Ο «απαταιών και εξωλέστατος» Παπαφλέσσας

[Μεγαλείο και αθλιότητα ενός διαφορετικού ιερωμένου]

papaflessas24mar16

Tournefort Joseph Pitton de: ‘Relation d’un Voyage du Levant, fait par ordre du Roy…», vol. Ι, Paris, Imprimerie Royale, M.DCCXVII (=1717)

του Αναγνώστη Λασκαράτου
(β’ δημοσίευση)
Ο αρχιμανδρίτης Γρηγόριος Δικαίος, δεν ήταν απατεώνας και εξώλης και προώλης, επειδή το λέει στα «Απομνημονεύματά» του ο φιλάργυρος και εξουσιαστής δεσπότης Γερμανός και καμπόσοι ακόμα, ήταν από πολλές μεριές κατά ένα μέρος στ’αλήθεια τέτοιος. Αυτό δεν αναιρεί το γεγονός πως πολέμησε για την πατρίδα μας και πως έπεσε ηρωικά, όχι πως κι εδώ δεν υπάρχουν μελανά στίγματα και ερωτήματα. Όμως τα πράγματα πρέπει να μπαίνουν στη θέση τους, αν δεν θέλουμε να νομιμοποιείται το ψέμα και η υποκρισία στις συνειδήσεις των ανθρώπων, ακόμη χειρότερα να ντύνεται με τη στολή της (παραπλανητικής και μονομερούς) εθνικής Ιστορίας, να θολώνει το πολιτικό και κοινωνικό περιβάλλον μέσα στην ομίχλη των σκόπιμων μυθευμάτων και να γίνονται αυτά κανόνες της δημόσιας ζωής, που τoυς πληρώνουν οι πολίτες με βαρύτατο τίμημα, συνήθως με τυφλό φανατισμό σε βάρος άλλων λαών. Ο Γερμανός, μέρα που είναι μας τον έχουν φορτώσει, δεν λέει επίσης κουβέντα, δεν την ξέρει την ύψωση της σημαίας ανήμερα του Ευαγγελισμού, αλλά η Εκκλησία και το Κράτος δεν τον πιστεύουν και τιμούν την στημένη επέτειο, διδάσκοντας την εθελοτυφλία στα κακομαθημένα νιάτα, πού είναι ολότελα ανέτοιμα να αντιμετωπίσουν τη νέα δύσκολη «εθνική» πραγματικότητα της πολυεπίπεδης χρεοκοπίας.

Το τι ακριβώς ήταν ο αρχιμανδρίτης, που δεκάρα δεν έδινε για το σχήμα του και για τους κανόνες που θεωρητικά το διέπουν, προκύπτει από πολλές έγκυρες μαρτυρίες και καλά θα έκανε το κρατικό παπαδαριό να μην τον επικαλείται ως δείγμα αντιπροσωπευτικό και καύχημα του άγαμου ανώτερου και ανώτατου κλήρου, πρώτα απ’όλα γιατί αυτού του άρεσαν οι γυναίκες και μάλιστα μανιακά. Δεν είχε κανένα από τα σχετικά σουσούμια των παπάδων, ίσως γι’ αυτό δεν τον κάνανε δεσπότη, παρά την επίμονη επιθυμία του.  Δεν νομίζω πως οι ιερές λειτουργίες ήταν καν μέσα στο τακτικό πρόγραμμά του. Δεν είχε ούτε το παραδοσιακό μίσος (ή έστω ήξερε να το κρύψει) κατά των ‘Δυτικών’. Στη διάρκεια της υπουργίας του εκτελεί εντολή της κυβέρνησης να συντάξει εγκύκλιο (9.6.1823)  «προς τους Έλληνας της Δυτικής Εκκλησίας’», αποβλέποντας κυρίως στους πάνω από 10.000 των Κυκλάδων, που δίσταζαν όχι μόνο να πολεμήσουν στην Επανάσταση, αλλά και να πληρώσουν φόρους στην ελληνική Αρχή, έχοντας αντιμετωπίσει στο παρελθόν το μίσος και τις προσβολές των Ορθοδόξων. Τους γράφει, σε ένα κείμενο που συνήθως κρύβεται ή χρησιμοποιείται για να δυσφημισθούν άκριτα οι Έλληνες παπικοί, με αξιοσημείωτο για Ρωμιό παπά ανεξίθρησκο και φιλελεύθερο πνεύμα, επίκαιρο και σήμερα, πως υφίστανται «πολλά Έθνη, έκαστον των οποίων συνίσταται από θρησκευτάς διαφόρων διδασκαλιών, οίτινες με όλον τούτο είναι εις εν Έθνος συνδεδεμένοι.. Άλλο Εθνισμός, και άλλο θρησκεία…».  Δεν ήταν γλυκομίλητος, δεν φαίνεται να ήταν καν θρήσκος, ήταν καθαρά μια βελτιωμένη εκδοχή του Ρασπούτιν, ένας παλληκαράς, γενναίος, ορμητικός, ψεύτης, ασυγκράτητος, ερωτύλος, τυχοδιώκτης,  δολοπλόκος, καλοπερασάκιας, γλεντζές, καβγατζής, φιλόδοξος και ασφαλώς πατριώτης, στο βαθμό που ένα μέρος από τα όνειρά του ήταν αναμφισβήτητα και η ίδρυση ανεξάρτητου ελληνικού Κράτους, ιδέα για την οποία αυτοθυσιάστηκε, ξεπλένοντας έτσι πολλές από τις ντροπιαστικές συμπεριφορές του, αφού τον συγχωρεί και ο εχθρικός Δεληγιάννης με μεταθανάτια μεγαλοψυχία: «Ο ένδοξος αυτού θάνατος,  απέπλυνε όλους τους ρύπους του ιδιωτικού και πολιτικού του βίου και χρεωστεί η πατρίς να τον συγκατάξει και αυτόν μεταξύ των λοιπών ενδόξων …».

Αλλά τα ερωτικά δεν ήταν η μόνη αχίλλειος πτέρνα του Παπαφλέσσα, αυτά θα είχαν υπό προϋποθέσεις και τη συμπάθειά μας. Η επίσημη ιστορία έχει προσπεράσει με φούρια κάθε αρνητική μαρτυρία. Η συμμετοχή του ως υπουργού Εσωτερικών της κυβέρνησης Κουντουριώτη στην άδικη καταδίωξη, σύλληψη και φυλάκιση του Κολοκοτρώνη (και άλλων καπετάνιων του Μωριά) στην Ύδρα, στη διάρκεια του εμφύλιου, κουκουλώνεται. Η

Έλληνας δεσπότης, από το: BELLE, Henri. «Trois années en Grèce», Paris, Librairie Hachette, 1881.

Έλληνας δεσπότης, από το: BELLE, Henri. «Trois années en Grèce», Paris, Librairie Hachette, 1881.

οπτική που τον αναδεικνύει ως γλεντοκόπο που ξόδευε χρήμα ξένο και ιερό, παραβλέπεται. Η εμμονή του να ψευδολογεί, να πλαστογραφεί και να εξαπατά για να πετύχει τους «εθνικούς» σκοπούς του, υποβαθμίζεται. Ο αρπακτικός και ανάξιος επίσκοπος Γερμανός, που οργίασε στην λεηλασία της Τριπολιτσάς, βάζοντας τον γαμπρό του Καλαμογδάρτη στον πειρασμό να τον δηλητηριάσει για ν’ αρπάξει τα λάφυρά του, είναι αποκαλυπτικός, τόσο όσο συνηθίζουν οι ρασοφόροι όταν βγάζουν τα άπλυτα των ρασοφόρων αντιπάλων τους στη φόρα. Τον κατηγορεί και ως καταχραστή της βοήθειας που η αδελφότητα Σμυρναίων έστειλε για τον αγώνα: «Είχον φθάσει εις τον Πόρον προ καιρού τινός ογδοήκοντα βαρέλια μπαρούτη…η πρώτη και η μόνη συνδρομή όπου απεστάλη εις την Ελλάδα…αλλά και αυτή εις μάτην, επειδή με το να ήτον διωρισμένη εις παραλαβήν του Δικαίου Παπά Φλέσια, ούτος την παρέλαβεν και την επώλησεν,όθεν ήθελεν και εχρηματολόγει ενώ η Πατρίς εκινδύνευε …».

Ο αρχιμανδρίτης που γεννήθηκε σε κάποιο μεσσηνιακό χωριό στα 1788, πριν ιερωθεί φοίτησε όπως-όπως στη Σχολή Δημητσάνας και  κάπου στα 1816, καλογέρεψε στη Μονή Βελανιδιάς στην Καλαμάτα. Εκεί ήρθε σε ρήξη με τον δεσπότη Καλαμάτας και Μονεμβασίας Χρύσανθο (Παγώνη, δεσπότη από τα 32 του!) και αναγκάστηκε να φύγει για το μοναστήρι  Αγ. Γεωργίου Ρεκίτσας, κι από κει, μετά από προστριβή με τοπικό Τούρκο, πήγε στην Πόλη. Μπορούμε να φανταστούμε τι τον έστρεψε στον κλήρο. Ο πατέρας του, που τον έκανε σε δεύτερο γάμο του, είχε 28 παιδιά! Η φτώχια του ήταν δεδομένη, η τεράστια ενεργητικότητά του και η τόλμη του επίσης. Δεν του άξιζε να κάνει τη ζωή του φτωχού χωρικού, το ράσο της τυπικής αγαμίας οδηγούσε πολύ ψηλά, στην μίτρα του θεομπαίχτη, στη μόνη δίοδο για έναν φιλόδοξο φτωχό μιας σκληρά ταξικής κοινωνίας, προς την κορυφή της ‘εθνικής’ πυραμίδας κι αυτός ήταν ο σκοπός του («δεσπότης ή πασάς»), που δεν τον έκρυβε. Η διαφορά του από την υπόλοιπη συνομοταξία των άγαμων ρασοφόρων ήταν πως δεν είχε να κρύψει κάτω από το ράσο κάτι ασήκωτο για εκείνη την εποχή, αντίθετα ήταν άξιος γιός του πατέρα του, ξεχείλιζε από ορμή για το γυναικείο φύλο και ταυτόχρονα είχε όλο το θράσος και την κατακτητική διάθεση ενός άξεστου παλληκαρά, μαζί και μια χωριάτικη πονηριά συνδυαζόμενη με την έλλειψη ηθικών δισταγμών. Ήταν το είδος του νταή που είχε αντιληφθεί πόσο ανεκτική ήταν η κοινωνία και πόσο εύκολο ήταν να επωφεληθεί πατώντας πάνω στις αδυναμίες των άλλων. Το τι είδους αξιωματούχος θα γινόταν σε μια απόλυτα ανεξάρτητη Ελλάδα, κι αυτός και πολλοί ακόμη συναγωνιστές του, το έδειξε στη βραχύβια υπουργία του, πριν την απελευθέρωση, το έχουμε δει άλλωστε πια και σε πολύ καλύτερους από αυτόν επαναστάτες και σε Επαναστάσεις με πολύ πιο γερό ιδεολογικό υπόβαθρο.

Ο Δημήτριος Αινιάν, αγωνιστής της επανάστασης, λόγιος, δικαστικός και πολιτικός τον γνώρισε στο σπίτι του πατέρα του στη Θεραπειά,  όπου ζούσε κι αυτός.  0 παπα-δάσκαλος Ζαχαρίας Αινιάν, έκανε στον αρχιμανδρίτη μαθήματα Ελληνικών, για να καταφέρει να  γίνει δεσπότης («Βίοι Παράλληλοι των επί της αναγεννήσεως της Ελλάδος διαπρεψάντων ανδρών», υπό Αναστασίου Ν. Γούδα-1875). Ο πατριώτης παπα Ζαχαρίας (Αναγνωστόπουλος ή Οικονόμου, από τα μέρη του Τυμφρηστού), είχε πάρει επίτηδες αρχαιοελληνικό επώνυμο και στο σπίτι του φέρεται πως έγινε η μύηση ως Φιλικού του αρχιμανδρίτη. Ο Δημήτριος εξιστορεί: «…ωφελούμενος από τας συνεισφοράς των κατηχουμένων ενοικίασεν ήδη χωριστήν οικίαν, ενεδύθη ευσχήμως πρώτον, λαμπρώς δε και μεγαλοπρεπώς, όταν επανήλθεν από έν ταξίδιον το οποίον έκαμεν εις Βλαχίαν……έκαμνεν διασκεδάσεις και συνεχή γεύματα εις τας εξοχάς, όπου οι συνερχόμενοι διασκέδαζον συνήθως με τα άσματα της ελευθερίας». Ασφαλώς ο αρχιμανδρίτης δεν είναι ούτε ο πρώτος ούτε ο τελευταίος αντάρτης, που παράλληλα με την συνωμοτική του δράση καλοπερνάει με χρήματα της οργάνωσής του και ισορροπεί σε τεντωμένο σκοινί. Ο δικός μας όμως είναι και παπάς και η ζωή του ενοχλεί τους περιοίκους, «παραπονούμενους δια την άτοπον και ανοίκειον διαγωγήν του Γρηγορίου δίδονος παράδειγμα διαφθοράς εις την συνοικίαν».  Κάποιος Οθωμανός τον συνέλαβε με πρόφαση τα καμώματά του, και τον απελευθέρωσε με λύτρα 1000 γρόσια, κάνοντάς του και χρηστομάθεια: «….δεν είναι εντροπή εις το ιδικόν σου σχήμα να φέρνης κάθε νύκτα γυναίκας….και να σηκώνης την ησυχίαν των γειτόνων;…».  Ο Φωτάκος αναφέρει τον εκβιασμό που έκανε ο παράφορος ρασοφόρος στον Φιλικό Αναγνωστόπουλο απειλώντας τον να τον σφάξει κι ύστερα να καταδώσει την Φ.Εταιρεία στον Σουλτάνο, αν δεν τον πληροφορούσε για το ποιος ήταν ο αρχηγός της, «μ΄ένα μαχαίρι στο χέρι επετήθηκε του Παν. Αναγνωστόπουλου φοβερίζοντάς τον, ότι θα τον σφάξει και θα προδώσει στη Σουλτανική εξουσία όλα τα Εταιρικά». Αλλά και ο Μ. Οικονόμου (1ος τ., «Ιστορικά της ελληνικής παλιγγενεσίας»), αναφέρει: «Καιροφυλακτήσας εσπέραν τινά τον Αναγνωστόπουλον μόνον εν τω δωματίω του, εισελθών ασφαλίσας έσωθεν την θύραν, επανέλαβε τας παρακλήσεις του, προσθείς και απειλάς ότι, εάν δεν του φανερώσει  ήθελε δήθεν τον φονεύσει, λάβη τα έγγραφα όσα εύρει και παραδώσει αυτά εις την Υψηλήν Πύλην».  Πείθει τους Γεωργάκη Ολύμπιο και Ιωάννη Φαρμάκη πως η ανύπαρκτη «αόρατος Αρχή» είναι αυτός και πρέπει να τον υπακούσουν και να κηρύξουν την Επανάσταση, όταν τους δώσει την εντολή. Όμως η ηγεσία της Εταιρείας το πληροφορείται και προβληματίζεται να τον εκτελέσει. Ο Αναγνωστόπουλος όμως, ήταν στην ουσία ένας καλός πατριώτης, ένας συνετός άνθρωπος  και τους αποτρέπει: «.. έχων προ οφθαλμών τας εκδουλεύσεις του ανθρώπου και το ενεργητικόν του και προβλέπων ότι θέλει είναι και ούτος, ένας των ανθρώπων της Επαναστάσεως…». Ο ίδιος τον εμπόδισε από το να γίνει φονιάς, όταν λόγω της σύγκρουσης  του Θεόδωρου Νέγρη με την Εταιρεία, ο αρχιμανδρίτης ζήτησε να του δοθεί η άδεια να τον δολοφονήσει.

Είναι γνωστή αυτή η βιασύνη του να γίνει  Επανάσταση. Πείθει τον Παναγιώτη Σπηλιάδη να πλαστογραφήσει ένα υποτιθέμενο γράμμα του Υψηλάντη προς τον Πατριάρχη Ιεροσολύμων Πολύκαρπο (είναι αυτός που μετά «συναποφαίνεται» με τον Γρηγόριο Ε΄ και πολλούς Αρχιερείς στο γνωστό αφοριστήριο της Επανάστασης), με σκοπό να μπλέξει και να εκθέσει κι αυτόν κι έτσι να τον υποχρεώσει να βοηθήσει και στέλνει ταχυδρόμο τον Περραιβό.  Άγιος ήταν ο σκοπός αλλά πολύ τυχάρπαστα και παρακινδυνευμένα τα μέσα. Ο Μ.Οικονόμου στον 1ο τόμο  των ‘Ιστορικών της παλιγγενεσίας’, αποκαλύπτει πως τον Οκτώβρη του 1820 είχε υποστηρίξει στη γνωστή σύσκεψη του Υψηλάντη στο λοιμοκαθαρτήριο του Ισμαήλι της Μολδαβίας,  πως η Πελοπόννησος ήταν έτοιμη να σηκωθεί εμφανίζοντας ακόμη και πλαστά έγγραφα κοτζαμπάσηδων του Μωριά, όπου παρουσιάζονταν να είναι έτοιμοι και ενθουσιώδεις να ξεκινήσουν την Επανάσταση. Ο Φιλικός Σπύρος Παπαδόπουλος Κορφινός όμως δεν κατάπιε την απάτη: «Παπά, να διαβάζης το Ψαλτήρι σου και τα τοιαύτα πράγματα δεν είνε δική σου δουλειά. …εγώ λείπω εκείθεν μόλις προ επτά μηνών και τίποτε δεν είδα, αφ’ όσα λέγει και η αναφορά σου…» (Στέφανος Παπαγεωργίου, «Από το Γένος στο Έθνος. Η θεμελίωση του Ελληνικού κράτους 1821-1862», εκδ.Παπαζήσης, 2005).

Εξωραϊζεται συνήθως από «προοδευτικούς» ιστορικούς ο Παπαφλέσσας, σε αντιδιαστολή με τη συντηρητική συμπεριφορά της συμφεροντολογικής συντεχνίας των προεστών, που τα μέλη της (που δεν ήταν βέβαια όλοι ίδιοι) τον περιφρονούσαν ως ταπεινής καταγωγής ρέμπελο και αντιδρούσαν φοβούμενοι και τους Οθωμανούς και τυχόν απώλεια ελέγχου της κατάστασης από μέρους τους προς όφελος λαϊκότερων στοιχείων, βεβαίως και για το μέλλον των περιουσιών και των προνομίων τους σε μια ελεύθερη Ελλάδα. Πολλοί βλέπουν στο πρόσωπό του έναν οραματιστή μιας δικαιότερα διαρρυθμισμένης κοινωνικής πυραμίδας μετά την επιτυχία της εθνικής εξέγερσης. Όση αλήθεια κι αν υπάρχει σε αυτές τις εκτιμήσεις, και σίγουρα υπάρχει μπόλικη, δεν παύει να υπάρχει και η γνωστή Κόλαση, προορισμός των αφελών και πρόχειρων καλών προθέσεων, ειδικά όταν είναι ανάμικτες με προφανή προσωπική ιδιοτέλεια, με έλλειψη εμπειρίας και συναίσθησης της πραγματικότητας και με μορφωτική ανεπάρκεια. Στην περίπτωσή μας, ο πρόωρος όσο και ηρωικός θάνατος δεν επέτρεψε στην Κόλαση του αρχιμανδρίτη να εμφανισθεί.  Η πρεμούρα του Παπαφλέσσα για ξεσηκωμό έχει σίγουρα και τα καθαρά τυχοδιωκτικά κίνητρα ενός ανεύθυνου ανυπόμονου μωροφιλόδοξου και ονειροπαρμένου. Ο Ανδρέας Ζαΐμης, δεν ανακριβολογούσε όταν χαρακτήριζε τα όσα είπε ο Παπαφλέσσας  στη σύσκεψη της Βοστίτσας για να ξεσηκώσει τους προεστούς να γίνει η Επανάσταση μια ώρα αρχύτερα, «άστατα, απελπισμένα, στασιαστικά, ιδιοτελή και μπερμπάντικα…». Ο Π.Π.Γερμανός δίνει τη δική του ερμηνεία για τα κίνητρα, που δεν φαίνεται να αφίσταται πολύ της πραγματικότητας: «…περί μηδενός άλλου φροντίζων ειμή τίνι τρόπω να ερεθίση την ταραχήν του Έθνους, δια να πλουτίση εκ των αρπαγών, τους εβεβαίωνεν, ότι είναι τα πάντα έτοιμα». Σίγουρα δεν είναι ο πιο αξιόπιστος μάρτυρας, ήταν ενσυνείδητα αντιδραστικός. Σε αυτόν αποδίδεται η φράση «Ας αφήσουμε τα παιδιά του Μωάμεθ να αποτελειώσουν τα παιδιά του Ροβεσπιέρου» (1820, στο Gazette de France, 7 Ιούλη 1821. Βλ. Κ. Μοσκώφ: «Ιστορία του κινήματος της εργατικής τάξης», εκδ. «Καστανιώτη», 1988, σελ. 95-96). Όμως και ο αρχιμανδρίτης ήταν ένας ερημοσπίτης, δαχτυλοδεικτούμενος ψευδολόγος και αερολόγος, που αναστάτωνε τους προεστούς, οι οποίοι είχαν πολλά να χάσουν, αλλά και την ευθύνη πολλών στα χέρια τους. Τελικά είχε δίκιο, έτσι τα έφεραν οι συνθήκες και δικαιώθηκε, βόηθησε βέβαια την κρίσιμη στιγμή και η Δύση, όσο κι αν δεν αρέσει αυτό σε πολλούς. Η Επανάσταση καλώς ξεκίνησε, για την ακρίβεια ήταν τόσο ώριμη και δίκαιη ιδέα που της άξιζε να πετύχει. Οι ίδιοι οι Τούρκοι με τον Κεμάλ, αποτίναξαν το μεσαιωνικό ζυγό του Σουλτάνου έναν αιώνα μετά.

Πολύ εύγλωττη όσο και καταδικαστική είναι η εικόνα του «αγύρτη παλιοκαλόγερου», που δίνει για τον αρχιμανδρίτη, ως υπουργό, ο Κανέλλος Δεληγιάννης, : «… ο Παπαφλέσσας υπουργός των Εσωτερικών….ένεκα της ασελγείας και της θηλυμανίας του κατήντησε το κατάστημα του υπουργείου του πορνοστάσιον και εσύναξεν όλους τους ασώτους και μπιριμπάντας και έπραττεν …εις τους  δυστυχείς κατοίκους τα μεγαλύτερα ανοσιουργήματα».  Ο ίδιος τον κατηγορεί πως αυθαιρετούσε και όπως αποκαλύπτει ο αδικαιολόγητος φόνος ενός φούρναρη από το περιβάλλον του, ξεσήκωσε τον λαό που λιθοβόλησε θανάσιμα στην Κόρινθο τον ιεροδιάκο Δανιήλ ενώ ο αρχιμανδρίτης γλύτωσε το λυντσάρισμα με την παρέμβαση των Μαυρομιχαλαίων.  Αλλά και ο θρησκόληπτος και μικρόμυαλος Μακρυγιάννης («Απομνημονέυματα» εκδ Βαγιονάκη-1947, τ.1ος σελ.216), τον περιλούζει για τα καμώματά του με πόρνες («επιδέξες»): «Ο Παπαφλέσσας πήρε μίαν γυναίκα μ’ ένα ντέφι και έναν με βιολί και πήγαμε εις το Λιοντάρι… όπου εγλένταγε με ταις γυναίκες και τα λαλούμενα…Γύρευε τις επιδέξες …έζη ως σατράπης με τρυφάς και αναπαύσεις…» Αν δεχθούμε πως το ιδιοτελές μίσος των κοτζαμπάσηδων, του Μακρυγιάννη, του Γ.Γαζή, του Αλ. Σούτσου κλπ, που του σέρνουν τα εξ αμάξης αδικεί τον Παπαφλέσσα, τότε ας καταφύγουμε στις μαρτυρίες των φιλελλήνων. Ο αγωνιστής Ολιβιέ Voutier («Mémoires du colonel Voutier sur la guerre actuelle des Grecs»-Παρίσι, 1823), μαρτυρεί: «O αρχιμανδρίτης Παπαφλέσσας που πολλές φορές είχαμε επισημάνει στο χαρακτήρα του την αναίδεια, την πανουργία και την αδυναμία του για την πολυτέλεια, ήταν ξαπλωμένος σε μια πολυθρόνα λαμπροφορεμένος σαν σουλτάνος. Το κεφάλι του στόλιζε ένα πλουσιοκεντημένο φέσι κι’ένα πελώριο χρωματιστό σάλι».  Ο Ιταλός φιλέλληνας και λόγιος δημοσιογράφος Ιωσήφ Πέκιο, στον οποίο το φιλελληνικό Κομιτάτο της Αγγλίας του είχε αναθέσει να παρακολουθήσει τη διαχείρηση του δανείου προς την ελληνική διοίκηση, βρέθηκε έτσι στα 1825 στην Ελλάδα και έγραψε (‘Η Ελλάς κατά το έαρ του 1825’): «…ήτο από τους ενθουσιωδέστερους αποστόλους της Επαναστάσεως. Δεν κατόρθωσε όμως να διατηρηθεί αγνός από την διαφθοράν και ευωχείτο εν μέσω της δυστυχίας της πατρίδος του…Έζη μέσα εις πολυάριθμον χαρέμι….Τον συνήντησα μεταξύ Άργους και Τριπόλεως, ενώ εταξίδευε προπορευομένου του χαρεμίου του, δυο τσιμπουκοφόρων και με την πομπήν Πασσά» (Περ. «Τότε», τ.13).

Τα κακομαθημένα και εκρηκτικά του φερσίματα, δείχνουν έναν ναρκισσευόμενο καλοπερασάκια, που κόστισε πολύ στα οικονομικά του Αγώνα.  Τον Οκτώβριο του 1820, ξυλοκοπεί στην Πόλη τον έναν από τους δυο Οθωμανούς υπηρέτες του, επειδή έχυσε το νερό και του χάλασε τη σαπουνάδα για να πλύνει τη γενειάδα του (Φωτάκος: «Βίος του Παπαφλέσσα»). Ο Τούρκος πήγε στην οθωμανική αστυνομία και κάρφωσε τα συνωμοτικά του πάρε δώσε.  Όμως ο προστάτης του, ο Αχαιός μητροπολίτης Δέρκων, ο από Λακεδαιμονίας άγιος Γρηγόριος, που «είχε συστήσει εις τον Σκουφάν τον Γρηγόριον Φλέσσαν, ώς μοναχόν επαίδευτον και εξαίρετον πατριώτην» (Χειρόγραφο βιβλίο του Κωνσταντίνου Ι. Φλέσσα, βουλευτή Καλαμών,   «Ιστορία του Ιερού Αγώνος κατά τε της Τουρκίας και της Αυστριακής Αυτοκρατορίας», Αθήναι 1898- κυκλοφόρησε σε φυλλάδια), έτρεξε και κατέβαλε ένα μεγάλο ποσόν, αργότερα έγινε τεράστιο, για να εξαγοράσει την απαλλαγή του και την αναστολή κάθε έρευνας από τη μεριά των οθωμανικών αρχών.

Ψύχραιμότεροι ιστορικοί που είδαν τα γεγονότα και μετά το θάνατό του, είναι επίσης αρνητικοί. Ο Ιωάννης Φιλήμων αρχιγραμματέας του Δημήτρη Υψηλάντη («Δοκίμιον ιστορικόν περί της Φ.Ε.-Ναύπλιο 1834) έγραψε για τις αυθαίρετες ενέργειές του στη Μολδοβλαχία ως μέλους της Φ.Εταιρείας. Σε δολοπλοκίες του Παπαφλέσσα αποδίδει τα σφάλματα των επαναστατικών σχεδιασμών των Βλαδιμηρέσκου, Φαρμάκη και Ολύμπιου χωρίς τη γνώση και την έγκριση της ηγεσίας της Φιλικής Εταιρείας. Τον χαρακτηρίζει χαρακτήρα δύσκολο να περιγραφεί, ανυπόμονο, πρόχειρο, αυθάδη, υπερβολικό, ματαιόδοξο, αγνώμονα,  

Ο Τάσος Γριτσόπουλος γράφει ότι «ο Δικαίος ήτο πρόσωπον ανωμάλου φύσεως. Η επιπολαιότης του έφερνε συχνά εις δύσκολον θέσιν τους αρχηγούς της Εταιρείας. Δια τούτο η περί αυτού γνώμη των Φιλικών δεν ήτο κολακευτική. …ο αρχιμανδρίτης ήρχετο ορμητικός και υπέράγαν ενθουσιώδης να κηρύξη τον κατά της Τουρκίας πόλεμον. Το άλογον πάθος,η επικίνδυνος ορμητικότης, το ψεύδος, το παράτολμον μένος, …εκπροσωπεί το απαραίτητον, αλλά εις πάσαν ενέργειαν επικίνδυνον, παράλογον πάθος» («Η μυστική συνέλευσις της Βοστίτζας /26-29 Ιαν.1821/ και η ιστορική σημασία αυτής», Πρακτικά του Α’ εν Πάτραις τοπικού συνεδρίου Αχαϊκών Σπουδών,εν Αθήναις 1974, από σελ.43).

Χαρακτηριστική του ανδρός είναι η διαταγή που έδωσε να πυρποληθούν τα περίφημα σεράγια της χλιδής του διοικητή της Κορίνθου Κιαμήλ μπέη, πραγματικά αριστουργήματα ανατολίτικης αρχιτεκτονικής και τέχνης, του καλύτερου άλλωστε μέσα στους Τούρκους του Μωριά και στην καταγωγή και στους τρόπους και στην εμφάνιση και στο μυαλό και μαζί με αυτά και όλα τα τουρκικά σπίτια της Κορίνθου. Αυτός ο κοντόθωρος βανδαλισμός είχε βέβαια το ελαφρυντικό των αντίποινων για το κάψιμο ολόκληρων ελληνικών χωριών από τον Κεχαγιάμπεη του Χουρσίτ, τον Μουσταφά που έσφαζε, έκαιγε λεηλατούσε και εξανδραπόδιζε τα χωριά απ’ όπου περνούσε. Πιθανότατα όμως το έκανε σκόπιμα για να δουν οι Έλληνες πως δεν υπήρχε επιστροφή αλλά και για συμβολικούς λόγους. Έπρεπε να καούν, από τον «φανατικό ιδεολόγο» και «ορμητικό επαναστάτη», ώστε οι «χωριάτες»  να καταλάβουν «πως δε θα πάρουν συγχώρεση από τον αφέντη», διαπιστώνει ο Βακαλόπουλος, (‘Ιστορία του Ν.Ελληνισμού’, & «Τα ελληνικά στρατεύματα του 1821»). Ανάλογες διαπιστώσεις κάνουν και άλλοι ιστορικοί, ενώ ο Κορδάτος («Μεγάλη Ιστορία της Ελλάδος») το πηγαίνει λίγο πιο πέρα, βλέποντας και εξαναγκασμό των κοτζαμπάσηδων να μπλεχτούν θέλοντας και μη πια στην επαναστατική διαδικασία, χωρίς δυνατότητα επιστροφής.

Στο αρχείο του Κουντουριώτη (τόμος Δ΄ σελ.505),  υπάρχει μια επιστολή του γραμματέα του , που ακούγεται ανατριχιαστικά: «Κανείς δεν εδάκρυσε από τον θάνατο του Παπαφλέσσα…». Άδικες υπερβολές, σίγουρα θα δάκρυσαν πολλές γυναίκες και αρκετοί ακόμη, σύντροφοί του στα γλέντια και στα όπλα και οι πολλοί που η τόση αυτοθυσία τους συνεπαίρνει. Σήμερα που ο χρόνος βάζει κάθε τι στη θέση του, δακρύζουμε κι εμείς γι’αυτό το αντιφατικό «παιδί του λαού» στο οποίο χρωστάμε, σταθμίζοντας τους ανθρώπους με βάση την εποχή τους και τις ευκαιρίες που τους δόθηκαν, όμως θέλουμε να λέγεται η αλήθεια και με βάση αυτή να κρίνονται όλα. Ας ακούσει επιτέλους ο λαός αυτός που αναδεικνύει με καμάρι αρχιψεύτες πρωθυπουργούς, τη γνωστή παραίνεση του εθνικού μας ποιητή κι ας διεκδικήσει όλη την ιστορική αλήθεια, μακριά από τη δουλεία της ιδεολογικής χρήσης του ιστορικού παρελθόντος.

[Α’δημοσίευση]

*

Μας απέκλεισαν από το facebook χωρίς καμία ειδοποίηση. Εσείς, οι χιλιάδες αναγνώστες μας, ξέρετε τι πρέπει να κάνετε: Μπορείτε να ανεβάσετε μέσω του ατομικού σας λογ/μού στο facebook, την κάθε ανάρτησή μας, ή κάντε ΚΛΙΚ στο εικονίδιο του facebook, κάτω από κάθε ανάρτησή μας. Το κάνετε ήδη, και σας Ευχαριστούμε!

This entry was posted in IERES_YPOKRISSIES, IERI_Exoussia, σκέψεις, τυχοδιωκτικός πατριωτισμός, Γράμμα από το Ληξούρι, ανορθολογισμός, θρησκεία/κλήρος. Bookmark the permalink.

10 Responses to Ο «απαταιών και εξωλέστατος» Παπαφλέσσας

  1. Ο/Η Άδωνις λέει:

    Ανυπόστατα ψεύδη…

  2. Ο/Η Γιάννης λέει:

    Η επανάσταση του ’21 υπήρξε ένα ιστορικό γεγονός, που πόρρω απέχει από την εξωραϊσμένη εικόνα που έχει η πλειοψηφία των νεοελλήνων. Οτι δηλαδή, οι Ελληνες σύσσωμοι επαναστάτησαν εναντίον της Οθωμανικής τυραννίας και μετά από μια σειρά ένδοξες νίκες και χωρίς την βοήθεια της Δύσης (Μοναχή το δρόμο επήρες, Εξανάλθες μοναχή. Δεν είν’ εύκολες οι θύρες, Εάν η χρεία τες κουρταλή- Σολωμός), πέτυχαν να απελευθερωθούν και να αποκτήσουν κρατική υπόσταση.
    Στην πραγματικότητα, πέραν ότι είχε εναντίον της το μένος του Πατριαρχείου, η πλειοψηφία της ηγεσίας της αποτελείτο από λήσταρχους και κοτζαμπάσηδες, που ήθελαν να διώξουν τους Τούρκους για να πάρουν την θέση τους. Μάλιστα, οι περισσότεροι από αυτούς ενεργούσαν για τα συμφέροντα της Αγγλίας, και βέβαια και για τα προσωπικά τους συμφέροντα (Μαυροκορδάτοι, Μιαούλης κλπ).
    Ετσι σύντομα ξέσπασαν εμφύλιοι πόλεμοι, και βάλτωσε η όλη υπόθεση.
    Οι νεοέλληνες απέκτησαν την «ελευθερία¨τους, χάρη της επέμβαση των τριών μεγάλων δυνάμεων στη ναυμαχία του Ναυαρίνου (Οκτώβριος του 1827).
    Το κράτος που προέκυψε, στηρίχθηκε στο ανυπόστατο και σχιζοφρενικό: Ελληνοχριστιανισμός, στον σκοταδισμό και τις μηχανορραφίες του Βυζαντίου και στην ρουσφετολογία.
    Αυτά τα τρία πέραν ότι δημιούργησαν εθνικές φαντασιώσεις πως δήθεν καταγόμαστε από τους αρχαίους Ελληνες, και αυτό με την σειρά του τον μεγαλοϊδεατισμό και το εγχείρημα για αναβίωση του Βυζαντίου με αποτέλεσμα να υποστούμε εθνικές τραγωδίες, έθεσε και τις βάσεις για ένα οκνηρό και άτολμο κράτος, στο οποίο υποβόσκει ένας αντιδυτικισμός, μια απολύτως καταστροφική σχέση μεταξύ δημοσίου και πολίτη – όπου ο πολίτης εκλαμβάνει το δημόσιο για τσιφλίκι του – και όπου κυριαρχεί η παρασιτική και σκοταδιστική Ορθοδοξία, η οποία είναι υπαίτια για αναρίθμητα δεινά στον τόπο.
    Διακόσια χρόνια τώρα, σχεδόν τίποτε δεν έχει αλλάξει και ο νεοέλληνας αρνείται πεισματικά να δει την αλήθεια κατά πρόσωπο και συνεχίζει να καταφεύγει σε ανύπαρκτα εθνικά ιδεολογήματα και μανία καταδίωξης.

  3. Ο/Η λέει:

    https://nonews-news.blogspot.com/2019/03/1821_24.html?fbclid=IwAR0NxTo-RilnWdFH3bNL2BUnPW23Bdak9RCieg_8EuKa56BDECaBAYSyebY#more

    24.3.19
    Ροζ ιστορίες του 1821…

    Μυστικά (ένοχα;) για τους ήρωες της Επανάστασης του 1821, από τον καθηγητή Πολιτικής Ιστορίας, Θάνο Βερέμη.
    Ο διάλογος, στα «Ακραία Φαινόμενα» (ΣΚΑΙ):

    Καμπουρ: O Παπαφλέσσας, πάντως, πρέπει να ήταν μεγάλο φρικιό.
    Βερεμ: Oταν αποφάσισε να πάει να σκοτωθεί στο Μανιάκι, του βγάζω το καπέλο.
    Ηταν δαιμόνιος. Και περί τις σχέσεις του με τις γυναίκες, λέγεται, πως είχε χαρέμι.
    Ο Κολοκοτρώνης, πάντως, τα είχε με την Μπουμπουλίνα.
    Χατζής: Τα είχανε;
    Βερεμ: Βέβαια.
    Η Μπουμπουλίνα ήταν…
    χήρα δις.
    Καμπουρ: Τους πέθαινε…
    Βερεμ: Είχε μεγάλη περιουσία. Αυτά που λένε, πως, είχε πολλά πλοία, είναι αλήθεια.
    Ηταν και θεριό ανήμερο αυτή.
    Χατζ: Και τα ‘χε με τον Κολοκοτρώνη αυτή;
    Βερεμ: Δυο θηρία σμίξανε.
    Kαμπουρ:Κι ο Καραϊσκάκης ήταν μεγάλος γυναικάς.
    Βερεμ: Ο Καραϊσκάκης ο φουκαράς, είχε φυματίωση και ελονοσία. Αυτός ήταν πάντα σε ένα κρεβάτι. Άλλωστε, έφυγε έφηβος. Έφαγε σφαίρα, όταν ήταν πάνω στο άλογο, στα αμελέτητα.
    Καμπουρ: Άλλος έρωτας, ήταν της Μαντώς με τον Υψηλάντη…
    Βερεμ: Ναι, ναι…

  4. Ο/Η +Αρχιμανδρίτης π. Ναθαναήλ Μπαρούσης λέει:

    Θα περιμέναμε από το μεστό «ηθικής», «εντιμότητας», «αντικειμενικότητας» και «αξιών» ζεύγος Λασκαράτου – Ροίδη να αναγνωρίσουν την τελολογία του προσώπου, αφού κάθε μορφή ηθικής αναγνωρίζει, όπως αυτή είναι θεμελιωμένη από τους μεγαλυτέρους ανθρωπιστές, με πρωτοπόρους τους Πλάτωνα και Αριστοτέλη, το τέλος του ανθρώπου, το οποίο καταδεικνύει και αυτό το στίγμα του άνθρωπου, στην αναφορά του κάθε ανθρώπου. Αντί τούτου βλέπουμε μίσος, βατολογία, κομπλεξισμό και σκοταδισμό, καλυπτώμενοι αμφότεροι πίσω από τις παθογόνες σελίδες της ελληνίδας επαναστάσεως, και αυτό διότι η αιτία της επαναστάσεως και η σωτηρία στο τέλος αυτής φορούσε ράσο, ήταν αρχιμανδρίτης και άκουε στο όνομα Γρηγόριος Δίκαιος, κοινώς Παπαφλέσας. Αυτός λοιπόν ο οποίος έγινε αντικείμενο σεβασμού από τον Ιμπραήμ, γίνεται αντικείμενο λοιδορίας από την κα. Ροίδη στο όνομα της στείρας κουλτούρας και του ισοπεδοτικού ρεμβασισμού, νεοβαρβαριστί πίπες. Και αυτό διότι ο Παπαφλέσας τυγχάνει ιδιαίτερη μνεία μετά θάνατον αυτού στα κείμενα των Πελοποννησίων αγωνιστών, κορυφαίων όλων του Πρωτοσυγκέλου Αμβροσίου Φραντζή και του Πρωθυπουργού Νικολάου Σπηλιάδη, ενώ η θυσία του τυγχάνει ιδιαιτέρας μνείας στην τελευταία εθνοσυνέλευση, όπου και διακρατείται ότι το νεοσύστατο κράτος θα εθεμελιώνετο διά του Χριστού την πίστη την Αγία, και τηςς Ελλάδος την ελευθερία. Αυτή τελεικώς είναι και η νεωτέρα παράδοση του Έθνους μας, ούτως ώστε να διερωτώμεθα τι σχέση έχουν με την Ελλάδα οι Λασκαράτος – Ροίδη. Επομένως το πρόβλημα δεν είναι η ορθογραφία μου ή η ρύμη του λόγου μου, αλλά αυτοί οι ίδιοι οι Λασκαράτος και Ροίδη που σκίζουν τον συνδετικό ιστό της Ελλάδας, χωρίς οι ίδιοι να προσφέρουν κάτι το άξιωλογο, παρά μόνο αλλοτρίωση και δυστυχία, ότι δηλαδή ο κάθε φυτευτός στην σύγχρωνη πορεία του τόπου. Συμπτωματικά το αποκαλυπτικό τους άρθρο φανερώνει την ταύτιση της ιδεολογίας τους με αυτή της μασωνίας. Και όλοι γνωρίζουμε την ομιλία του αειμνήστου Φουράκη: άπαντες οι αρχηγοί των αρχαιολατρών, και οι δυαλυτικής προελεύσεως ψευτοκουλτουριάριδες είναι απεσταλμένοι σκοτεινών συμφερόντων προκειμένου να δυαλύσουν την Ελλάδα εκ των έσω, και όλοι γνωρίζουμε την θέση του εβραιομασώνου Κίσινγκερ, ο οποίος διετράνωνε ότι προκειμένου να νικηθεί ο ελληνισμός πρέπει να κτυθηθεί στην γλώσσα του, στην παραδοσή του και στην θρησκεία του. Θα ήτσν περισσότερο χρησιμο για εσάς Λασκαράτε και Ροίδη αντι να γράφετε κατεβατα προσπαθώντας να αποδείξετε τα αναπόδεικτα, και να φανερώνετε την ασέβεια στη θυσία, να μας πειτε σε ποια στοά ανοίκετε ώστε να γνωρίζουμε και ποιοι μας πριμοδοτούν. Και μπορεί η γλώσσα και η παράδοση προπαγάσνδας χάριτι να έχουν βληθεί, αλλά όσο υπάρχει υγιής Εκκλησία, το έργο σας θα είναι επί ματαίω. Εν αγάπη Χριστού αναστηθέντος.

  5. Ο/Η Frixos λέει:

    Ο Παπαφλεσας -εκτος των αλλων- ενεκα ενθουσιωδους χαρακτηρα και επιπολαιοτητας, ηταν εντελως παλαβος και επικινδυνος.
    Αρχικα λιγο ελειψε με τα καμωματα του να τιναξει στον αερα την Φιλικη Εταιρεια.

    Τελικα, οταν φυλακισανε τον Κολοκοτρωνης στην Υδρα και ο Παπαφλεσσας ανελαβε Γενικος αρχηγος του στρατευματος, καταφερε να τιναξει στον αερα τον ολοκληρο τον στρατο και μαζι με αυτον και την επανασταση, λογω της ανοητης επιλογη του να δωσει τη μαχη στο Μανιάκι εναντιον του Ιμπραημ, με τον τροπο που τη σχεδιασε και την διεξηγαγε.

    Και αν στη συνεχεια οι Αγγλοι δεν εσερναν τους Γαλλους και τους Ρωσους απο τη μυτη να σταματησουν τον Ιμπραημ, σημερα ακομα και ο Παρθενωνας θα ηταν τζαμί.

    Προκειται για ενα απο τα μεγαλυτερα πολεμικα λαθη και το πιο ολεθριο απ΄ολα, το οποιο εκτος απο την καταστροφη του στρατευματος, περιελαμβανε και την αυτοκτονια του, γιατι στην ουσια η μαχη αυτη ηταν ενα απονενοημενο διαβημα.

    Οταν, μετα τη μαχη στο Μανιακι, η Κυβερνηση Κουντουριωτη μπηκε στα πλοια και την κοπανησε (οπως εξαφανιστηκε και η κυβερνηση της χουντας μετα την εισβολη των Τουρκων στην Κυπρο), ο Κολοκοτρωνης αποφυλακιστηκε, εφτιαξε παλι το στρατο, απεφευγοντας ομως μεχρι τελους να συγκρουστει με τον Ιμπραημ και επελεξε να του κανει «χωστές» (ενεδρες) προσπαθωντας να τον παρεμποδιισει και να τον φθειρει.

    Ο Κολοκοτρωνης, ως εξαιρετικος στρατηγηκος και πολιτικος νους, γνωριζε αριστα οτι οσο διεθετε στρατο κραταγε αναμενη τη φωτια της επαναστασης, και οτι η μονη λυση που θα μπορουσε πλεον να υπαρξει ηταν στο πλαισιο της διεθνους πολιτικης.

    Γιαυτο επελεξε τους Αγλλους, τους οποιους επεισε να επεμβουν υπερ της ελλαδας, και απεδειχθη μεγας πολιτικος και στρατιωτικος παιχτης.

    Στην συνεχεια ηταν ο μονος που στηριξε με ολες του τις δυναμεις τον μεταρυθμιστη Ιωαννη Καποδιστρια, οταν οι οι κοτζαμπασηδες στραφηκαν εναντιον του, μεχρι που τον δολοφονησαν, προκειμενου να τον εμποδισουν να φτιαξει ενιαιο κρατος για να μην χασουν τα προνομια τους.

    Σημερα, στο πλαισιο της αφασικης εθνικοφροσυνης, ολοι ανεξαιρετως χαρακτηριζονται και θεωρουνται ηρωες, ανεξαρτητως του υποκειμενικου και αντικειμενικου ρολου που διαδραματισαν κατα την διαρκεια της επαναστασης αλλα και μετα απο αυτη.

    Ο Κολοκοτρωνης δεν ηταν παιδι της επαναστασης, ηταν ο πατερας της, ενω ο Παπαφλεσσας …..αντε, να μην πω τι ηταν.

    Ακομα και το αλογο του Παπαφλεσα μισουσε τον Κολοκοτρωνη, δειτε και μονοι σας:
    https://panosz.wordpress.com/2008/03/20/isidoros-16/

  6. Ο/Η Frixos λέει:

    Αγαπητοι Ρο και Λασκαρατε,

    η επετειος της επαναστασης προσφερεται ως πεδιον δοξης λαμπρο για το μπλογκ σας, οταν αποφασισετε να γραψετε για ενδιαφεροντα ζητηματα, οπως:

    1) τον αφορισμο του Υψηλαντη, απο τον Πατριαρχη και ολους τους επισκοπους του Φαναριου, επειδη ξεκινησε την επανασταση. Τον υμνο των αγιων πατερων στον Σουλτανο «… τον Βασιλέα και φιλεσπλαχνο πατερα των χριστιανων»!!!

    3) Για τους τρεις επισκοπους που ηρθαν ως απεσταλμενοι του Πατιαρχειου στη Ρουμελη να μαζεψουν προσκυνηματα (δηλωσεις μετανοιας) των επαναστατων για λογαριασμο του Σουλτανου, ενω στον Μωρια την ιδια δουλεια ειχε αναλαβει ο Νενέκος.

    3) Για τον Παπουλακο.
    Προσοχη, υπαρξαν και εδρασαν δυο Παπουλακοι:
    α) Ο πλεον γνωστος Παπουλακος Χρισοφορος Παναγιωτοπουλος, χασαπης εξ Αρπμούνας Αχαϊας και
    β) ο Παπουλακος στον οποιο ο Υπασπιστης του Κολοκοτρωνη Φωτιος Χρυσανθοπουλος ή Φωτακος, αφιερωνει στα απομνημομνευματα του 6-7 σελιδες για παρτη του.

    Δεν ειμαι σε θεση να αξιολογησω ποιος απο τους δυο υπηρξε πιο επιζημιος για την Ελληνικη επανασταση, σιγουρα ομως και οι δυο υπηρξαν εξ ισου φλογεροι χριστιανοι και διακεκριμενοι απατεωνες.

    Παντως να σημειωθει οτι τον έναν από αυτους τους δυο Παπουλακους (μαλλον τον α), ο Αρχιμανδριτης, Ηγούμενος της «Ιεράς Μονής Αγίων Αυγουστίνου Ιππώνος και Σεραφείμ του Σάρωφ» και καλιτεχνικος μανατζερ (συναδελφος του Μενιου Φουρθιωτη), Νεκταριος Μουλατσιωτης, πριν απο μερικα χρονια επιχειρησε να τον …αγιοποιησει, όταν διαπιστωσε ότι το συγκροτημα των παπαροκάδων που προμοταριζε …δεν τραβαει, οσο περιμενε.
    Αλλα ουτε αυτή η φαμπρικα περπατησε.

    Παρακαλω, για κινηθειτε λιγο προς αυτη την κατευθυνση, ημερες που ειναι.

  7. Ο/Η Frixos λέει:

    Πλουσιωτατη παραγωγη, αλλα τετοιες μερες οι επαναληψεις ειναι χρησιμες, ου μην και απαραιτητες.
    Σημερα που το ξανακοιταζω μαλλον διαπιστωνω μια ανακριβεια εκ μερους μου: Αν ενθυμουμαι σωστα, η κυβερνηση δεν μπηκε στα καραβια και αναχωρησε εντρομη μετα τη μαχη στο Μανιακι, αλλα οταν κατεβαινε ο Δραμαλης. Οπως κα;ι να ‘χει η σημασια βρισκεται στην πραξη της.

  8. Ο/Η Αγνωστικιστής λέει:

    https://epic-atheist.blogspot.com/2019/03/blog-post.html

    26 Μαρ 2019
    Η στάση της Εκκλησίας στις απαρχές της Ελληνικής Επανάστασης

    Από το ένθετο περιοδικό της εφημερίδας Documento «ΤΑ ΑΙΡΕΤΙΚΑ» No 7, 23 Μαρτίου 2019.

    του Απόστολου Λυμπερίδη

    Στα τετρακόσια χρόνια σκλαβιάς από τους Τούρκους και το πατριαρχείο της Κωνσταντινούπολης πολλές φορές ο υπόδουλος ελληνισμός επιχείρησε να αποτινάξει το ζυγό, αλλά δεν τα κατάφερε. Στο τέλος του 18ου αιώνα όμως κάτι άρχισε να κινείται που έκανε τη διαφορά, σε οργάνωση και αποφασιστικότητα. Βέβαια με ένα μόνο άρθρο δεν μπορείς να περιγράψεις τέτοιες ιστορικές στιγμές χωρίς να σταθείς στα πιο ουσιώδη σημεία που προκάλεσαν τον ξεσηκωμό.
    Πριν περάσω στα γεγονότα που άναψαν τον σπινθήρα της επανάστασης, επιβάλλεται έστω με δυο λόγια να σας περιγράψω το κλίμα που επικρατούσε ιδιαίτερα μετά τα Ορλωφικά (1770-1774) που ήταν άλλη μια αποτυχημένη επαναστατική προσπάθεια, εκμεταλλευόμενοι τότε οι Έλληνες τον πόλεμο των Ρώσων με τους Τούρκους (1768-1774) αφού και με την συμβολή ενός Έλληνα εμπόρου που είχε καταταχτεί σαν στρατιωτικός στον Ρώσικο στρατό, του Γιώργου Παπαζώλη, οι Ρώσοι αντιμετώπισαν τους Τούρκους από την Ήπειρο και την Θεσσαλία μέχρι την Πελοπόννησο και ολόκληρο το Αιγαίο.
    Μετά την αποτυχία του κινήματος η συμμετοχή των Ελλήνων εξόργισε το πατριαρχείο και το ώθησε σε διωγμούς καταδικάζοντας την πανουργία και τη δολιότητά τους να διαφθείρουν την πίστη και τον όρκο υποταγής (σαδακάτι) που οι ραγιάδες έδωσαν στην κραταιά βασιλεία του Σουλτάνου, προτρέποντας τους χριστιανούς να τους καταδίδουν, και τους ιερωμένους να τους αφορίζουν, να τους αλυσοδένουν και σιδηροδέσμιους να τους ξαποστέλνουν στην Βασιλεύουσα για τα περαιτέρω. Όσοι δεν υπακούσουν θα πάθουν τόσα όσα δεν μπορούν να φανταστούν, χωρίς έλεος και μετανοώντας ανωφελώς!
    .
    Εχθρός του πατριαρχείου ο εχθρός του σουλτάνου

    Εικοσιτέσσερα χρόνια πριν το επαναστατικό σάλπισμα του Μάρτη του 1821 τα αίματα φαίνεται να άναψαν ακόμα πιο πολύ, και από τους Έλληνες για ελευθερία και από το πατριαρχείο για σκλαβιά, βλέποντας να τρίζουν οι πατριαρχικοί θρόνοι και οι σουλτανικές πύλες!
    Τον Ιούνιο του 1797 τα Ιόνια νησιά έγιναν το προγεφύρωμα των Γάλλων για την κατάκτηση της Ανατολής. Οι καρδιές των επτανήσιων πλημμύρισαν αισιοδοξία, χαρά και ελπίδα και τα επαναστατικά τραγούδια του Ρήγα σκόρπισαν τον τρόμο στα στήθη των Τούρκων και των ραγιάδων χριστιανών. Οι τελευταίοι μαζεύτηκαν φοβισμένοι εναποθέτοντας τις ελπίδες τους, άλλοι στους Τούρκους, άλλοι στους Ρώσους και άλλοι στο θεό. Τα κηρύγματα μίσους έδιναν και έπαιρναν. Οι «βδελυροί αντάρτες του θεού… καταλύοντας την ευταξία και την ειρήνη» των ρωμιών μόλυναν τις ψυχές τους «με τον ιό της αποστασίας». «Βασιλοκτονία, αθεΐα, αναρχία!, με το δέλεαρ της Ελευθερίας και της ισότητος» καταπάτησαν φιλία και θεσμούς! Τέτοια ήταν τα κηρύγματα των τυράννων. Εν τω μεταξύ ο πόλεμος των Ρώσων με τους Τούρκους είχε λήξει προ καιρού. Μπροστά στην εξέλιξη αυτή, οι Τούρκοι, συμμάχησαν με τους Ρώσους! Η τσαρίνα Αικατερίνη η Β΄ στο πλευρό των Τούρκων αποφάσισε να αναχαιτίσει τη δύναμη του Βοναπάρτη. Μαζί τους και οι χριστιανοί του πατριαρχείου. Σύσσωμοι, σαν μία γροθιά, ενάντια στην απελευθέρωση της Ελλάδας!
    Τι ειρωνεία… συμμαχία οι πρώην εχθροί και εχθροί οι πρώην ομόδοξοι σύμμαχοι!
    Δεν πέρασαν ούτε δέκα χρόνια όταν οι ελπίδες των Επτανησίων καταποντίστηκαν πάλι, μαζί με τις προσδοκίες των Φαναριωτών! Όσο όμως ο Βοναπάρτης έστρεφε το βλέμμα στη Ρωσία, αδιαφορώντας για την Ελλάδα, τόσο απογοητευόταν και ο Κοραής και ο απόδημος Ελληνισμός της Δύσης που επένδυε στην βοήθεια των Γάλλων. Αμφότεροι απογοητευμένοι. Τι έμενε; Μια φωνή που θα τους ξεσήκωνε. Αυτός ήταν ένας Έλληνας που ακόμα παραμένει Ανώνυμος, εν έτη 1806.

    Αυτή την ώρα επέλεξε ο Ανώνυμος Έλλην να εκδώσει το φλογερό και ρωμαλέο κείμενο της «Ελληνικής Νομαρχίας» εμψυχώνοντας το πεσμένο ηθικό των Ελλήνων από τις πρόσφατες εξελίξεις.
    Είναι ντροπή μας να περιμένουμε απελευθέρωση από τους ξένους. Εθνική συμφορά όταν δεν πιστεύουμε στις δικές μας δυνάμεις. Όσοι πατούν σε θρόνο είναι όλοι τους τύραννοι. Δεν πρέπει να τους εμπιστευόμαστε. «Όποιος ελεύθερα συλλογάται, συλλογάται καλά» έγραφε ο Ρήγας και ελεύθεροι ήταν μόνο οι πρόγονοί μας που με την ελευθερία και τη γενναιότητά τους είχαν μεγαλουργήσει. «Η Ελλάς γεννά ακόμα Λεωνίδες και Θεμιστοκλείς» ενώ αντίθετα το ιερατείο και η ολιγαρχία παρατείνουν τη σκλαβιά.
    Στη μακρά κατηγορία του ο «Άγνωστος Έλληνας» καταδικάζει το πατριαρχείο και την ανθελληνική του στάση. Αρχιεπισκόπους, επισκόπους, κληρικούς και μοναχούς που στο βωμό της αμάθειας και της αγάπης τους για το χρήμα, ανενδοίαστα συνεργάζονται με τον κατακτητή. Είναι αγύρτες και προδότες που κηρύσσουν, χωρίς ντροπή, την εθελοδουλία και την υπομονή, ζητώντας αγόγγυστα να υποφέρουμε την τυραννία με ελαφρά την καρδιά, γιατί έτσι πρέπει να πληρώνουμε τα αμαρτήματά μας. Ούτε μια φορά δεν κήρυξαν από τον άμβωνα «Μάχου υπέρ πίστεως και πατρίδος».
    Μέσα από τη θρησκεία και τους νόμους, κάνουν όσα η κακία τους διδάσκει και γι’ αυτό δε διαφέρουν σε τίποτα από τους Οθωμανούς. Αδικούν, κλέβουν, σκοτώνουν, ρημάζουν τον τόπο, συκοφαντούν.
    Το ιερατείο συσκότισε τη σκέψη, υπέταξε με τη θεολογία την παιδεία, τις επιστήμες με τους μύθους. Κατέστησε τους Έλληνες δούλους, αμαθείς και δεισιδαίμονες, γεμάτους φόβο απέναντι στους τυράννους.
    Πάνω από 100.000 αργόσχολοι ρασοφόροι ζουν και τρέφονται από τον ιδρώτα των πτωχών και ταλαίπωρων Ελλήνων. Πώς να ξυπνήσουν οι Έλληνες από την ομίχλη της τυραννίας όταν ιεροκήρυκες αρχίζουν τα κηρύγματά τους από την ελεημοσύνη και καταλήγουν στη νηστεία…
    Όλα τα δεινά αυτά αμαυρώνουν το αίσθημα της ελευθερίας και της ισότητας ανάμεσα στους ανθρώπους. Η τελευταία χωρίζει τους ανθρώπους σε πλούσιους και φτωχούς. Πρέπει να ανατριχιάζει κανείς από το ελεεινό αυτό θέαμα της ανισότητας, βρίσκοντας από έναν άνθρωπο σε άλλον, περισσότερες διαφορές απ’ όσες μπορεί να βρει κάποιος ανάμεσα σ’ έναν άνθρωπο και σ’ ένα ζώο.
    Μέσα από τις σελίδες της «Νομαρχίας» ο «Άγνωστος Έλληνας» ενθουσιάζει τις ελληνικές καρδιές με το θείο έρωτα της ελευθερίας. Μόνο ένας έρωτας δικαιολογείται για την Ελλάδα. Εκείνος προς την πατρίδα. Γιατί, όπου Πατρίς εκεί και η Ευτυχία.
    «Εμπρός να δοξάσουμε το όνομα της Ελλάδος και σκιρτίζοντας να αλλάξωμεν: Ζήτω η Ελευθερία των Ελλήνων εις αιώνες αιώνων. Γένοιτο. Γένοιτο».
    Αν πλάτειασα το θέμα της Ελληνικής Νομαρχίας είναι επειδή θεώρησα ότι είναι τόσο επίκαιρο και σήμερα ακόμα, ώστε οι εθνικές, πολιτικές και κοινωνικές του προεκτάσεις καταστούν πολύτιμος οδηγός στον καθένα μας σήμερα.
    Το σύνθημα «Ελευθερία ή Θάνατος» πάγωσε το αίμα στις φλέβες των τυράννων, Χριστιανών και Μουσουλμάνων. Η Ελληνική Νομαρχία γέμισε τους Έλληνες με αυτοπεποίθηση και γενναιότητα. Δημιούργησε αίσθημα εθνικής ενότητας.
    Δεν έπρεπε η απελευθερωτική προσπάθεια των Ελλήνων να εμπλέξει καμιά ξένη δύναμη, βάζοντας την Ελλάδα στη σκακιέρα των διεθνών ανταγωνισμών. Τούτη ήταν η μεγάλη συμβολή του «Ανώνυμου Έλληνα» πείθοντας για τη νίκη της Επανάστασης. Η Ελλάδα δεν έπρεπε να γίνει ούτε προγεφύρωμα των Γάλλων, βλέποντας ανατολικά, ούτε ανάχωμα των Ρώσων, βλέποντας δυτικά.

    Οι εξεγερμένοι πολεμούν, ο πατριάρχης αφορίζει

    Η επανάσταση, έλεγε ο Ανώνυμος Έλληνας, για να ευδοκιμήσει πρέπει να συνειδητοποιηθεί και να γίνει υπόθεση όλων. Η εθνική ενότητα, με άκρα μυστικότητα, έγινε πράξη από τη Φιλική Εταιρία που έβαλε τις βάσεις της στην Οδησσό το 1816.
    Οι ρίζες της όμως ρίχτηκαν στο Παρίσι από το 1809, μεταξύ άλλων από το Θεσσαλονικιό Γρηγόριο Ζαλίκη και το Γιαννιώτη Αθανάσιο Τσακάλωφ, έχοντας σαν σκοπό αρχικά την ανάπτυξη της Ελληνικής παιδείας και αργότερα την προετοιμασία και την οργάνωση για το απελευθερωτικό κίνημα στο οποίο θα βοηθούσε και ο Ναπολέων Βοναπάρτης. Όταν οι ελπίδες από τους Γάλλους χάθηκαν, ο Τσακάλωφ αναζήτησε στήριγμα στην Οδησσό, γνωρίζοντας εκεί το Σκουφά (1814).
    Σαν συνέχεια, λοιπόν, του «Ελληνόγλωσσου Ξενοδοχείου» ο Αθανάσιος Τσακάλωφ, μαζί με τον επαναστάτη Νικόλαο Σκουφά και τον αρχι-τέκτονα των μυστικών οργανώσεων Εμμανουήλ Ξάνθο, σχεδίασαν και οργάνωσαν, τα επόμενα εξίμισι χρόνια, κάθε φιλόπατρι Έλληνα ομογενή του εξωτερικού καταρχάς και φλογερό επαναστάτη αργότερα στο εσωτερικό της χώρας, τον ξεσηκωμό για την ανάσταση του Γένους.
    Όταν στις 12 Απριλίου του 1820, με υπόδειξη του Ιωάννη Καποδίστρια, ορίστηκε αρχηγός της ο Αλέξανδρος Υψηλάντης όλα ήταν έτοιμα, περιμένοντας, από τη μια άκρη της Ελλάδας μέχρι την άλλη, το εγερτήριο σάλπισμα.
    Αυτό έγινε στις 24 Φεβρουαρίου του 1821. Ήταν η μέρα που ο Αλέξανδρος Υψηλάντης έδωσε το σύνθημα της επανάστασης από το Ιάσιο της Μολδαβίας. «ΜΑΧΟΥ ΥΠΕΡ ΠΙΣΤΕΩΣ ΚΑΙ ΠΑΤΡΙΔΟΣ». «Η ώρα ήλθεν ώ Άνδρες Έλληνες…» άρχιζε η προκήρυξη που κυκλοφόρησε φθάνοντας αρχικά μέχρι τις παραδουνάβιες περιοχές και κατέληγε «Εις τα όπλα λοιπόν φίλοι, η Πατρίς μας προσκαλεί».
    Στην Ελλάδα η επανάσταση αποφασίστηκε, αν και όχι ομόφωνα, στη Μυστική συνέλευση της Βοστίτσας, (σλαβικό όνομα του Άργους που έφερε από τον 8ο αιώνα) που έγινε από τις 26 μέχρι τις 29 Ιανουαρίου με τις πειστικές παραινέσεις του Παπαφλέσσα που είχε και την συστατική επιστολή του Υψηλάντη, σαν ο «άλλος εγώ», κατόρθωσε να πείσει κάποιους πως η επανάσταση θα πετύχαινε, ούτως ή άλλως. Η μέρα δεν ορίστηκε, παρέμενε ακόμα μυστική.
    Τελικά το εγερτήριο σάλπισμα στην Ελλάδα δόθηκε την 21η Μαρτίου και από την Πελοπόννησο πέρασε στη «Στερεά» και την υπόλοιπη Ελλάδα.
    Ο θρύλος της Αγίας Λαύρας ήταν επινόηση του Γάλλου ιστορικού Πουκεβίλ που έγραψε την ιστορία της Ελληνικής επανάστασης το 1824. (Βλ. «Ιστορία του Ελληνικού Έθνους» Εκδοτική Αθηνών τόμος ΙΒ΄ σελ. 83).
    Στις 23 Μαρτίου απελευθερώθηκε η Καλαμάτα όπου συστήθηκε μια επαναστατική επιτροπή με την ονομασία «Μεσσηνιακή Γερουσία» που ανέλαβε το συντονισμό της Επανάστασης. Ο Μαυρομιχάλης που πήρε, τιμητικά, το βαθμό του αρχιστράτηγου του Σπαρτιατικού και Μεσσηνιακού στρατού, έστελνε «Προειδοποίηση» προς τις Ευρωπαϊκές Αυλές διακηρύσσοντας τους σκοπούς της επανάστασης. Και όσο διαδραματίζονταν αυτά τα συγκλονιστικά γεγονότα στην Ελλάδα, το πατριαρχείο στην Κωνσταντινούπολη αφόριζε την επανάσταση!
    Από την 1η Μαρτίου που τα γεγονότα της Μολδαβίας είχαν φτάσει στην Πόλη, τρόμο και αναστάτωση σκόρπισαν στην Πύλη και το Πατριαρχείο. Ο Σουλτάνος προετοιμάστηκε στρατιωτικά, δείχνοντας τα δόντια σε κάθε ύποπτο της Πόλης. Ο πατριάρχης Γρηγόριος ο Ε΄ αποφάσισε σύγκλιση Ιεράς Συνόδου προκειμένου να πείσει το Σουλτάνο ότι το πατριαρχείο παρέμεινε πιστό στην ταπεινότερη υποταγή («πιστόν ραγιαλίκιον»).
    Ο Γρηγόριος «ελέω θεού αρχιεπίσκοπος Κωνσταντινουπόλεως, νέας Ρώμης και Οικουμενικός πατριάρχης» μεταξύ άλλων συναδέλφων αγίων αρχιερέων καταδίκασαν τις ενέργειες του Αλέξανδρου Υψηλάντη και του Μιχαήλ Σούτσου, ηγεμόνα της Μολδοβλαχίας. Για τον τελευταίο αποφάνθηκαν ότι «…φύσει κακόβουλος ων εφάνη τέρας έμψυχον αχαριστίας και συνεφώνησε μετά του Αλεξάνδρου Υψηλάντου, υιού του δραπέτου και φυγάδος εκείνου Υψηλάντου, όστις παραλαβών μερικούς ομοίους του βοηθούς ετόλμησε να έλθη αίφνης εις την Μολδαβυίαν, και αμφότεροι απονενοημένοι επίσης, αλαζόνες και δοξομανείς ή μάλλον ειπείν, ματαιόφρονες, εκήρυξαν του γένους ελευθερίαν και με τη φωνήν αυτήν εφείλκυσαν πολλούς των εκεί κακοήθεις και ανοήτους διασπείραντες και αποστόλους εις διάφορα μέρη δια να εξαπατήσωσι και να εφελκύσωσιν εις τον ίδιον της απωλείας κρημνόν και άλλους πολλούς των ομογενών μας».
    Στιγματίζοντας την επανάσταση, την αναφέρουν σαν «έργον μιαρόν, θεοστυγές και ασύνετον, θέλοντες να διαταράξωσι την άνεσιν και ησυχίαν των ομογενών μας πιστών ραγιάδων της κραταιάς βασιλείας, την οποίαν απολαμβάνουσιν υπό την αμφιλαφή αυτής σκιάν με τόσα ελευθερίας προνόμια, όσα δεν απολαμβάνει άλλο έθνος υποτελές και υποκείμενον, ζώντες ανενόχλητοι με τας γυναίκας και τα τέκνα των, με τας περιουσίας και καταστάσεις, και με την ύπαρξιν της τιμής των, και κατ’ εξοχήν με τα προνόμια της θρησκείας, ήτις διεφυλάχθη και διατηρείται ασκανδάλιστος μέχρι της σήμερον επί ψυχική ημών σωτηρία.
    Αντί λοιπόν φιλελευθέρων εφάνησαν μισελεύθεροι, και αντί φιλογενών και φιλοθρήσκων εφάνησαν μισογενείς, μισόθρησκοι και αντίθεοι, διοργανίζοντες, φευ, οι ασυνείδητοι με τα απονενοημένα κινήματά των την αγανάκτησιν της ευμενούς κραταιάς βασιλείας εναντίον των ομογενών μας υπηκόων της, και σπεύδοντες να επιφέρωσι κοινόν και γενικόν τον όλεθρον εναντίον παντός του γένους».
    Αυτοί οι αχρείοι και κακόβουλοι, επινόησαν, γράφει ο αφορισμός «και εταιρίαν τοιαύτην συστησάμενοι προς αλλήλους συνεδέθησαν και με το δεσμόν του όρκου, γινωσκέτωσαν, ότι ο όρκος αυτός είναι όρκος απάτης, είναι αδιάκριτος, και όμοιος με τον όρκον του Ηρώδου, όστις, διά να μη φανή παραβάτης του όρκου του, απεκεφάλισεν τον Ιωάννην τον βαπτιστήν».
    Η πιστή τήρηση του όρκου χαρακτηρίστηκε «ολεθρία και θεομίσητος… διά τούτο τη χάριτι του παναγίου Πνεύματος έχει η εκκλησία αυτόν διαλελυμένον, και αποδέχεται και συγχωρεί εκ καρδίας τους μετανοούντας και επιστρέφοντας, και την προτέραν απάτην ομολογούντας, και το πιστόν ρεαγιαλίκι αυτών εναγκαλιζομένους ειλικρινώς. Ταύτα αμέσως να κοινολογήσετε εις όλους του γνωστούς σας, και να κατασταθήτε όλοι προσεκτικώτεροι, ανατρέποντες και διαλύοντες ως αραχνιώδη υφάσματα, όσα η απάτη και η κακοβουλία των πρωταιτίων εκείνων καθ’ οιονδήτινα τρόπον συνέπλεξε».

    Λίγο πιο κάτω, οι αδιάντροποι, έγραφαν «Εκείνους δε τους ασεβείς πρωταιτίους και απονενοημένους φυγάδας και αποστάτας ολεθρίους να τους μισήτε και να τους αποστρέφεσθε και διανοία και λόγω, καθότι και η εκκλησία και το γένος τους έχει μεμισημένους, και επισωρέυει κατ’ αυτών τας παλαμναιοτάτας και φρικωδεστάτας αράς ως μέλη σεσηπότα, τους έχει αποκεκομμένους της καθαράς και υγιαινούσης χριστιανικής ολομελείας ως παραβάται δε των θείων νόμων και κανονικών διατάξεων, ως καταφρονηταί του ιερού χρήματος της προς τους ευεργέτας ευγνωμοσύνης και ευχαριστίας, ως εναντίοι ηθικών και πολιτικών όρων, ως την απώλειαν των αθώων και ανευθύνων ομογενών μας ασυνειδήτως τεκταινόμενοι, αφωρισμένοι υπάρχειεν και κατηραμένοι και ασυγχώρητοι, και μετά θάνατον άλυτοι, και τω αιωνίω υπόδικοι αναθέματι».
    Αυτά, ο Πατριάρχης Γρηγόριος ο Ε΄ αποφάνθηκε και ο Ιεροσολύμων Πολύκαρπος συναποφάνθηκε μαζί με άλλους 21 μητροπολίτες!
    (Αυτοί ήταν: ο Καισαρίας Ιωαννίκιος, ο Νικομηδείας Αθανάσιος, ο Δέρκων Γρηγόριος, ο Αδριανουπόλεως Δωρόθεος, ο Βιζύης Ιερεμίας, ο Σίφνου Καλλίνικος, ο Ηρακλείας Μελέτιος, ο Νικαίας Μακάριος, ο Θεσσαλονίκης Ιωσήφ, ο Βερροίας Ζαχαρίας, ο Δυδιμοτοίχου Καλλίνικος, ο Βάρνης Φιλόθεος, ο Ρέοντος Διονύσιος, ο Κυζίκου Κωνστάντιος, ο Χαλκηδόνας Γρηγόριος, ο Τυρνάβου Ιωαννίκιος, ο Πισειδίας Αθανάσιος, ο Δρύστας Άνθιμος, ο Σωζοπόλεως Παίσιος, ο Φαναρίου και Φαρσάλων Δαμασκηνός, ο Ναυπάκτου και Άρτης Άνθιμος).
    Το συνοδικό αφορισμό υπέγραψαν πάνω στην Αγία Τράπεζα αφού πρώτα ιερούργησαν και μετά στάλθηκε με ειδικούς εξάρχους προς την Πεελοπόννησο, Στερεά Ελλάδα και Αιγαίο, περιοχές που ήταν πιθανές να ξεσπάσει επανάσταση, νουθετώντας προς κάθε εκκλησιαστικό και πολιτικό άρχοντα.
    Την επόμενη μέρα (24/3), ο Σουλτάνος, ξεχωρίζοντας «την ήρα από το στάρι» έκανε περισσότερες εκκαθαρίσεις στην Πόλη, αν και οι Φαναριώτες έμειναν κλειδαμπαρωμένοι στα σπίτια τους.
    Το Πατριαρχείο, όπως και με τον αφορισμό των κλεφτών ή την υποστήριξη του ρωσοτουρκικού πολέμου ενάντια στην επανάσταση των Ιονίων νήσων, έκανε το καθήκον του συμπλέοντας με την «κοινή ημών ευεργέτιδα και τροφό κραταιάς και αητήτου βασιλείας» κολακεύοντας, όσο δεν έπαιρνε άλλο, την Πύλη.
    Η άποψη πως ο πατριάρχης ενήργησε έτσι για να σώσει τον ελληνισμό της Πόλης, είναι γελοίος και στερείται κάθε σοβαρότητας. Δεν ευσταθεί ούτε με τη λογική. Σε τέτοια «πατριωτικά αμαρτήματα» ουδέποτε έπεσε το πατριαρχείο της Πόλης, δίνοντας ψεύτικους όρκους πάνω στην Αγία Τράπεζα και ενώπιον του θεού. Αν οι αποφάσεις τους ήταν ειλικρινείς δε θα ψεύδονταν τόσοι ιερείς απέναντι στο θεό, αλλά με πατριωτική διάθεση θα επαναστατούσαν και οι ίδιοι μαζί με το λαό της Πόλης. Καμιά επαναστατική πράξη όμως δεν έγινε παρά μόνο η ταπεινωτική υποταγή στο Σουλτάνο που προκαλεί φρίκη στις μελλούμενες γενιές!
    Ουαί, ουαί… προδότες! Αν ο θεός τους συμβούλευσε έτσι να κάνουν, φαίνεται δεν είχαν καλό σύμβουλο, γιατί μόλις τα νέα από την Πελοπόννησο έφτασαν στην Πόλη, το βράδυ της 31ης Μαρτίου, η σφαγή που τόσο φοβόντουσαν οι «άγιοι πατέρες» έγινε ακόμα σκληρότερη! Ο Σουλτάνος θεώρησε ότι ο πατριάρχης τον εμπαίζει.

    «Άγιοι πατέρες» στα πρόθυρα νευρικής κρίσης

    Ο ποιμήν της ορθοδοξίας ανήμπορος να επιβληθεί στο ποίμνιό του ήταν αχρείαστος για την Πόλη και αχάριστος που δεν εκτίμησε τα προνόμια και τις ελευθερίες που του έδωσε ο Σουλτάνος. Απέκλεισε την έξοδο των ελληνικών οικογενειών από την Πόλη μέχρι να απογραφούν οι οικογένειες των Πελοποννησίων, Αιγαιοπελαγιτών και Στερεοελλαδιτών που θεωρήθηκαν ύποπτοι.
    Στις 10 Απριλίου ήρθε και η σειρά του Γρηγόριου. Απαγχονίστηκε σαν προδότης και τη θέση του πήρε ένας πρώην πρωτοσύγκελος του πατριαρχείου, ο Πισιδίας Ευγένιος, που στον πλειστηριασμό του σουλτάνου πλειοδότησε εξαγοράζοντας το θρόνο.
    Το Μάιο, ο Σουλτάνος, επιβίβασε σε πλοία πάνω από 500 Πελοποννήσιους που έμεναν στην Πόλη και τους έπνιξε ανοιχτά της θάλασσας. Το ίδιο έκανε τον επόμενο μήνα με τους Αιγαιοπελαγίτες και Στερεοελλαδίτες μόλις μάθαινε τη συμμετοχή τους στην επανάσταση. Στις 4 Ιουνίου απαγχόνισε το Δέρκωνα Γρηγόριο, τον Ανδριανουπόλεως Δωρόθεο Πρώιο, το Θεσσαλονίκης Ιωσήφ και τον Τυρνάβου Ιωαννίκιο. Η αφοριστική τους συναπόφαση, τελικά, δεν τους έσωσε. Ο σουλτάνος δεν ήταν ηλίθιος. Κάτω από το άγχος των περιστάσεων, το πιο σωστό ήταν να δώσει ένα μάθημα προς παραδειγματισμό! Από την άλλη, η Εκκλησία εκμεταλλεύεται την αντίδραση του Σουλτάνου για να μας πείσει ότι όλοι αυτοί που εκτελέστηκαν, έπεσαν ηρωικά μαχόμενοι για την πατρίδα! Ποια πατρίδα, ποιοι ήρωες… Το μόνο διαφορετικό που έκαναν εκείνες τις μέρες οι Άγιοι «πατέρες» ήταν οι αφορισμοί. Και μην νομίσει ο αναγνώστης ότι μόνον τον Σούτσο και τον Υψηλάντη αφόρισαν. Συλλογικά αφόριζαν όσους σήκωναν κεφάλι στους Τούρκους, ονομάζοντάς τους Κακούργους και Φερμανλίδες (επικηρυγμένους) από το δοβλέτι (κράτος), όπως ήταν οι Σουλιώτες ή ατομικά όπως ήταν η Λασκαρίνα Μπουμπουλίνα της οποίας απαγορεύτηκε να εκκλησιάζεται, να αγιάζεται, να θυμιατίζεται ή να της δίνεται αντίδωρο! Ας αποφύγω να κάνω περιττά σχόλια!
    Η επανάσταση στην Ελλάδα όμως προχώρησε είτε το ήθελαν μερικοί είτε όχι. Σύσσωμος ο ελληνικός λαός, αδιαφορώντας και αψηφώντας τους συνοδικούς και ατομικούς αφορισμούς, έλαμψε με την ηρωική του παρουσία και η επανάσταση ξεσήκωσε και τον τελευταίο ραγιά. Τότε, ακόμα και οι πιο δύσπιστοι σκληροπυρηνικοί και αντιδραστικοί ιεράρχες θέλησαν να βάλουν, αν και με κρύα καρδιά, και τη δική τους σφραγίδα στην υπόθεση του ξεσκλαβώματος.
    Γνωστή τακτική, κάθε αντιδραστικής δύναμης, όταν αισθάνεται ότι χάνει και το τελευταίο λαϊκό έρεισμα. Θα μπορούσε για παράδειγμα η Εκκλησία να εγκαταλείψει τον κατακτητή, που στη συνείδηση όλων καταδικάστηκε, περνώντας με το λαό που καταξιώνει κάθε αγώνα γράφοντας με ηρωικά γράμματα την ιστορία του. Η Εκκλησία όμως ποτέ δεν θέλησε να ηρωποιηθεί, άλλα την ενδιέφεραν. Για τα προσχήματα, η Εκκλησία της Ελλάδας αποσχίστηκε από το πατριαρχείο σε Αυτοκέφαλη Εκκλησία το 1833. Αργότερα αποσχίστηκαν και άλλες.
    Τέτοιος ήταν ο ρόλος του πατριαρχείου ακόμα και εκείνες τις μέρες πριν και μετά την επανάσταση. Σκέψου τι έκαναν όταν όλα ήταν υπό τον έλεγχο των κοτζαμπάσηδων και των καταδοτών!
    Τέλος ας κλείσουμε την μικρή αυτή αναδρομή με μια φράση του Ανώνυμου Έλληνα, μιας και μου φαίνεται τόσο ζωντανός και επίκαιρος ακόμα και στις μέρες μας που προσπαθούμε να ξεκινήσουμε άλλον έναν αγώνα, αυτόν του Διαχωρισμού Κράτους και Εκκλησίας.
    «Ας εβγάλωμεν, αδερφοί μου, την βρώμαν, δια να αισθανθώμεν την μυρωδίαν των άνθεων. Τα μέσα την σήμερον είναι αρκετά. Η μηχανή, τέλος πάντων, είναι τελειωμένη. Άλλο δεν λείπει, παρά να την κινήση τινας, και έπειτα μόνη της θέλει δουλεύσει».

    Πηγές
    Απόστολος Λυμπερίδης «Χαλκεύοντας της Ιστορία» εκδόσεις Ενάλιος.
    «Τα Υβριστικά Κατά των Ελλήνων Επίσημα Κείμενα της Ορθοδοξίας» εκδόσεις Δαυλός.
    «Η Ελληνική Νομαρχία, η Επανάσταση του 1821 και ο ρόλος του πατριαρχείου (1ο και 2ο Μέρος) από το blog: Η ΑΘΕΪΑ ΕΙΝΑΙ ΑΡΕΤΗ.
    (http://epic-atheist.blogspot.com/2009/03/1821-1.html)

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.