικές προσεγγίσεις της μεταπολίτευσης.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για την εξάλειψη των ανεπιθύμητων σχολίων. Μάθετε πως επεξεργάζονται τα δεδομένα των σχολίων σας.