Στον Ίστρο της Μαρδακίας

[Ως πότε ο αγοραίος ‘πατριωτισμός’ θα αλυσοδένει τη χώρα;]

Μακεδονομάχοι: Ο «σκατιάρης» και ο Φύρερ «ποιητής» του Εωσφόρου με την ιδιοκτήτρια του πορνο-New Dream Ηοtel.

του Αναγνώστη Λασκαράτου
‘Ίστρος είναι στα ελληνικά ο Δούναβης, ο ποταμός των βόρειων ορίων της Δακίας, της χώρας των Δακών, αυτών που οι Έλληνες ονόμαζαν Γέτες, ενός κλάδου των Θρακών. Έχει τόση σχέση με τη σλαβική Μακεδονία όση έχει ο γεωγραφικός οίστρος του Μάρδα με τη σοβαρότητα. Δεν είναι μόνος του ο πονηρός πολιτευτής. Η  ‘Μοισία’ μιας βουλευτίνας («Εύα Καϊλή: ‘Τίνος εγγονή εισ’ εσύ παιδάκι μου’»;), η ‘Κεντρική Βαλκανική’ κλπ είναι άλλες δυο προφανέστατα κακόβουλες, χωρίς ελπίδα προτάσεις αυτόκλητων  Νονών, μιας χώρας που δεν έχει καλέσει κανέναν να της βρει όνομα και που βεβαίως δεν πρόκειται να κάνει εξουθενωτικά ταπεινωτικό χαρακίρι και να αλλάξει την εθνική της ταυτότητα, πραγματική ή φαντασιακή, μετά από περίοδο χρησικτησίας που ξεπερνάει έναν αιώνα, για να μην πάμε στη Μακεδονία του Βυζαντίου ή και πιο πίσω. Και να το ήθελε η κυβέρνηση των Σκοπίων, δεν θα την άφηναν οι δικοί της ΑΝΕΛ, Χρυσαυγίτες και κάθε λογής «πατριώτες», με πρώτη και χειρότερη την Ορθόδοξη Εκκλησία της, ίδια και απαράλλαχτη με τη δικιά μας, αφού έχουν κι οι δυο τους τον ιό του φυλετισμού που έχει μολύνει το δόγμα τους («Ορθοδοξία και Ναζισμός»).

Δεν θα μπω σε συζητήσεις για τα όρια της αρχαίας Μακεδονίας, για την γεωγραφική μετάλλαξή της τη βυζαντινή εποχή, για τη μακεδονική εθνολογική σαλάτα των νεώτερων χρόνων, που έδωσε σημειολογικά το όνομά της  στο γνωστό έδεσμα, για τις φρικαλεότητες που οι Έλληνες και Βούλγαροι Ορθόδοξοι αδελφοί και Μακεδονομάχοι διέπραξαν ο ένας κατά του άλλου και κατά τρίτων («Τα Μυστικά του Βούρκου-α»), στο χώρο της, για την αυτονόητη ντροπή να διεκδικούν «Χριστιανοί»  την κληρονομιά του Αρχισταυρωτή Μεγαλέξανδρου («Σφαγέας ο Μέγας Αλέξανδρος, κατά τον κ. Νίμιτς»), για τις πολιτικές αλητείες των εκατέρωθεν εθνικιστών, που φανατίζουν την αμάθεια, τον κακό εαυτό και τα συμπλέγματα των λαών τους, για χίλια δυο παρεπόμενα ζητήματα, γελοία ή θλιβερά ή αυτοκαταστροφικά και για τους δυο λαούς και για την Ειρήνη και για την Οικονομία και για τα Βαλκάνια και για την Ευρώπη και για τον Κόσμο, που συνθλίβεται με αφόρητο ανθρώπινο πόνο στη μέγγενη των εθνικισμών και των θρησκευτικών φανατισμών.

1956: Περ. ‘Τεν-Τεν’ «The Calculus affair». Στα 1992, θεωρήθηκε ανθελληνική συνωμοσία

Καλώς ή κακώς Μακεδόνες ονομάζονται ή αυτοπροσδιορίζονται πολλοί άνθρωποι. Ο (κατά το φίλο του τον Φύρερ) «σκατιάρης» δεσπότης Άνθιμος των Κούκουρων (ελληνικά Σαλμώνη) της Ηλείας, ο εντιμότατος Ψωμιάδης («Καταδικάστηκε ο Παναγιώτης Ψωμιάδης») με την αρχαιοελληνική κατατομή,  οι Ορθόδοξοι Καραμανλήδες και Μπαφραλήδες που προσέφυγαν στην ελληνική Μακεδονία, οι ακραιφνείς Έλληνες ακροδεξιοί Αντών Τσαούς, Κίτσα Μπατζάκ, Μιχάλ Αγά, οι μουσουλμάνοι Έλληνες Βαλαάδες που ξεσπιτώθηκαν τόσο άδικα, οι Σλαβόφωνοι της ελληνικής Μακεδονίας, που κυνηγήθηκαν οι περισσότεροι, ο ευλαβής Παπαθεμελής από τη Βυσσώκα («Στη βαλκάνια πατρίδα του κ. Παπαθεμελή»). Ο ίδιος ο αγράμματος και επαγγελματίας πόρνος ανδρών και γυναικών, σταβλίτης  και ιδρυτής της βυζαντινής βασιλικής δυναστείας των «Μακεδόνων» Βασίλειος ο Α’ (811-886), πατέρας (αμφισβητούμενος γιατί η ευσεβής σύζυγός του είχε εραστή) και ευνουχιστής του αγίου 19χρονου πατριάρχη Στέφανου και αφεντικό των αλληλομισούμενων αγίων πατριαρχών Φωτίου και Ιγνατίου, καταγόμενος από τη Θράκη, που τότε ανήκε στο θέμα (επαρχία) της Μακεδονίας, αποκλήθηκε Μακεδόνας αν και οι απόγονοί του ισχυρίζονταν πως ήταν Αρμένης (για τον ενάρετο και ελληνοπρεπή βίο του, βλ. «Η μεγαλομανία του λόγιου Αγίου Μ.Φωτίου»). Δεν θα μπω στη λογική να συζητήσω σε ποιόν ανήκει το όνομα. Σε όλους τους και σε κανέναν τους. Προσωπικά δεν κρίνω τους ανθρώπους από την πραγματική ή φαντασιακή καταγωγή τους. Πάντως οι Σλάβοι Μακεδόνες, είναι προφανέστατα Μακεδόνες μόνο γεωγραφικά, κι αυτό μόνο με πολύ καλή θέληση, το έχει ομολογήσει και ο Κίρο Γκλιγόροφ, χωρίς βέβαια να σημαίνει πως οι σημερινοί Έλληνες Μακεδόνες, που η σκούφια τους κρατάει ολούθε, είναι φυλετικοί απόγονοι των αρχαίων. Σίγουρα δικαιούνται πιο πολύ τον τίτλο από τους άλλους, για μερικούς προφανείς λόγους, αυτό όμως δεν τους δίνει το δικαίωμα να απαγορεύουν τη χρήση, μετά από αδιαφορία, σιωπή ή και επίσημη αναγνώριση μιας μεγάλης χρονικής περιόδου, όπου η ΠΓΔΜ ονομαζόταν Μακεδονία, ως ομόσπονδο κρατίδιο. Μακεδονία ονομαζόταν στην Ομοσπονδία του Τίτο το κρατίδιο, η Ελλάδα το είχε αποδεχτεί, δεν μπορεί τώρα να ζητάει να αλλάξει όνομα, επειδή προβιβάστηκε σε αυτόνομη κρατική οντότητα. Δικαιούται απολύτως όμως να ζητάει έναν γεωγραφικό επιθετικό προσδιορισμό (Βόρεια Μ., Μ. του Βαρδάρη, Μ. των Σκοπίων, κλπ, αφού η ισχυρή αλβανική μειονότητα της ΠΓΔΜ βάζει βέτο στον εθνολογικό ‘σλαβική’), για να ξεχωρίζουν τα πράγματα, με την αυτονόητη μετά δικιά της υποχρέωση να βάλει ένα ανάλογο επίθετο (Νότια, ελληνική κλπ) στο δικό της κομμάτι. Πολυτέλεια για πείσματα, καυγάδες, υποκρισίες δεν έχουμε και όσοι κατεργάρηδες επενδύουν πολιτικά στην εθνικοφροσύνη, ας ζητήσουν για να δείξουν τον πατριωτισμό τους από τη Σικελία και τη Ν. Ιταλία να ονομαστούν Μεγάλη Ελλάδα, θα είναι λιγότερο καταστροφικό και επικίνδυνο.

Χάρτης της διοικητικής διαίρεσης του Βυζαντίου το έτος 900 (Βικιπαίδεια «Θέμα Μακεδονίας»)

Ο πανάσχετος καθηγητής Μάρδας, εκ των αυτομολησάντων την συμφέρουσα εποχή στον ΣΥΡΙΖΑ («ΠΑΣΟΚ: Περιπλανώμενος πολιτικός τυχοδιώκτης ο Μάρδας». «…να του λείπουν μερικές εκατοντάδες εκατομμύρια ευρώ το πρωί στο σπίτι του, αλλά να τα βρίσκει δυο ώρες αργότερα μόλις φτάνει στο γραφείο του.. από τη πρώτη στιγμή που ένα ΜΜΕ τον φωτογράφισε σε σχέση με εξαγωγή χρημάτων, όφειλε να δώσει την όποια απάντηση του..»), δεν έχει ιδέα για τη Δακία που τη μπερδεύει με την περιοχή των Σκοπίων. Πολιτικοί σαν κι αυτόν και συμμαχίες αφύσικες και ανίερες, σαν κι αυτή των Τσίπρα-Καμμένου, δεν μπορούν να δώσουν με τους εξυπνακισμούς, τις αυταπάτες, τους τακτικισμούς, τη διπροσωπία και την υποκρισία τους, μόνοι τους λύση σε ένα πρόβλημα που τροφοδοτήθηκε τεχνητά με μυστικά κονδύλια («Ο Αντ. Σαμαράς και τα μυστικά κονδύλια του ΥΠΕΞ»-Η Αυγή), τα οποία αυτοί που ορκίζονταν πως θα καταργούσαν το ανεξέλεγκτό τους, το χρησιμοποιούν και σήμερα («ΕΚΑΤΟΜΜΥΡΙΑ ΕΥΡΩ ΓΙΑ «ΜΥΣΤΙΚΑ ΚΟΝΔΥΛΙΑ» ΚΑΙ ΤΟ ΕΤΟΣ 2017»), χωρίς να ντρέπονται και χωρίς να καλούνται σε λογοδοσία για την ανακολουθία τους.  Αυτά τα καμώματα κρατάνε τη χώρα όμηρο πατριδοκάπηλων συμφεροντολόγων χάρις στην παχυλή άγνοια του αδιάφορου για την ιστορική αλήθεια «σοφού λαού» και την εύκολα υποδαυλιζόμενη τάση του να μισεί «εξωτερικούς εχθρούς», που βεβαίως έχει κι αυτός τις δικές του ευθύνες, δεν είναι ανήλικος όπως ισχυρίζεται το ΚΚΕ. Οι Σλάβοι Μακεδόνες έχουν μια εδραιωμένη πεποίθηση σε βάθος χρόνου. Την κατέγραψε ο δικός μας Στρατής Μυριβήλης: «…Δε θέλουν να είναι μήτε ‘Μπουλγκάρ’, μήτε ‘Σρρπ’ (Σέρβοι), μήτε ‘Γκρρτς’ (Γραικοί). Μονάχα ‘Μακεντόν ορτοντόξ’..» (φωτ.4). Ο συγγραφέας, για να γίνει αρεστός στο καθεστώς, αφαίρεσε αυτήν την αδιαμφισβήτητη προσωπική του μαρτυρία, από την τρίτη έκδοση (του 1955) της «Ζωὴς ἐν τάφῳ» του. Όποιος όμως πιστεύει πως με τέτοια κόλπα και εθελοτυφλίες, θα υποχρεώσει μια χώρα που την αναγνωρίζουν ως Μακεδονία περισσότερες από 130 άλλες, ανάμεσά τους οι ΗΠΑ, Ρωσία, Κίνα, Μ.Βρετανία, Σερβία, Bουλγαρία, Ελβετία, Τουρκία, ενώ τώρα ο Βούλγαρος πατριάρχης και η βουλγαρική Σύνοδος ομόφωνα αναγνώρισαν (27.11.2017) την Εκκλησία τους ως Μακεδονική, η έχει αυταπάτες σαν τον Τσίπρα ή απλά μας κοροϊδεύει. Όποιος νομίζει πως είναι τίμιο, εφικτό και επωφελές για τη χώρα του να ταπεινώσει έναν μικρό γειτονικό λαό, που αυτοπροσδιορίζεται έτσι και το πιστεύει αυτό, το ίδιο βαθιά που η κυρά Χάιδω από την Κολοκυνθού πιστεύει πως αυτή είναι κληρονόμος του Θουκυδίδη και όχι η ντε Ρομιγί, έχει σοβαρό πρόβλημα επαφής με την Ηθική με τη Λογική και με την πραγματικότητα. Η Μακεδονία των Σκοπίων, αν δεν είχε ιδρυθεί, θα έπρεπε να είχε εφευρεθεί ως αυτόνομο Κράτος από την Ελλάδα, στο ρόλο ασπίδας στον αχαλίνωτο και επικίνδυνο σερβικό εθνικισμό, που αναζητούσε πάντα διέξοδο στο Αιγαίο και που τόσο φρικτά εγκλημάτισε στη Σρεμπρένιτσα και αλλού, με ελληνική ανοχή, διακομματική κατανόηση και επιτόπια συνδρομή Xρυσαυγιτών.

«…μοναχά Μακεντόν Ορτοντόξ»

Όποιος αναζητά περισσότερα στοιχεία για τις πολλές πτυχές αυτού του πολύπλοκου ζητήματος, μπορεί να διαβάσει: «Η υπαρκτή-ανύπαρκτη μειονότητα» (‘Ιός’-‘Ελευθεροτυπία’ 28 Σεπ 2008)… «Μετά την κατάργηση του ρατσιστικού άρθρου 19, η αφαίρεση ιθαγενειών σλαβόφωνων μεταναστών συνεχίζεται μέχρι σήμερα με χρήση του άρθρου 20.1.γ του Κώδικα Ιθαγένειας, …Πρόκειται για διάταξη καταφανώς αντισυνταγματική, αφού το ισχύον Σύνταγμα προβλέπει στέρηση της ελληνικής ιθαγένειας μονάχα ύστερα από ανάληψη συγκεκριμένης «υπηρεσίας σε ξένη χώρα αντίθετης προς τα εθνικά συμφέροντα» (άρθρ. 4§3), και όχι βάσει των αυθαίρετων εκτιμήσεων κάθε κυπατζή περί ελληνοφροσύνης..». «Σλαβόφωνοι της ελληνικής Μακεδονίας – Βικιπαίδεια».   «Αυγουστινος Καντιωτης» «Ο Άγιος μπουλντόζας» (Ο βλάσφημος ακροδεξιός Δεσπότης Φλώρινας Ανδρέας Καντιώτης από την Πάρο, γκρεμίζει ιστορικούς Ορθόδοξους ναούς της επαρχίας του επειδή ήταν σλαβικοί, με τη βοήθεια των χουντικών τανκς, τρομοκρατώντας του Σλάβους ντόπιους). «Εθνικοθρησκευτική περιοδεία Ζωής-Ραχήλ» (όπου η Κωνσταντοπούλου και η φίλη της, συναγελάζονται με ιερωμένο της Μητρόπολης Φλώρινας, που έχει συμμετάσχει στην χρυσαυγίτικη επίδειξη δύναμης στους σλαβόφωνους του Ξινού Χωριού. Βλ και «Παρακράτος της Χρυσής Αυγής στη Φλώρινα», ‘Ελευθεροτυπία’, 5/12/1998). «Βλέπουν «μακεδονική» μειονότητα στην Ελλάδα!»  (‘ΤΑ ΝΕΑ’, 6 Μαρ 2009). «…Η ανεξάρτητη εμπειρογνώμων του ΟΗΕ στα ζητήματα των μειονοτήτων Γκέι ΜακΝτούγκαλ,…η έκθεση αναφέρει ότι η κυβέρνηση δεν αναγνωρίζει ‘την ύπαρξη μιας μακεδονικής εθνοτικής μειονότητας η οποία ζει στην Κεντρική και Δυτική Μακεδονία’…Μάλιστα, τόσο στην περίπτωση των μουσουλμάνων της Θράκης όσο και των σλαβόφωνων, η Γκ. ΜακΝτούγκαλ αναφέρεται σε «αξιόπιστες αναφορές για εκφοβισμό» των μειονοτήτων, χωρίς, ωστόσο, να τις κατονομάζει….».

Εκφράζω εδώ την προσωπική μου άποψη. Αν τα κόμματα της αντιπολίτευσης (ΝΔ, Πασόκ-Ποτάμι, ΚΚΕ) δεν πάψουν να ψαρεύουν κι αυτά στα θολά νερά της πολιτικής δειλίας, του μικροκομματισμού, της δημιουργικής ασάφειας, του τυχοδιωκτισμού και της τυφλής αντιπαλότητας προς τον ΣΥΡΙΖΑ και δεν αναλάβουν τις ευθύνες που τους αναλογούν, δεν θα ρίξουν καμία κυβέρνηση, όπως κάποιοι στο εσωτερικό τους ελπίζουν. Αν για τη ΝΔ, που κλείνει, σχεδόν αναγκαστικά, το μάτι στα πολυάριθμα ακροδεξιά και λαϊκοδεξιά στρώματα παραδοσιακά δικών της ψηφοφόρων, η θέση της είναι πάρα πολύ δύσκολη, για το ΠΑΣΟΚ-Ποτάμι και για το ΚΚΕ, τα πράγματα είναι πολύ ευκολότερα. Αν όμως παίξουν εν ου παικτοίς, θα αφήσουν να χαθεί μια ακόμη ευκαιρία για την Ελλάδα, τώρα που η κυβέρνηση των Σκοπίων δεν είναι εθνικιστική και πληγές που μπορούσαν να κλείσουν, θα  μείνουν ανοιχτές, με όποιους κινδύνους αυτό συνεπάγεται. Η διαιώνιση του προβλήματος, ρίχνει νερό στο μύλο των δικών μας αλλά και των Σλάβων Εθνικιστών και εξασφαλίζει έναν εχθρό στα Βόρεια μας σύνορα. Έχουμε αυτήν την πολυτέλεια; Η πικρή εμπειρία των χαμένων ευκαιριών του Κυπριακού, δεν έχει γίνει μάθημα;

 

 

Advertisements
This entry was posted in τυχοδιωκτικός πατριωτισμός, Γράμμα από το Ληξούρι, Για την Αριστερά, Διακρίσεις (κάθε είδους), Επάναστἀτες του Κώλου, Των Αμνοεριφίων, ανορθολογισμός, κοινωνία/πολιτική. Bookmark the permalink.

46 Responses to Στον Ίστρο της Μαρδακίας

  1. Ο/Η Τάσος Δημόκας λέει:

    Νομίζω ότι είναι ένα εξαιρετικό άρθρο το οποίο θα πρεπει να μας προβληματίσει για πολλά πράγματα που αφορούν την περιοχή μας…και τέλος οι ανούσιες αντιπαλότητες ειναι γεγονός ότι ρίχνουν νερό στον νερόμυλο των εθνικιστών

    Στάλθηκε από το iPhone μου

    • Ο/Η Po λέει:

      Προς το παρόν, θα το διαβάσουν μόνο οι αναγνώστες μας, δυστυχώς.
      Όμως ελπίζουμε ότι το κείμενο αυτό, μένοντας στο διαδίκτυο θα το διαβάσουν πολλοί περισσότεροι σε βάθος χρόνου.

      Σας ευχαριστούμε!

  2. http://www.iospress.gr/ios2000/ios20000116c.htm

    ΑΥΓΟΥΣΤΙΝΟΣ ΚΑΝΤΙΩΤΗΣ

    Ο Άγιος μπουλντόζας

    Η σκηνή στην κεντρική πλατεία της πόλης του Αμυνταίου. Δυο τανκς έχουν παραταχθεί μπροστά στον ενοριακό ναό των Αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης, με τα κανόνια τους στραμμένα προς τα σπίτια. Τα μεγάλα ερπυστριοφόρα είναι δεμένα με συρματόσχοινα από τον τρούλο και το καμπαναριό του ναού. Οι οδηγοί βάζουν μπρος. Τα συρματόσχοινα τεντώνονται, οι ερπύστριες σπινάρουν στην άσφαλτο, αλλά το οικοδόμημα δεν πέφτει. Θα χρειαστούν πολλές προσπάθειες και θα σπάσουν πολλά συρματόσχοινα έως ότου σωριαστεί στο έδαφος. Μάρτυρες στη βάρβαρη πράξη μόνο οι εντελώς απαραίτητοι μηχανικοί, λίγοι στρατιωτικοί και ιερωμένοι. Οι κάτοικοι τρομοκρατημένοι είναι κλεισμένοι στα σπίτια τους.

    Ήταν 24 Ιουλίου του 1972, όταν ο Αυγουστίνος Καντιώτης κατέφυγε στα τανκς για να ισοπεδώσει την εκκλησία του Αμυνταίου. Οι αρχές της δικτατορίας έθεσαν στη διάθεσή του τα βαριά στρατιωτικά οχήματα, όταν διαπιστώθηκε ότι δεν ήταν δυνατόν να κατεδαφιστεί η παλιά και όμορφη εκκλησία με συμβατικές μεθόδους. Ειρωνεία της τύχης: Για να δικαιολογήσει ο Αυγουστίνος την απόφασή του να ρίξει το ναό είχε επικαλεστεί ως πρόσχημα τον κίνδυνο να καταρρεύσει το οικοδόμημα. Και για να γίνει πιστευτός επιστράτευσε τη μαρτυρία του …Παττακού, ο οποίος είχε επισκεφτεί την πόλη το 1971, και είχε αποφανθεί, κι αυτός, για τον κίνδυνο κατάρρευσης.

    Είχε προηγηθεί ο μητροπολιτικός ναός της Φλώρινας. Με ανάλογη πραξικοπηματική ενέργεια ο Καντιώτης κατεδάφισε το 1971 το ναό του Αγίου Παντελεήμονα. Ο ίδιος ο Παπαδόπουλος επικύρωσε με την παρουσία του τη θεμελίωση του νέου ναού. Την ίδια τύχη είχαν και όσοι ιστορικοί ναοί του νομού επελέγησαν ως κατεδαφιστέοι από τον Καντιώτη. Ο Άγιος Νικόλαος στο Πλατύ Πρεσπών, ο Άγιος Αθανάσιος στην Καλλιθέα, η Αγία Παρασκευή στην Οξιά…

    Κοινή επίσημη δικαιολογία για όλες αυτές τις καταστροφές ήταν ότι επρόκειτο για «ετοιμόρροπα» ή «μικρά» κτίρια. Αστεία πράγματα. Ούτε λόγος δεν έγινε για επιδιόρθωση. Αμέσως κατεδάφιση. Φυσικά είναι κοινό μυστικό για τους κατοίκους της περιοχής ότι οι κατεδαφίσεις έγιναν για να εξαφανιστούν από προσώπου γης όλες οι «μη ελληνικές» επιβιώσεις στην αρχιτεκτονική και την αγιογραφία. Δεν έφτανε στον Καντιώτη η «επιδιόρθωση» των αρχιτεκτονικών μελών και το ασβέστωμα των ιστορικών τοιχογραφιών, μόνο και μόνο για να σβηστούν οι κυριλλικές επιγραφές. Χρειαζόταν το επιδεικτικό γκρέμισμα, για να λειτουργήσει και ως συμβολική βία εις βάρος των κατοίκων.

    Το έγκλημα πλέον αναγνωρίζεται ανοιχτά. Στον πανηγυρικό τόμο για την εικοσαετία του «νέου» Αγίου Παντελεήμονα αναφέρεται ότι «ο παλαιός ναός κτίσθηκε το 1890 από σχισματικούς της Φλώρινας.» Και ο παλιός ιερέας του ναού Αθανάσιος Ρούκαλης εξηγεί: «Έφερα βαρέως το ότι ο μητροπολιτικός ναός είχε σχήμα σλαβικό, και εσωτερικά και εξωτερικά. Είχε τρεις τρούλους επάνω σε σλαβικό ρυθμό. Όλα τα παράθυρά του ήταν σε σλαβικό ρυθμό. Μέσα οι εικόνες του τέμπλου ήσαν γραμμένες με σλαβικά γράμματα και πάνω σ’ αυτά είχαν γραφεί ελληνικά. Σε περιπτώσεις που είχαν σβηστεί ή είχαν ξεθωριάσει τα ελληνικά γράμματα, φαίνονταν ακόμη τα σλαβικά. Αυτό δεν μπορούσα να το δεχτώ.» Το πρώτο που έκανε ήταν να απομακρύνει τις εικόνες. «Η επιτροπή της Γενικής Διοικήσεως Μακεδονίας παρέλαβε τις εικόνες και τις κατέθεσε σε κάποια υπηρεσία.» Ακολούθησε η αγία τράπεζα που διαρρυθμίστηκε «για να μη φαίνεται καθόλου ίχνος σλαβικής νοοτροπίας». Και τέλος έβαλε τεχνίτες και «διόρθωσαν» όλα τα παράθυρα. «Έτσι ο ναός απέκτησε χρώμα ελληνορθόδοξο. Έφυγε τελείως το σλαβικό.»

    Και αφού τον «διόρθωσαν» καλά καλά, τον κατεδάφισαν.

    (Ελευθεροτυπία, 16/1/2000)

    https://anapodoi.blogspot.gr/2015/11/blog-post_383.html

    Όσα η ιστορία θυμάται…

    Το 1971, με πρωτοβουλία του Καντιώτη κατεδαφίστηκε ο μητροπολιτικός ναός της Φλώρινας, ο Άγιος Παντελεήμονας, κτίσμα του 1890 και θεμελιώθηκε νέος, παρουσία του δικτάτορα Παπαδόπουλου.

    Το 1972 με τη χρήση ερπυστριοφόρων, που είχαν θέσει στη διάθεσή του οι κρατικές αρχές, ισοπεδώθηκε η εκκλησία των Αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης στο Αμύνταιο, καθώς και άλλες εκκλησίες του νομού Φλώρινας (Άγ. Νικόλαος στο Πλατύ Πρεσπών, Άγ. Αθανάσιος στην Καλλιθέα, η Αγία Παρασκευή στην Οξιά)…

  3. Ο/Η Mεγαλέκος λέει:


    Alexander and Hephaistion Balcony Scene –

    Alexander kisses beautiful Bagoas

    http://tvxs.gr/news/%CE%AF%CE%BD%CF%84%CE%B5%CF%81%CE%BD%CE%B5%CF%84-%CE%BC%CE%BC%CE%B5/%CE%BC%CE%B9%CE%B1-%CE%B4%CE%B9%CE%B1%CF%86%CE%BF%CF%81%CE%B5%CF%84%CE%B9%CE%BA%CE%AE-%CE%BC%CE%B1%CF%84%CE%B9%CE%AC-%CF%83%CF%84%CE%BF-quot%CE%BC%CE%B5%CE%B3%CE%B1%CE%BB%CF%8D%CF%84%CE%B5%CF%81%CE%BF-%CE%AD%CE%BB%CE%BB%CE%B7%CE%BD%CE%B1-%CF%8C%CE%BB%CF%89%CE%BD-%CF%84%CF%89%CE%BD-%CE%B5%CF%80%CE%BF%CF%87%CF%8E%CE%BDquot

    Μια διαφορετική ματιά στο «μεγαλύτερο Έλληνα όλων των εποχών»

    10:05 | 20 Μάιος. 2009 Τελευταία ανανέωση 03:25 | 27 Ιουλ. 2011

    Μια εναλλακτική ματιά πάνω στους «Μεγάλους» της ιστορίας, ανάμεσά τους και στο «Μέγα» Αλέξανδρο, προσφέρει ο Κυριάκος Σιμόπουλος στο βιβλίο του, «Ο μύθος των ‘μεγάλων’ της ιστορίας». Για «νοθεία της ιστορίας» κάνει λόγο ο συγγραφέας, επισημαίνοντας ότι πρόσωπα του δημόσιου βίου που πρωταγωνιστούν σε αποτρόπαια εγκλήματα θεωρούνται ιερά και αδιαμφισβήτητα, σε μια προσπάθεια συγκάλυψης των εγκλημάτων, ή έστω ωραιοποιημένα υπό το μανδύα του ηρωισμού και της ανδρείας που επέδειξαν για την «εξαγωγή» του πολιτισμού στους «βάρβαρους» κι «απολίτιστους».

    «Δήμιοι και τύραννοι λαών ηρωοποιούνται, εξευγενίζονται και εξεικονίζονται με φωτοστέφανο. Απόπειρα κριτικής έρευνας γύρω από παρόμοια πρόσωπα θεωρείται συχνά βέβηλη και αντεθνική πράξη! Εδραιώνεται έτσι η φήμη ηγεμόνων που πρέπει να προκαλούν φρίκη και απέχθεια και να θεωρούνται όνειδος για την ανθρωπότητα. Νομιμοποιείται η παραχάραξη της ιστορίας από την εκάστοτε εξουσία και τιμώνται οι εξωνημένοι υμνωδοί και αυλοκόλακες».

    «Μέγας ο Αλέξανδρος που υποδούλωσε τις ελεύθερες και αυτόνομες ελληνικές πόλεις και κατέλυσε τους ελεύθερους θεσμούς και το πολίτευμα της γνήσιας δημοκρατίας – συμφορά για τους Έλληνες και την ανθρωπότητα – προκαλώντας την παρακμή του κλασικού πολιτισμού. Μέγας ο Αλέξανδρος που γέμισε την Ελλάδα και την Ασία με πτώματα και ερείπια», αναφέρει ο συγγραφέας στο εν λόγω βιβλίο.

    Μετά το φόνο του πατέρα του, Φιλίππου Β’, ο Αλέξανδρος Γ’ ο Μακεδών, εξοντώνει όλους τους συγκληρονόμους του θρόνου για να αναλάβει την εξουσία. Η είδηση για τη δολοφονία του Φίλιππου «προκάλεσε γενική έκρηξη χαράς στις ελληνικές πόλεις», σημειώνει ο συγγραφέας. Ακολούθησε ο ξεσηκωμός των ελληνικών πόλεων που διεκδικούν την ανεξαρτησία και αυτονομία τους. Μόνο οι Θεσσαλοί παρέμειναν υπάκουοι στην μακεδονική μοναρχία. Πολλές περιοχές όπως η Αιτωλία, Αμβρακία, Ήλιδα, Αρκαδία, Αργολίδα, εκδιώκουν τους πράκτορες του Φιλίππου και ανασυγκροτούν την άμεση δημοκρατία, αναφέρει το βιβλίο.

    Για την καταστολή του ξεσηκωμού των ελληνικών πόλεων ο Αλέξανδρος οργανώνει εκστρατεία στην νότια Ελλάδα για την κατάπνιξη των ανταρσιών και τον εξαναγκασμό των πόλεων να αναγνωρίσουν την κυριαρχία του νέου μονάρχη. Στο πλαίσιο αυτό, συγκαλείται το 2ο Συνέδριο της Κορίνθου το οποίο αναγνωρίζει τον Αλέξανδρο ως “στρατηγό αυτοκράτορα” και επανεπικυρώνει το σχέδιο “κοινής” εκστρατείας κατά των Περσών, με το σύνθημα της εκδίκησης για τις ελληνικές συμφορές πριν ενάμισι αιώνα, σημειώνει ο συγγραφέας. Ωστόσο, τα δύο Συνέδρια της Κορίνθου (το πρώτο, την εποχή του Φίλιππου) αποτελούν συνέπεια καταναγκασμού και οι αποφάσεις τους «αποτελούσαν εντολές της μακεδονικής μοναρχίας και όχι προϊόν ελεύθερων διαβουλεύσεων», επισημαίνει ο Κ. Σιμόπουλος.

    Στο πλαίσιο αυτό συντελείται και το ολοκαύτωμα της Θήβας. Τις σφαγές και τη λεηλασία ακολούθησε η αιχμαλωσία όλων των παιδιών της πόλης, ενώ «έδωσε εντολή να ξεθεμελιωθεί η Θήβα», προκειμένου να αποθαρρύνει κάθε ένοπλη εξέγερση. Τόσο κατά τον Πλούταρχο, όσο και κατά τον Πολύβιο, η ολοκληρωτική καταστροφή της Θήβας απέβλεπε στον εκφοβισμό των υπόλοιπων Ελλήνων ώστε να μην προβούν σε ένοπλο αγώνα και να υποταχθούν στην μακεδονική μοναρχία.

    Αντίστοιχα, κατά τη διάρκεια της εκστρατείας στην Ασία, συντελούνται σφαγές ελληνικών πόλεων, τις οποίες είχε αναλάβει να απελευθερώσει από τον περσικό ζυγό. Οι περισσότερες συνθηκολόγησαν και όσες αντιστάθηκαν υπέστησαν συμφορές. Ακόμα και η εντολή του Αλέξανδρου για κατάλυση των ολιγαρχικών καθεστώτων και αποκατάσταση της παραδοσιακής αυτονομίας και των δημοκρατικών θεσμών υπήρξε – κατά τον συγγραφέα – «μια υποκριτική εξαγγελία για να προσελκύσει τη συμπάθεια των μικρασιατικών πόλεων και να αποτρέψει την ένοπλη αντίστασή τους». Όπως υποστηρίζει ο συγγραφέας, η στάση του Αλέξανδρου απέναντι σε κάθε ελληνική πόλη, εύνοια ή διωγμός, καθοριζόταν από την υποταγή ή όχι των κατοίκων.

    Η κατάκτηση των ασιατικών χωρών συνοδευόταν από ολοκληρωτική καταστροφή και εγκλήματα, αναφέρει ο συγγραφέας. Ισοπέδωση πόλεων, σφαγή πληθυσμών, εμπρησμοί, βασανιστήρια. Στην Τύρο της Συρίας, το 332 π.Χ., ενώ έπεσαν οι υπερασπιστές της πόλης μετά από πολύμηνη πολιορκία, ο Αλέξανδρος έκανε σκλάβους τις γυναίκες και τα παιδιά, ενώ θανάτωσε με σταύρωση 2000 νέους της Τύρου. Τον ίδιο χρόνο στη Γάζα, μετά την άλωσή της, διέταξε να σφαγιαστούν όλοι οι νέοι, πάνω από 10.000 στο σύνολό τους. «Ήταν τόσο συστηματική η τρομακτική σφαγή κατά την προέλαση στο εσωτερικό της Ασίας που, όπως έλεγαν οι ίδιοι οι Μακεδόνες, ‘τα σπαθιά στόμωσαν, παραμορφώθηκαν, καθώς λιάνιζαν τα κορμιά’».

    Όπως παρατηρεί ο Κ. Σιμόπουλος, οι βαρβαρότητες του Αλέξανδρου συγκλόνιζαν τους αρχαίους συγγραφείς, ακόμα και τους υμνητές του, που αναφέρονται στις ομαδικές σφαγές πληθυσμών μετά την άλωση και τα ολοκαυτώματα περιοχών όπως στη Φοινίκη και στη Σογδιανή (332π.Χ.), στην Ινδία (326 π.Χ.), στη Ζάγρο (323 π.Χ.) κ.α. Παράλληλα, ο συγγραφέας ασκεί έντονη κριτική και στην αντιμετώπιση του Αλέξανδρου απέναντι στα ίδια τα μνημεία και έργα τέχνης του ανατολικού πολιτισμού, αρκετά από τα οποία υπέστησαν εμπρησμούς και κατεδαφίσεις. Χαρακτηριστικό παράδειγμα, η καταστροφή της Περσέπολης, που κατά τον Διόδωρο ήταν η πλουσιότερη πόλη του κόσμου. «Μετά την άλωση οι Μακεδόνες εξόντωσαν όλους τους άνδρες και ρίχτηκαν στη διαρπαγή».

    «Οι βαρβαρότητες θα ολοκληρωθούν με την ολοσχερή καταστροφή του πολυφημισμένου στην οικουμένη για τους καλλιτεχνικούς θησαυρούς και τα ιστορικά κειμήλια ανακτορικού συγκροτήματος. Μνημεία και σημαντικά έργα τέχνης που αποτελούσαν μια δυναμική σύνθεση και πλούσια ενότητα πολιτιστικών παραδόσεων και τεχνοτροπιών, ασσυριακών και αιγυπτιακών αλλά και με έκδηλες επιρροές του ελληνικού πολιτισμού διαμέσου της Ιωνίας».

    Με την κατάκτηση του περσικού κράτους, ο Αλέξανδρος αισθάνεται ως Ασιάτης μονάρχης και νόμιμος διάδοχος του Κύρου, αναφέρει ο συγγραφέας. Υπάρχει πλέον μια μεγάλη αυτοκρατορία, της οποίας η Ελλάδα αποτελεί απλά μια ασήμαντη, μακρινή επαρχία, συμπληρώνει. Ο ίδιος ο Αλέξανδρος υιοθετεί το μεγαλείο και τη χλιδή της περσικής Αυλής καθώς και την απολυταρχική συμπεριφορά των Ασιατών ηγεμόνων. «Αξιώνει να τιμάται ως Πέρσης μονάρχης, κάτι απαράδεκτο για το εκστρατευτικό σώμα που έχει γαλουχηθεί με άλλες παραδόσεις. Προσεγγίζει και περιποιείται τους Ασιάτες μεγιστάνες, εξευτελίζει και θανατώνει τους Ελληνομακεδόνες». Μετά το φόνο του Δαρείου, ο Αλέξανδρος εμφανίζεται ως κληρονόμος της δυναστείας των Αχαιμενιδών. Αδελφοποιείται με την άρχουσα τάξη, διαβεβαιώνοντας τους αυλικούς και αξιωματούχους του Δαρείου ότι είναι προστάτης και σύμμαχός τους. Όπως παρατηρεί ο συγγραφέας, ο Αλέξανδρος μεταμορφώθηκε σε γνήσιο μονάρχη της Ανατολής.

    «Ο Αλέξανδρος περιβάλλεται από Πέρσες αξιωματούχους, συμπεριφέρεται ως Ασιάτης μονάρχης. Σατράπες και αριστοκράτες της Περσίας συνωστίζονται στην Αυλή του. Και βίος αναίσχυντος ατιμωτικής κραιπάλης», γράφει ο Κ. Σιμόπουλος. Ο συγγραφέας κάνει λόγο για «εκπερσισμό» του Αλέξανδρου, στον οποίο «οφείλεται και η εμφάνιση στον ελληνικό κόσμο και στους κατοπινούς αιώνες, του τίτλου «βασιλεύς» με τις παρεπόμενες ιδιότητες – απολυταρχία, μεγαλοπρέπεια, χλιδή κτλ. Δεν ήταν άγνωστος στην προαλεξανδρινή εποχή αλλά δεν ταυτιζόταν με την απόλυτη εξουσία».

    Όσον αφορά στις μαζικές μετακινήσεις πληθυσμών από την Ευρώπη στην Ασία και το αντίστροφο, ο Κ. Σιμόπουλος κάνει λόγο για βάρβαρη μέθοδο. Σε αυτούς που υποστηρίζουν ότι η εν λόγω τακτική είχε στόχο τη δημιουργία μιας νέας, συναδελφωμένης κοινότητας με τις επιμιξίες και τους συγγενικούς δεσμούς, ο συγγραφέας αντιπαραβάλλει ένα άλλο επιχείρημα. «Η βίαιη μετακίνηση πληθυσμών αποτελούσε πάντοτε μια βάρβαρη αλλά ασφαλή μέθοδο σκλαβωμού ή ηθικού αφοπλισμού λαών και ανθρώπινων ομάδων, πολιτική που ακολούθησαν πάμπολα ολοκληρωτικά καθεστώτα σε όλους τους καιρούς και σε όλους τους τόπους».

  4. Ο/Η Αntifa2 λέει:

    http://www.lithoksou.net/p/oikismoi-tis-florinas-poy-arxizoyn-apo-f
    Δημήτρη Λιθοξόου

    […….]

    Ριζοσπάστης:

    Κείμενο του Ν. Κοντού, το οποίο δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα – όργανο του ΚΚΕ Ριζοσπάστης, στις 22 και 23 Οκτωβρίου 1933:

    «Όπως πέφτουν τα κοράκια στο ψοφίμι, έτσι έχουν πέσει και στη Φλώρινα όλα τα κακοποιά στοιχεία – όργανα του ελληνικού σοβινισμού στον τόπο αυτό.

    Στο σταθμό, όλος ο συρμός, μόλις έφθασε, πολιορκήθηκε από χαφιέδες, χωροφύλακες και καπεταναίους.

    Ο ίδιος ο Καραμαούνας, διοικητής της ασφάλειας, πρώτος στο σταθμό.

    Ζητάνε κομιτατζήδες, ποιοι; Οι ληστές και οι δήμιοι του Μακεδονικού λαού.

    Ας τους πάρουμε όμως με την αράδα.

    Σ’ όποιο δημόσιο κτίριο κι αν μπείτε θα σας κάνουν εντύπωση τα κολλημένα χαρτιά κι οι ταμπέλες με τη φράση «μιλάτε την ελληνική…». Αυτό είναι το έργο της φασιστικής Ε.Ε.Ε. (Εθνική Ένωσις Ελλάς). Αυτό είναι η επίσημη προσταγή σα να λέμε στους Μακεδόνες. Πίσω απ’ αυτό όμως κρύβονται χιλιάδες καθημερινά επεισόδια σε βάρος της μακεδονόφωνης μειονότητας. Καταγγέλλονται απ’ τα καθάρματα της Ε.Ε.Ε. για κομιτατζήδες, απειλούνται με εκτοπισμούς, διώκονται για λαθραίο καπνό, βρίζονται βουλγαρόσποροι και τρομοκρατούνται.

    Η Ε.Ε.Ε. διευθύνεται εδώ από «αντάξιους» ληστές και δημίους με το σκοπό που έχει και η οργάνωση αυτή. Ο Ρώμπαμπας, γιος του καπετάνιου – ληστή – μακεδονομάχου Ρώμπαμπα. Με ένα σωρό βρωμιές στο παρελθόν τους, με μια σειρά πράξεις σε βάρος της μειονότητας. Ο καπετάν Γιαταγανάκης, ένας τυχοδιώκτης που κολλάει σα βδέλλα στους διάφορους οργανισμούς για να ληστεύει.

    Ο Καρούζης, ένας έμπορος υφασμάτων, που συνδυάζοντας τον «πατριωτισμό» με το συμφέρον (μήπως έχουν και τίποτε άλλο για σκοπό τους;) έριξε το σύνθημα να μη ψωνίζουν οι κάτοικοι Φλωρίνης απ’ τους Εβραίους για να δουλεύει το μαγαζί του. Οι εκατό οικογένειες Εβραίων που είναι στη Φλώρινα τρομοκρατούνται ιδιαίτερα απ’ τα παραπάνω καθάρματα.

    Ο Χρυσικός, απότακτος ταγματάρχης κι ο Χρυσάφης, ένας ντόπιος ληστής. Να το επιτελείο της Ε.Ε.Ε. στη Φλώρινα. Αυτοί που οργάνωσαν τον προπέρσινο τρομοκρατώντας τη μακεδονική μειονότητα και κάνοντας την αρχή της δολοφονικής καριέρας των σκατόχρωμων.

    Παράλληλα με τη δουλειά των Ε.Ε.Ε. τις επιδειχτικές παρελάσεις, τις πατριωτικές γιορτές, τις αντιμακεδονικές τρομοκρατικές πράξεις τις βοηθούν και οι «άλκιμοι» και οι πρόσκοποι. Ο αρχηγός δε των προσκόπων είναι χαφιές με καρνέ της ασφάλειας. Οι δυο αυτές οργανώσεις στρατολογούν τα μέλη τους τόσο απ’ τις φτωχές μάζες της μειονότητας με την τρομοκρατία για να κάνουν γενίτσαρους, όσο και απ’ τα τζάκια των καπεταναίων για να τους έχουν χαφιέδες στα σχολεία.

    Τέτοιες πράξεις μαθητών που συνεργάζονται με τους δασκάλους και την αστυνομία χαφιεδικά θα αναφέρουμε σ’ άλλο κεφάλαιο.

    Ένα χαρακτηριστικό απ’ τη δράση των «αλκίμων» είναι η προπαγάνδα ενάντια στη μακεδονική γλώσσα.

    Φτάσανε στο σημείο να καταγγέλλουν στους καθηγητές παιδιά που μιλούσαν μακεδονικά που τα απαγορεύουν στο σχολείο.

    Όλοι οι αισχροί παράγοντες, οι λιγδεροί τυχοδιώχτες των Ε.Ε.Ε., εδώ στη Φλώρινα έρχονται σε στενή επαφή με τις τοπικές αρχές, με την επιτροπή ασφαλείας και με τις υπόλοιπες φασιστικές οργανώσεις.

    Σ’ όλο τον κάμπο της Φλώρινας το άσμα του καπετάν Στέφου του μακεδονομάχου, προκαλεί τον τρόμο.

    Τα χωριά Σέτινα, Κρούσορατ, Νερέτ, χρόνια τώρα στενάζουν κάτω από το βούρδουλά του.

    Ο καπετάν Στέφος δεν είναι κρυμμένος ληστής. Όχι. Είναι «έντιμος Έλλην πολίτης», φίλος των τοπικών αρχών. Κομματαρχίσκος του Κονδύλη και υποψήφιος Κονδυλικός στις τελευταίες εκλογές. Είναι «παράγοντας». Έχει δολοφονήσει ως τώρα δεκάδες φτωχούς αγρότες και σήμερα έχει τα μέσα να σε ζωγραφίσει για κομιτατζή και να ξεγραφτείς από τον κατάλογο των ζωντανών. Ο Καπετάν Στέφος και ο Μάνος είναι οι δύο στύλοι του εθνικοφασιστικού συλλόγου «ο Παύλος Μελάς». Ο Μάνος για τις «υπηρεσίες» του πήρε 40 στρέμματα ποτιστικά χωράφια. Το 1931 ο Καπετάν Στέφος δεν είχε δουλειές. Σοφίστηκε λοιπόν ένα σατανικό σχέδιο εις βάρος της ματοβαμένης μειονότητας.

    Πήγε στη Σέτινα, στο Κρούσορατ και στο Νερέτ, νύχτα μεταμφιεσμένος σε κομιτατζή. Έπιασε με το τουφέκι προτεταμένο τους φτωχούς αγρότες, αυτός και η παρέα του και τους απείλησε ότι αν δεν τους δώσουν χρήματα και τρόφιμα θα τους κακοποιήσει.

    Κάτω από τις κάνες των μάουζερ μάζεψε τα πράγματα των χωρικών και έφυγε. Την άλλη μέρα τα χωριά περικυκλώθηκαν από αποσπάσματα κι ο καπετάν Στέφος υπόδειχνε τα θύματά του που αυτός ο ίδιος λήστεψε ως τροφοδότες των κομιτατζήδων. Φωνάζουν και ξελαρυγγίζονται οι χωρικοί. Τίποτα. Ο βούρδουλας και ο υποκόπανος έπεσε άγριος. Ο καπετάν Στέφος θριάμβεψε. Ο ελληνικός ιμπεριαλισμός απέδωσε δικαιοσύνη. Μήνες τότε οι άνθρωποι σύρθηκαν από τους σταυροτήδες.

    Ένας από τους «λαϊκούς» υποψηφίους – σαν κονδυλικός που είναι – είναι και ο καπετάν Στέφος. Πήγε στα χωριά που η δράση του δεν ήταν τόσο μεγάλη και έκανε προεκλογική περιοδεία.

    Δεν χρειάστηκε πολλά κοπλιμέντα. Τα είπε ξεκάθαρα.

    Ακούστε δω βρε βουλγαρόσποροι… ή με ψηφίζετε ή θα σας αλλάξω το σταυρό…

    Στους παλιούς εκτοπισμούς, ο καπετάν Στέφος είχε πρώτος το δάχτυλό του. Πριν κάμποσο καιρό, πριν φύγει από τη Φλώρινα, ο διοικητής της αστυνομίας ο κανίβαλος Πετράκης, οι δυο τους ήταν αχώριστοι φίλοι. Τόσο ταίριαζαν τα αιμοβόρα τους ένστικτα. Αυτή όλη η δράση της σπείρας του «Παύλου Μελά», είναι τόσο γνωστή μέσα στη Φλώρινα, που και τα παιδάκια ακόμα βλέποντας τις κολλημένες στους τοίχους επιγραφές και τη φωτογραφία του υποψηφίου καπετάν Στέφου, πάνε να κρυφτούν ξεφωνίζοντας: λέλε μάικο… (ωχ μανούλα μου).

    Και όμως η Μακεδονία – κατά τις επίσημες δηλώσεις – «απολαμβάνει όλων των δικαιωμάτων της υπολοίπου Ελλάδος…».

    Πλησιάζουμε τους μαθητές, τους διδασκαλιστές, τους οικότροφους του κράτους και τα παιδάκια του δημοτικού. Μας παρατηρούν ύποπτα.

    Προ παντός εκείνοι οι οικότροφοι. Τα λόγια τους μόλις βγαίνουν και σβήνουν χωρίς να φτάνουν στην ακοή μας.

    Πως τα περνάτε παιδιά; Πως σας φέρνονται η διεύθυνση και οι δάσκαλοι; Ζείτε καλά;

    Τους ενθαρρύνει ο σύντροφος που μας οδηγεί.

    Μιλήστε, σύντροφοι… Ο σύντροφος μας έρχεται από το «Ριζοσπάστη»… Μη φοβάστε.

    Κάποιο βάρος έφυγε από τα στήθια τους, ξεθάρρεψαν και άρχισαν να διηγούνται.

    – Μπράβο του, δεν μας ξεχνάει ο «Ριζοσπάστης» μας…

    Θυμήθηκα εκείνη τη στιγμή τους δυο σιωπηλούς, τους δυο κλειδωμένους στον εαυτό τους Μακεδόνες του τραίνου. Τους θυμήθηκα που κατέβαιναν στην Επισκοπή γελαστοί, ύστερα από την ομιλία του συντρόφου που τους εξηγούσε τη «Φωνή».

    Και με συγκίνηση άκουσα από μακριά το θερμό τους χαιρετισμό.

    – Ντρουγκάρι… Ντρουγκάρι… (Σύντροφοι, σύντροφοι)!

    Τα παιδιά του οικοτροφείου τώρα με σφίγγουν τα χέρια. Είναι όλοι Μακεδόνες. Τους κλείσανε μέσα σε ένα φρούριο να τους κάνουν πραγματικούς γενίτσαρους. Τους τρομοκρατούν, τους δέρνουν, τους απαγορεύουν τη γλώσσα της μάνας τους.

    – Για το ελεεινό μας συσσίτιο όποιος τολμούσε να διαμαρτυρηθεί τον έδιωχναν. Τα ίδια και για την ακαθαρσία. Τα παιδιά όλα αρχίσαμε να γκρινιάζουμε, ώσπου μια μέρα οι τοίχοι τοι οικοτροφείου γέμισαν με χαρακτηριστικές επαναστατικές φράσεις κατά του διευθυντή Αρχόπουλου και του νομάρχη Πετρουλιά. «κάτω οι ληστές του ψωμιού μας…», «κάτω ο τύραννος νομάρχης Πετρουλιάς και το τσανάκι του ο διευθυντής Αρχόπουλος». Την άλλη μέρα όλα τα παιδιά τα διάβαζαν με ενθουσιασμό.

    Ο νομάρχης και ο διευθυντής λυσσάξανε. Πιάσανε όλους τους τελειόφοιτους και τους ανέθεσαν να βρουν αυτούς που τα έγραψαν. Υποχρέωσαν σ’ αυτό και όλους τους οικότροφους που έμειναν το καλοκαίρι στη Φλώρινα.

    Κανένας δεν ανακαλύφθηκε. Ο νομάρχης λοιπόν σ’ απάντηση έδιωξε 60 παιδιά, με την κινητοποίηση όμως των άλλων τα ξαναπήρε. Να τα γράψετε όλα σύντροφε, στο «Ριζοσπάστη» μας… όλα…

    Ύστερα μας εξιστορεί την στρατιωτική ζωή που περνάνε εκεί μέσα. Είναι σαν μηχανές. Κοιμούνται, ξυπνάνε, τρώνε το ελεεινό τους συσσίτιο και τιμωρούνται γιατί μιλάνε τη γλώσσα τους, χωρίς να τολμήσουν να διαμαρτυρηθούν.

    Δημόσιοι υπάλληλοι συμπαθούντες, που γνώρισαν το τέρας Αρχόπουλο – φασίστα – αγύρτη, μας δηλώσανε ότι εκείνα τα παιδιά του οικοτροφείου θα φύγουν όλα ασθενικά και ανίκανα για το παραμικρό από εκεί μέσα.

    Όλοι οι αποβληθέντες είναι παιδιά Μακεδόνων. Ο Τοπούρκας, ο Κεχαγιάς, ο Ηλιόπουλος, ο Ιωαννίδης.

    Τα παιδιά μονάχα των Μακεδονομάχων έχουν τα προνόμια που τους εξασφαλίζει το κράτος της βίας.

    Το λέει καθαρά ο Αρχόπουλος: «Το οικοτροφείο πρέπει να γίνει φυτώριο πατριωτών, εθνικιστών, πολεμιστών και ηρώων…». Τροφή για τα κανόνια των ληστών δηλαδή.

    Όποιος μιλήσει με μαθητή της Φλώρινας είναι αδύνατο να μην καταλάβει με ποιον τρόπο προσπαθούν να πνίξουν τη μακεδονική συνείδηση στα παιδιά της μειονότητας.

    Ο γυμνασιάρχης Κοτρόνης και ο διευθυντής του διδασκαλείου Κοκκίνης αδράχνουν κάθε ευκαιρία, κάθε μέρα να μιλάνε ενάντια στον κομμουνισμό και τις νέες ιδέες από την έδρα, να βρίζουν χυδαία τη γλώσσα των ντόπιων, να τιμωρούν και να διώχνουν όλους τους συνειδητούς μαθητές.

    Καλλιεργείται ο χαφιεδισμός ανάμεσα στους μαθητές με την πρωτοβουλία του γυμνασιάρχη και του διευθυντή του διδασκαλείου, σε σημείο που η παραμικρή κίνηση των μαθητών να πηγαίνει στ’ αυτιά της Διευθύνσεως.

    Ο Ηλιόπουλος, μαθητής του οικοτροφείου εξαναγκάστηκε να γίνει χαφιές.

    Ο Νεδελκόπουλος του γυμνασίου και ο Χορομίδης τα ίδια.

    Οι φετινή διδασκαλιστές που τελείωναν φεύγοντας κάλεσαν μια συγκέντρωση των μαθητών με τους καθηγητές. Εκεί μέσα ξέσπασε η κρυμμένη αγανάχτηση. Τα είπαν καθαρά στους δασκάλους τους. Ότι τους παραβίασαν τη σκέψη, ότι διαστρέβλωσαν την κρίση τους, ότι τους πότισαν σοβινιστικό δηλητήριο.

    Συνέστησαν και στους άλλους μαθητές να προσέχουν καλά τα λόγια των καθηγητών τους.

    Ο γυμνασιάρχης και ο διευθυντής φύγανε μπροστά σ’ αυτό το μπάτσο να κρυφτούν.

    Ποιος δε θυμάται το φόνο που έγινε στις 14 Αυγούστου, που αιτία είχε την τρέλα του Λάζαρου Τραγιανού, ενός που δανείστηκε από τον Παπακωνσταντίνου τον τοκογλύφο χρήματα.

    Ο Παπακωνσταντίνου παράγοντας φιλελεύθερος έγινε εκατομμυριούχος τοκίζοντας με αφάνταστους τόκους τους καταπιεζόμενους Μακεδόνες.

    Ο Τραγιανός δανείστηκε απ’ αυτόν για να φτιάξει το σπίτι του. Ήλθε η μέρα να πληρωθούν οι τόκοι κι ο Τραγιανός μη έχοντας να πληρώσει πήγε κι έπεσε στα πόδια του για να προλάβει την κατάσχεση που θα του έκανε.

    – Δεν έχω κύριε Παπακωνσταντίνου… Μη μου κάνεις κατάσχεση. Λυπήσου τα παιδιά μου…

    – Αν αύριο δε φέρεις τα λεφτά πάει. Θα σου πάρω το σπίτι…

    – Δε φοβάσαι το Θεό;

    – Θεός είμαι εγώ. Ό,τι θέλω σε κάνω…

    Ύστερα μαύρισε το μάτι του Τραγιανού και τον σκότωσε. Κι ο Σ. Παπακωνσταντίνου ήταν φιλελεύθερος βουλευτής…

    Τέτοια υπάρχουν άπειρα μέσα στη Φλώρινα.

    Άλλος Σαϋλώκ πρώτου μεγέθους απ’ την παράταξη του «ηθικού ρυθμού» είναι ο Δάικος. Δικηγόρος, τοκογλύφος, ρουσφετολόγος, εκατομμυριούχος. Κανένα χωριό δεν υπάρχει που να μη το έχει γραμμένο στο τεφτέρι του.

    Τον τρέμουν και πέφτουν στα πόδια του μη τους ξεσπιτώσει, μη τους πάρει το αλέτρι.

    Του Σπύρου του Κασάπη του κατάσχεσε τα πρόβατα.

    Ο Ν. Παπακωνσταντίνου άλλος δήμιος κατάσχεσε το φυτώριο του Μακεδόνα Μπαμτσουρλή, για 18 χιλιάδες δραχμές.

    Ο γέρο Τσάπανος με τις σαλβάρες άλλη προσωπικότητα. Κι όλη αυτή η χορεία των αιμοβόρων είναι παράγοντες οικονομικοί και πολιτικοί της Φλώρινας. Ο νομάρχης τους κάνει τόπο να περάσουν και ο Καραμσούνας της Ασφαλείας είναι φίλος τους.

    Να η Φλώρινα η βασανισμένη, η τρομοκρατημένη, η δεμένη στα σίδερα του ελληνικού ιμπεριαλισμού, των τοκογλύφων της κρατικής βίας και της άγριας φορολογίας. Η Φλώρινα που τριγυρισμένη απ’ τα βουνά της, σφιχτοκλεισμένη μέσα στις ζώνες των αποσπασμάτων, κάτω από το βούρδουλα του Καραμαούνα και του καπετάν Στέφου, πνιγμένη απ’ τα ιδεολογικά δεσμά που τόσο τεχνικά φτιάχνει ο Τουρκοβασίλης στη μακεδονική νεολαία, στενάζει.

    Η Φλώρινα για την οποία ιδιαίτερη εγκύκλιος της παιδείας αναφέρει: «Πρέπει να δραστηριοποιηθούν οι εκπαιδευτικοί λειτουργοί, εις την εθνικιστικήν, πατριωτικήν και αρτίαν ελληνοπρεπή μόρφωσιν»».

    «Ανθέλληνες»:

    Λίστα Νικολάου Χάσου ή κατάσταση ατόμων ανθελληνικών φρονημάτων. Βρέθηκε στο γραφείο του τέως δημάρχου Φλωρίνης Νικολάου Χάσου και παραδόθηκε στις ελληνικές αρχές ασφαλείας τον Απρίλιο του 1945. Εντός αγκύλης υπάρχουν οι (εκ των υστέρων) ασφαλίτικοι χαρακτηρισμοί:

    […..]


    http://www.iospress.gr/extra/makedoniko-2.htm

    ΑΦΙΕΡΩΜΑ ΤΟΥ «ΙΟΥ» ΣΤΗ «ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ»

    2. Ο αυθεντικός Μακεδονικός Αγώνας

    ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΤΣΟΝΤΟΣ-ΒΑΡΔΑΣ
    Ο Μακεδονικός Αγών. Ημερολόγιο 1904-1907
    ΕΙΣΑΓΩΓΗ-ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ-ΣΧΟΛΙΑ: ΓΙΩΡΓΟΣ ΠΕΤΣΙΒΑΣ
    «ΠΕΤΣΙΒΑΣ», 3 ΤΟΜΟΙ,
    ΣΕΛ. 1.448

    […….]

    Διαφορετική από τις «στεγνές» προξενικές αναφορές, είναι επίσης η περιγραφή των επιχειρήσεων «ένοπλης προπαγάνδας» που διενεργούν οι μακεδονομάχοι στα εξαρχικά χωριά, για να τα αναγκάσουν να επιστρέψουν στο Πατριαρχείο. Παρά το λακωνικό, στρατιωτικό ύφος του συντάκτη τους, οι λεπτομέρειες που καταγράφονται μας επιτρέπουν να σχηματίσουμε μια αρκετά ζωντανή εικόνα του κλίματος και των μεθόδων της εποχής. Τυπικό δείγμα από την Μπέσφινα (σημ. Σφήκα) στις 21.10.1905:

    «Συνηθροίσαμεν αρκετούς εκ των χωρικών, ους ωδήγησαν εις την έξω του χωρίου εκκλησίαν, εν οις μετά πολλάς προσπαθείας και τον μουχτάρην [κοινοτάρχη]. Αδύνατον όμως να εύρωμεν τους ιερείς, ως απουσιάζοντας δήθεν, αλλά το πιθανότερον απεκρύβησαν. […] Συνιστώμεν εις τους εν τη εκκλησία να επανέλθωσιν εις την ορθοδοξίαν, να μη τολμήσωσι και δηλώσωσιν εις την απογραφήν ότι είναι βούλγαροι και εντός ολίγων ημερών να μεταβώσιν εις την Μητρόπολιν, η οποία ατυχώς δι’ αυτούς σήμερον είναι εις Κρούσοβον (των Πρεσπών). Διά δαρμών και απειλών παρουσιάζουσί τινές τα όπλα των, οδηγηθέντες δεμένοι υπ’ ανδρών εκ της εκκλησίας εις τα σπίτια των. […] Τον μουχτάρην σφάζει ο Δικώνυμος ως αρνίον» (τ. Α’, σ. 264-5).

    Οι τρεις τόμοι του ημερολογίου ξεχειλίζουν από τέτοιες περιγραφές. Κάποιες φορές, πάλι, εντυπωσιάζει η αμφισημία της χρησιμοποιούμενης ορολογίας. Στα σχέδια του Βάρδα, το καλοκαίρι του 1906, ο οπλαρχηγός Παύλος Κύρου επιφορτίζεται π.χ. «να προστατεύη» κάποια χωριά, «ότε απειλών, ότε φονεύων»· ανάλογο πεδίο δράσης επιφυλάσσεται και σ’ έναν άλλο καπετάνιο -με τη σκέψη ότι, «έχων έκαστος την περιφέρειάν του, θα εφιλοτιμείτο να υποτάξη αυτήν, με φόνους, με απειλάς κ.λπ.» (τ. Β’, σ. 133).

    Αλλά και για την «επικράτησιν» των μακεδονομάχων στον κάμπο της Φλώρινας απαραίτητο θεωρείται να διαπραχθούν στα τυφλά «αθρόοι φόνοι, διά βομβών και περιστρόφων», όσων κατοίκων παρακολουθούν τη χριστουγεννιάτικη λειτουργία της εκεί βουλγαρικής εκκλησίας. Το εγχείρημα τελικά δεν υλοποιήθηκε για τεχνικούς λόγους, αξιοσημείωτη είναι όμως η ψυχρή λογική με βάση την οποία σχεδιάστηκε: «Μόνον η μάχαιρα δύναται να φέρη αγαθά αποτελέσματα· η μάχαιρα θα φέρη αντίδρασιν, ακριβώς δ’ εξ αυτής της αντιδράσεως θα ωφεληθώμεν και θα υπερισχύσωμεν, διότι είμεθα πολυπληθέστεροι των εχθρών μας» (τ. Β’, σ. 977).

    Ο ίδιος κυνισμός επικρατεί και κατά την αποτίμηση των «ημέτερων» θυσιών. «Εις Κότορι έκαυσαν την εκκλησίαν Βούλγαροι, απειλήσαντες τους χωρικούς ότι θα τους κατασφάξουν όλους», σημειώνει ο Βάρδας στις 16.4.1907, για να συμπληρώσει αμέσως μετά: «Μικρά ζημία, εν αυτή ελειτουργούντο οι ημέτεροι και οι σχισματικοί εκ περιτροπής» (τ. Β’, σ. 703). Η εναλλάξ χρησιμοποίηση των ναών, από πατριαρχικούς κι εξαρχικούς αντιμετωπιζόταν πάντοτε από τους επιτελείς του ελληνικού μηχανισμού σαν ανεπίτρεπτη υποχώρηση, καθώς ακύρωνε στην πράξη την αποβολή της «σχισματικής» Εξαρχίας από την «οικουμενική» Ορθοδοξία.

    Η τρομοκρατία δεν περιορίζεται στους φόνους ή τα καψίματα. Από το Περιστέρι, ο ντόπιος μακεδονομάχος καπετάν Πέτρος ενημερώνει, π.χ., τον Βάρδα ότι «τρεις γυναίκες εκ Βελουσίνας μετέβησαν εις την βουλγαρικήν Αγ. Κυριακήν εις Βιτόλια» και ζητεί οδηγίες: «Τι πρόστιμον να τοις επιβάλη; Αυτός έχει σκοπόν να τας δείρη και να κόψη τα μαλλιά των» (τ. Β’, σ. 634). Λιγότερο διστακτικός φαίνεται, αντιθέτως, ο καπετάν Ανδριανάκης: «ουδέν ευρίσκει δύσκολον», σημειώνει λακωνικά ο αρχηγός, «διότι θέλει κάπου να σφάξωμεν» (τ. Β’, σ. 935).

    Ο ίδιος ο Βάρδας, πάλι, σημειώνει τις εντολές που εξέδωσε στην αλβανόφωνη Μπελκαμένη: «Απαγορεύω πάσαν συγκοινωνίαν μετά Πρεκοπάνας, οπωσδήποτε, μετά Κ. Κότορι ή άλλου οιουδήποτε σχισματικού χωρίου. Δέρω δε ο ίδιος γραίαν πρόσφυγα ενταύθα εκ Πρεκοπάνας, ήτις μετέβη άνευ αδείας εις Κ. Κότορι» (τ. Β’, σ. 958). Σοβαρότερα προβλήματα θα προκύψουν τις ίδιες μέρες, εξαιτίας ενός γάμου μεταξύ κοντοχωριανών: «Σήμερον αφίκοντο εκ Κ. Κότορι (αλβανοφώνου), ίνα παραλάβωσι νύμφην τινά. Διά ταύτην είχον διατάξη να στεφανωθή εδώ, άλλως να μη δοθή· αλλ’ ενέδωσα εις τας παρακλήσεις του Κ 42 [Κέντρο Φλώρινας], προς ο εδόθησαν υποσχέσεις ότι θα στεφανωθή εις Φλώριναν, υπό ημετέρου ιερέως» (όπ.π., σ. 959-60). Λεπτομέρειες που αποτυπώνουν εύγλωττα την έκταση της παρέμβασης των ένοπλων μηχανισμών στην καθημερινότητα των ανθρώπων, αλλά και τις αντιστάσεις που η περιχαράκωση των εθνικών στρατοπέδων έβρισκε σε μια ενιαία, λίγο-πολύ, χριστιανική κοινωνία.

    Ανάγλυφα προβάλλει επίσης η εικόνα της ανασφάλειας των μαχητών απέναντι στους πάντες. Τοπικές φυσιογνωμίες που έχουν περάσει στο πάνθεο των εθνομαρτύρων του Αγώνα, όπως ο Οισοδερίτης Παπασταύρος Τσάμης ή ο ζελοβίτης Παύλος Κύρου, στολίζονται από τον αρχηγό με κάθε λογής κατηγορίες και υπονοούμενα, ελάχιστες μέρες ή και ώρες πριν από το θάνατό τους. Από την πρώτη στιγμή, άλλωστε, ο Βάρδας έχει τη γνώμη ότι οι υφιστάμενοί του τοπικοί οπλαρχηγοί δεν είναι παρά «όρνεα αρπακτικά, δι’ ουδέν άλλο σκεπτόμενα ή διά την τσέπην των» (τ. Α’, σ. 68).

    Και, φυσικά, ακόμη πιο απλή είναι η μεθοδολογία με την οποία επιχειρεί την ανοικοδόμηση του «ελληνικού κόμματος», το οποίο είχε κυριολεκτικά αποδιαρθρωθεί μετά την εξέγερση του Ιλιντεν. «Εφθάσαμεν πλέον εις τα σχισματικά χωρία», γράφει την άνοιξη του 1905, και «τα πάντα δέον να ενεργώμεν διά υποσχέσεων και δωροδοκίας, ιδίως τώρα εν αρχή, μέχρις ότου κάμωμεν ρεύμα υπέρ ημών». Το τελευταίο, εκτιμά, «δεν είναι δύσκολον, ένεκα της διαφθοράς των ανθρώπων και της απεχθείας ην αισθάνονται προς τους κομίτας διά τα έκτροπά των» (τ. Α’, σ. 76).

    Θα μπορούσαμε να συνεχίσουμε επ’ αόριστον, και πάλι να έχουμε την αίσθηση ότι δεν αναπαράγουμε παρά ένα ελάχιστο δείγμα απ’ τον απίστευτο πληροφοριακό πλούτο του ημερολογίου. Ο χώρος όμως δεν επαρκεί. Αντί επιλόγου θα επισημάνουμε, απλώς, ότι αυτό το συγκλονιστικό ντοκουμέντο έμεινε ουσιαστικά αναξιοποίητο πάνω από μισό αιώνα, αφότου κατατέθηκε το 1950 στα Γενικά Αρχεία του Κράτους. Ωσπου, το 1994, «έξαφανίστηκε» μυστηριωδώς από τα ΓΑΚ χωρίς κάποια επίσημη εξήγηση, παρά μόνον αντιφατικές και όχι ιδιαίτερα πειστικές δικαιολογίες. Αντίγραφά του είχαν φυσικά προωθηθεί από καιρό σε ειδικευμένα ιδρύματα (όπως το ΙΜΧΑ), η πρόσβαση όμως των ερευνητών σε αυτά εξακολουθεί να είναι πολύ προβληματική. Αποτελεί έτσι ευτύχημα το γεγονός ότι είχε εγκαίρως φωτοτυπηθεί στο σύνολό του από έναν ερευνητή, τον Γιώργο Πετσίβα, που είχε την ευαισθησία να το δώσει -επιτέλους!- στη δημοσιότητα.

    [….]

    (Ελευθεροτυπία, 5/11/200

  5. Ο/Η laskaratos λέει:

    Άμισθος ιερέας, δημοτικιστής, όχι εθνικιστής

    http://news.in.gr/features/article/?aid=1500187148
    02 Ιαν. 2018

    Τελεί τα μυστήρια στη δημοτική

    Το Ευαγγέλιο ενός άλλου παπά

    Ηταν καθηγητής στο Νυχτερινό των Εξαρχείων. Σήμερα είναι ο πατήρ Αλέξανδρος, ιερέας στον Αγιο Νικόλαο Ραγκαβά……………

    Εκεί έκανα τη Θεία Λειτουργία στη δημοτική και χαίρονταν ο κόσμος, μέχρι που μία μέρα, του Αγίου Νικολάου που γιόρταζε ο ναός, με πλησίασε κάποιος κύριος μεγάλης ηλικίας – αργότερα έμαθα ότι ήταν πρώην βουλευτής – και μου είπε «πρέπει να ξέρετε πάτερ ότι ο χώρος της Νομικής και ο χώρος της Εκκλησίας θα σώσουν την ελληνική γλώσσα». Τότε εγώ του απάντησα: «Πρέπει να ξέρετε ότι η Εκκλησία δεν σώζει γλώσσες, σώζει ψυχές».

    Στη συνέχεια εκείνος έγραψε ένα θυμωμένο γράμμα στον αρχιεπίσκοπο, έγινε μια συνάντηση και επειδή υπήρξαν αυτές οι αντιδράσεις αποφάσισα να σεβαστώ την γνώμη κάποιων
    …………………………….

    «Οταν επέστρεψα από την Αυστραλία το 2005, στις συζητήσεις που είχα για το πού θα πρέπει να τοποθετηθώ, ζήτησα να με στείλουν στο χειρότερο σχολείο που υπήρχε στην Αθήνα. Με έστειλαν στο Νυχτερινό των Εξαρχείων, όπου το 95% των μαθητών ήταν ξένοι. Ηταν μεγάλη η χαρά μου να είμαι ανάμεσα σε αυτά τα παιδιά, οι περισσότεροι ήταν Αλβανοί.
    …………………………….

  6. Ο/Η laskaratos λέει:

    Έσπασε η απομόνωση της «Μακεδονικής Εκκλησίας».Τίθεται κάτω από τη σκέπη της Εκκλησίας της Βουλγαρίας, που είναι το μακρύ χέρι της ρωσικής Εκκλησίας

    http://sofiaglobe.com/2017/11/27/bulgarian-orthodox-church-patriarch-we-must-accept-the-outstretched-hand-of-the-macedonian-church2/

    Bulgarian Orthodox Church Patriarch: We must accept the outstretched hand of the Macedonian church
    Written by Independent Balkan News Agency on November 27, 2017

    Bulgarian Orthodox Church Patriarch Neofit, speaking ahead of a November 27 meeting of the Holy Synod scheduled to decide whether to accept a request to become the mother church of the Macedonian Orthodox Church, said: “We must accept the outstretched hand of Macedonia”.

    http://www.dimokratianews.gr/content/80594/patriarheio-voylgarias-anagnorise-ti-shismatiki-ekklisia-ton-skopion
    Το Πατριαρχείο Βουλγαρίας αναγνώρισε τη σχισματική Εκκλησία των Σκοπίων

    28.11.2017

    «Καπελώνει» τον θρόνο της Σερβίας και βάζει βόμβα στα Βαλκάνια

    Απόφαση-βόμβα έλαβε χθες το Πατριαρχείο Βουλγαρίας, αναγνωρίζοντας τη σχισματική και αυτοαποκαλούμενη «Μακεδονική» Εκκλησία, κάτι που -όπως εκτιμάται- μπορεί να πυροδοτήσει αλυσιδωτές εκκλησιαστικές, διπλωματικές και πολιτικές αντιδράσεις στη Βαλκανική, εν όψει και του νέου γύρου διαπραγματεύσεων για το όνομα της ΠΓΔΜ.

    Η απόφαση που ελήφθη από τη Σύνοδο υπό τον Πατριάρχη Νεόφυτο αποδεικνύει ότι το Πατριαρχείο της Βουλγαρίας βαδίζει σε επικίνδυνες ατραπούς, καθώς -όπως όλα δείχνουν- φαίνεται να έχει αποδεχθεί τον ρόλο του εκτελεστικού οργάνου σε ένα επικίνδυνο εκκλησιαστικό παιχνίδι με πολιτικές και διπλωματικές διαστάσεις.

    Με την ομόφωνη απόφασή της να ανταποκριθεί θετικά στην αίτηση της σχισματικής «Μακεδονικής» Εκκλησίας, η Ιερά Σύνοδος της Εκκλησίας στη Βουλγαρία δημιουργεί μείζον μέτωπο με το Πατριαρχείο Σερβίας. Στις αρχές Νοεμβρίου ο σχισματικός Αρχιεπίσκοπος Στέφανος ζήτησε την αναγνώριση και την απόδοση Αυτοκεφαλίας στη «Μακεδονική» Εκκλησία από το Πατριαρχείο Βουλγαρίας.

    Τελικά το Πατριαρχείο Βουλγαρίας αποδέχθηκε την αίτηση αναλαμβάνοντας τον ρόλο της «μητέρας» της σχισματικής «Μακεδονικής» Εκκλησίας. Το Πατριαρχείο Βουλγαρίας ανακοίνωσε «διπλωματικά» ότι «θα διαμεσολαβήσει και θα υποστηρίξει και στις άλλες Τοπικές Ορθόδοξες Εκκλησίες, λαμβάνοντας όλα τα απαραίτητα βήματα, την καθιέρωση κανονικού καθεστώτος στην Ορθόδοξη Εκκλησία της Μακεδονίας».

    Η απόφαση αυτή δημιουργεί πολλαπλά εκκλησιολογικά προβλήματα, καθώς βάσει των Ιερών Κανόνων το έδαφος της ΠΓΔΜ ανήκει εκκλησιαστικά στο Πατριαρχείο Σερβίας, συνεπώς το Πατριαρχείο Βουλγαρίας δεν μπορεί να αποφανθεί για το θέμα αυτό, ως αναρμόδιο.

    Επιπλέον, η μόνη εκκλησιαστική Αρχή να αποφανθεί επί αιτήματος αναγνώρισης και αυτοκεφαλίας είναι το Οικουμενικό Πατριαρχείο. Η επιχειρηματολογία του Πατριαρχείου Βουλγαρίας είναι ταυτόσημη με την ερμηνεία που αποδίδει στους Ιερούς Κανόνες το Πατριαρχείο της Μόσχας, που υποστηρίζει ότι κάθε Πατριαρχείο μπορεί να γίνει «μητέρα» Εκκλησία.

  7. Ο/Η Ακοσμος Αιτωλος λέει:

    Φιλε Ρο το αρθρο, οπως ολα ειναι εξαιρετικο, εγω θα αναφερθω με συντομια ως εξης.Ο στυλος αφιαιρωμα στην Ακροπολη εγραφε.Το 1976 περασα απο τα Σκοπια προς Βελιγραδι και στο δρομο υπηρχαν πινακιδες που εγραφαν .Οι βαρβαροτητες του Αλεξανδρου στη Θηβα εχουν συμβει στη Θηβα και στα Καλαβρυτα ο νοων νοητω…….

    • Ο/Η Θηβών Τζερώνυμο λέει:

      http://history-of-macedonia.com/2010/08/26/megas-alexandros-katastrofi-thivon/

      Η Καταστροφή των Θηβών από τον Αλέξανδρο (335 π.Χ.)

      Η ΕΞΕΓΕΡΣΗ ΤΩΝ ΘΗΒΑΙΩΝ

      Η ΕΙΔΗΣΗ διέτρεξε και συνεκλόνισε την Ελλάδα, αλλά μόνο οι Θηβαί­οι, και επειδή ήσαν οι μόνοι που είχαν μακεδονική φρουρά και επει­δή δεν είχαν ξεχάσει την ήττα στη Χαιρώνεια (338 π.Χ.), ξεσηκώθη­καν και απέκλεισαν την μακεδονική φρουρά στην Καδμεία, Αφού συνεκάλεσαν Εκκλησία, κήρυξαν με ψήφισμα την ανεξαρτησία τους από τον Αλέξαν­δρο, εξέλεξαν νέους Βοιωτάρχες με αντιμακεδονικό φρόνημα και τους ανέ­θεσαν την ταχεία άλωση της Καδμείας, ενώ συγχρόνως ζήτησαν τη συνδρομή των άλλων Ελλήνων, κυρίως των Αθηναίων. Κανείς όμως δεν έδειξε προθυ­μία αρωγής. Συνέχιζαν ωστόσο να πολιορκούν την Καδμεία. Ο Αλέξανδρος μόλις το έμαθε. έσπευσε με ασύλληπτη ταχύτητα μέσα από δύσβατα όρη και περνώντας το στενό του Μετσόβου, έφθασε εντός επτά ημερών οτη Θεσσαλία και εντός πέντε ημερών προ των Θηβών. Οι Θηβαίοι έμαθαν ότι ο Αλέξανδρος πέρασε τις Θερμοπύλες, όταν αυτός είχε φθάσει στον Ογχηστό της Βοιωτίας. (Β. του χωρίου Μαυρομάτι. κοντά στο δρόμο Θηβών – Λιβαδιάς).

      Οι Θηβαίοι εξεπλάγησαν από την είδηση ότι ο Αλέξανδρος ήταν ζωντα­νός και μάλιστα δεν ήθελαν να το πιστέψουν. Πίστεψαν ότι πρόκειται περί άλλου Αλεξάνδρου, του γιου του Αερόπου. Σε δύο όμως ημέρες ο Αλέξαν­δρος στρατοπέδευσε στο βόρειο μέρος της πόλης, «κατά το Ιολάου τέμε­νος». (και περίμενε την παράδοση των Θηβαίων. Η γραπτή παράδοση, κυ­ρίως ο Αρριανός, που είχε διαμορφωθεί ήδη επί των ημερών του Αλεξάν­δρου διά των «βασιλείων εφημερίδων» που συνέτασσε ο Ευμενής ο Καρ· Μανός, προσδίδει στον Αλέξανδρο μια διάθεση διαλλακτικότητας και στους Θηβαίους διάθεση αδιαλλαξίας. Λέγεται λοιπόν ότι ο Αλέξανδρος δεν επι­θυμούσε την καταστροφή των Θηβών ούτε ήθελε να φθείρει τις δυνάμεις του σε εμφυλίους πολέμους. Γι’ αυτό έδωσε αμνηστία στους Θηβαίους με έναν όρο: να παραδώσουν τους αρχηγούς της αντί Μακεδονικής μερίδας. Φοί­νικα και Προθύτη. Οι Θηβαίοι όχι μόνο αρνήθηκαν αλλά προκλητικά απαί­τησαν την παράδοση των στρατηγών Παρμενίωνα και Αντιπάτρου και μά­λιστα κάλεσαν όποιον ήθελε να συμπράξει με τον «μεγάλο βασιλέα» της Περσίας και τους Θηβαίους, ώστε όλοι μαζί να ελευθερώσουν την Ελλάδα και να καταλύσουν την εξουσία του τυράννου της Ελλάδας. («Τόν βουλόμενον μετά του μεγάλου βασιλέως και Θηβαίων έλευθεροΰν τούς’ Ελλη­να; και καταλύειν τόν της Ελλάδος τύραννον»). Μετά την υβριστική αρ­νητική απάντηση ο Αλέξανδρος οργίσθηκέ και διέταξε την εκπόρθηση των Θηβών.

      Ο Γεώργιος Λ. Τσεβάς, ο κορυφαίος των ιστορικός της Θήβας, στο μνημει­ώδες δίτομο έργο του «Ιστορία των Θηβών και της Βοιωτίας» (Αθήνα 1928), έχει πολλούς λόγους, και ορθώς, να αμφιβάλλει για την αλήθεια των παραπά­νω ισχυρισμών. Οι Θηβαίοι ήσαν απ* όλους εγκαταλελειμμένοι και από πα­ντού απομονωμένοι. Αν προσφερόταν από τον Αλέξανδρο αμνηστία, θα την δέχονταν «ως θεόπεμπτον σανίδα σωτηρίας», όπως είχαν κάνει μετά τιι μά­χη των Πλαταιών. «Αλλ* ουδεμία αμνηστία εδόθη ης τους Θηβαίους, ουδέ άλλη πρότασις εγένετο εις αυτούς. Ο Αλέξανδρος βέβαιος ων περί της νί­κης. εδράξατο της ευκαιρίας να συγκρουσθη προς τους Θηβαίους, ίνα διά μιας νίκης κατά πόλεως ισχυρός και ονομαστής κατάπληξη και τρομοκρά­τηση το πανελλήνιον, του όπερ επέτυχε». (Γ.Δ. Τσεβά: «Ιστορία των Θη­βών…», τομ. Α’ σ. 38 Γ). Η άποψη του Τσεβά δεν στηρίζεται επί μαρτυριών αλ­λά επί εικασιών σφόδρα πιθανών. Όμως ο Τσεβάς έχει κατά τούτο δίκαιον: όντως ο Αλέξανδρος με τη συντριβή, καταστροφή, εξόντωση και εξανδραπο­δισμό των Θηβαίων ήθελε να κατατρομοκρατήσει τους αντι­πάλους του μέσα στις ελληνικές πόλεις. Και το πέτυχε. Βεβαίως ελέγχεται για υπέρμετρη σκλη­ρότητα. Δεν πρέπει όμως να μας διαφεύγει τούτο: ο πόλεμος στη­ρίζεται στην αρχή του φονεύειν. Αν ο στρατηλάτης φονεύσει λί­γους η πολλούς, δεν είναι θέμα ηθικής αλλά, όπως είπαμε, στρα­τηγικής. Η Θήβα για τον Αλέ­ξανδρο υπήρξε πεδίο πειραμα­τισμού. Παγίωση της ειρήνης και της εξουσίας του με την τρομο­κρατία. Ο ηγέτης όταν δεν μπορεί να πείσει, αναγκάζεται να τρομοκρατήσει.

      Μετά τη μάχη ο Αλέξανδρος επέτρεψε στους Βοιωτούς και Φωκείς συμμά­χους του να αποφασίσουν αυτοί για την τύχη των Θηβαίων. Αυτή ήταν η σκληρότερη και μακιαβελλικότερη απόφαση. Διότι Πλαταιείς, Φωκείς. Θεσπιείς. Ορχομένιοι έτρεφαν άσβεστο μίσος κατά των Θηβαίων, για τα όσα είχαν πά­θει από αυτούς από τα παλιά χρόνια. Η απόφασή τους ισοδυναμούσε με κα­ταδίκη σε θάνατο: α) Η Θήβα να καταστραφεί, πλην της Καδμείας στην οποία θα μένει μακεδόνικη φρουρά. β) Η γη των Θηβαίων να μοιρασθεί στους συμ­μάχους του Αλεξάνδρου, γ) Όλοι οι Θηβαίοι, άνδρες, γυναίκες, παιδιά, να πω­ληθούν ως δούλοι, πλην των ιερέων και ιερειών και των φίλων του Αλεξάν­δρου. δ) Όσοι Θηβαίοι διέφυγαν να καταδιωχθούν. να συλληφθούν και να εξοντωθούν. Καμμία ελληνική πολιτεία να μην τους προσφέρει άσυλο.

      «Ο Αλέξανδρος επικυρώσας την απόφασιν ταύτην, εξετέλεσε αυτήν κατά γράμμα», λέει ο Γ.Δ. Τσεβάς (σ. 378). Η πόλη ισοπεδώθηκε. 6.000 άνθρωποι σκοτώθηκαν και 30.000 πουλήθηκαν ως δούλοι. Ο Αλέξανδρος διέταξε να μη καταστραφεί η οικία του ποιητή Πινδάρου. Η ενέργεια αυτή, εφόσονείναι αληθής, είναι ένας καθαρός πολιτικός θεατρινισμός που πάντα βρίσκει απή­χηση στη ψυχή των λαών και προσφέρει, δυνατότητα σε ευαίσθητους ιστορι­κούς να χορηγούν εύκολη άφεση αμαρτιών.

      Ένα άλλο περιστατικό, που προσ­δίδει λάμψη στο φωτοστε’φανο που έφτιαξαν οι ιστορικοί για τον Αλέξανδρο, είναι αυτό που σι*νδέεται με τη Θηβαία αρχοντοπούλα, την Τιμόκλεια, αδερφή του στρατηγού Θεαγένη, που ήταν αρχηγός των Θηβαίων στη Χαιρώνεια. Κάποιος Θράκας αξιωματικός του Αλεξάνδρου κατέλυσε στο σπίτι της και «έ­κλεψε παρ’ αυτής ό.τι εις χρήμα και τιμήν είχε». Την επίεζε δε καθημερινώς να του αποκαλύψει τα τιμαλφή της οικογενείας της. Η Τιμόκλεια τον οδήγησε σ ένα ξερό πηγάδι στον κήπο και του είπε να σκύψει για να διακρίνει τον κρυμ­μένο θησαυρό. Ανύποπτος ο Θράκας αξιωματικός έσκυψε, αλλ’ η Τιμόκλεια τον έσπρωξε και τον έριξε στο πηγάδι, όπου βρήκε οικτρό θάνατο. Η Τιμό­κλεια συνελήφθη και οδηγήθηκε στον Αλέξανδρο. Αυτός εντυπωσιάσθηκε από το θάρρος και την ερώτησε ποια είναι: αυτή του αποκρίθηκε ότι ονομάζεται Τιμόκλεια και είναι αδελφή του Θεαγένη που ως στρατηγός πολέμησε ενα­ντίον του Φιλίππου στη Χαιρώνεια. Ο Αλέξανδρος της χάρισε τη ζωή. Οι ιστο­ρικοί εξαίρουν την ιπποτική του συμπεριφορά. Αλλ’ όπως γράφει ο Γ.Δ. Τσε­βάς. «εν τη πράξει ταύτη ουδέν το αξιοσημείωτον ευρίσκομεν, διότι ουδέν υπέρ αυτής έπραξε, αφού την απέστειλεν, τίνα πωληθεί και αυτή δούλη με θ” όλοι ν των άλλων Θηβαΐδων» (lb. σ. 383)

      Κρίσεις ιστορικών

      ΕΝΑΣ από τους εγκυρότερους ιστορικούς που έγραψαν για τον Αλέ­ξανδρο είναι ο Theodor Birt. συγγραφέας του μνημειώδους και πολυ­σέλιδου έργου «Αλέξανδρος ο Μέγας» (ελλ. εκδ. Δαρέμα. μετάφρ. Ν. Παπαρρόδου). Γράφει, λοιπόν, οTh. Birt: «Αί Αθήναι και αϊ Θήβαι ήσαν τό­τε οι οφθαλμοί της Ελλάδος ή, όπως ελεγαν οι Έλληνες, αί Αθήναι ησαν ο ήλιος και αί Θήβαι η σελήνη της Ελλάδος. Ό εις οφθαλμός εξωρύχθη ήδη. ή σελήνη έσβέσθη άπό τόν οΰρανόν. ήτις έκαμνεν ώστε ή νύξ νά είναι φω­τεινή. Το γεγονός τούτο ένήργησεν ώς εν Ισχυρόν κτύπημα έπι της κεφαλτις και ούτω ή Ελλάς παρεδόθη εις τόν νικητήν, εις τον άνθρωπον τοΰ τρόμου, τελείως άποναρχωμένη» (σ. 7S). Με άλλα λόγια η τιμωρία που επέβαλε εμμέσως διά των συμμάχων του ο Αλέξανδρος είναι «όμοια» με αυτή του Βουλγαροκτόνου. που ετύφλωσε τους Βουλγάρους αιχμαλώτους, για να παραλύσει τη μαχητική διάθεση των Βουλγάρων. Πράγμα που πέτυχε. Δυστυχώς στον πόλεμο δεν ισχύει το επιτρεπεται ή δεν εκτρέπεται, αλλά το επιβάλλεται η δεν επιβάλλεται. Η συμμετοχή κληρικών ή ιεροκηρύκων στον πόλεμο δεν τον κάνει μαλακότερο. Πιο συχνά τον κάνει απηνέστερο. Οι πιο άγριοι πόλεμοι είναι οι θρησκευτικοί.

  8. Ο/Η kimonbel λέει:

    Το άρθρο εμπεριστατωμένο και αποκαλυπτικό για την διαχρονική κοροϊδία του «Μακεδονικού»
    αναφέρει οτι » θα υποχρεώσει μια χώρα που την αναγνωρίζουν ως Μακεδονία περισσότερες από 130 άλλες, ανάμεσά τους οι ΗΠΑ-Ρωσία-Κίνα, Μ.Βρετανία-Σερβία-Bουλγαρία-Ελβετία-Τουρκία, ενώ τώρα ο Βούλγαρος πατριάρχης και η βουλγαρική Σύνοδος ομόφωνα αναγνώρισαν (27.11.2017) την Εκκλησία τους ως Μακεδονική κλπ-κλπ»
    Ερώτηση:Αφου η FYROM αναγνωρίζεται από την μεγαλύτερη πλειονότητα των κρατών 130 ,πρός τι το πάθος τους να αναγνωρισθούν από Ελλάδα και μόνο με το όνομα Μακεδονία;

  9. Ο/Η Ακοσμος Αιτωλος λέει:

    Το ονομα Μακεδονια στα Σκοπια τωρα το ειδαν οι Ελληνες?Οταν ζουσε ο Τιτο δεν το εβλεπαν? Τι εγραφε ο στυλος στην Ακροπολη?

  10. Ο/Η Frixos λέει:

    Αισιο και ευτυχες το νεο ετος
    http://www.iefimerida.gr/news/386663/apisteyto-poreia-me-psalmodies-kai-agiasmo-kata-toy-glyptoy-aggeloy-sto-faliro-eikones

    Και του χρονου -να ειμαστε καλα- να εορτασουμε πανω στα δενδρα

  11. Ο/Η massilia λέει:

    Απαντώντας στον kimonbel:

    Προς τι το πάθος ν’ αναγνωρισθούν από Ελλάδα;
    α) Διότι αυτό αποτελεί κοινή διεθνή υποχρέωση, τόσο της πΓΔΜ (γιατί το π με μικρό κι όχι με κεφαλαίο – όπως άλλωστε και το f/F πιο κάτω) αλλά και της Ελλάδας, σύμφωνα με την ενδιάμεση συμφωνία της 13/10/95.

    β) Διότι όσο δεν βρίσκεται κοινά αποδεκτή συμφωνία για το όνομα, η Ελλάδα μπορεί – χρησιμοποιώντας το ειδικό της βάρος (διπλωματικό, στρατιωτικό κλπ) να δημιουργεί προβλήματα στην ακατανόμαστη γείτονα, με χαρακτηριστικότερο παράδειγμα τη σύνοδο του ΝΑΤΟ στο Βουκουρέστι το 2008, όπου η Ελλάδα μπλόκαρε την υποψηφιότητα της ΠΓΔΜ, Ας σημειωθεί ότι κατά τη γνώμη ακόμα και Ελλήνων νομικών η κίνηση αυτή παραβίαζε το άρθρο 11 της ενδιάμεσης συμφωνίας, άποψη που συμμερίστηκε και το Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης το οποίο έκρινε υπέρ της ΠΓΔΜ στην προσφυγή της κατά της Ελλάδας με την απόφαση του της 5/12/2011

    γ) Διότι η ακατανόμαστη γείτων έχει γίνει δεκτή στους περισσότερους διεθνείς οργανισμούς (συμπεριλαμβανομένου και του ΟΗΕ) με προσωρινό όνομα πΓΔΜ (provisionally referred to for all purposes, pending settlement of the difference that has arisen over the name of the State). Κάτι που οδήγησε στην ενδιάμεση συμφωνία. Ειρήσθω εν παρόδω. ότι στον ΟΗΕ η χώρα αναγράφεται ως fYRoM (μικρό f), καθώς οι διπλωμάτες της είχαν θεωρήσει ότι πιθανή αναγραφή FYROM δημιουργούσε τετελεσμένο (αντίστοιχα ο ΟΗΕ είχε αποδεχθεί το αίτημα της Ελλάδας να μην αναγράφεται το όνομα Μακεδονία).

    Παρόλο που το ζήτημα έχει αρκετά λεπτά σημεία, νομίζω ότι το άρθρο του κ. Λασκαράτου είναι και εμπεριστατωμένο και διαυγές. Από μεριάς μου να θυμίσω, ότι στο Συμβούλιο Κορυφής της Λισαβόνας τον Ιούνιο του 1992 η Ελλάδα απέτρεψε την αναγνώριση της γείτονος, γεγονός που δημιούργησε τεράστια προβλήματα στη χώρα, ειδικά λαμβανομένων υπόψη των Γιουγκοσλαβικών πολέμων της δεκαετίας του 90. Επίσης τον οικονομικό αποκλεισμό που επέβαλε η κυβέρνηση Παπανδρέου στις 16/2/1994, και ο οποίος παρά λίγο να οδηγήσει στην ολική κατάρρευση της ακατανόμαστης (φαντάζομαι πως αυτός ήταν ο σκοπός). Τέλος να θυμίσω τα δύο βασικά συνθήματα του Ελληνικού εθνικισμού στα «μεγαλειώδη» καθοδηγούμενα συλλαλητήρια του 1992 «Η Μακεδονία είναι Ελληνική» και «Η Λύση είναι Μια, Σύνορα με τη Σερβία». Αλλά εδώ καταφέρανε και πείσανε έναν ολόκληρο λαό 10 εκατομμυρίων ανθρώπων ότι μια χώρα («κρατίδιο») 2 εκατομμυρίων ανθρώπων, χωρίς καθόλου στρατό, απειλούμενη με διάλυση από τον μεγαλοσέρβικο πολεμικό εθνικισμό από Βορρά και από την εθνοτικό πρόβλημα στο εσωτερικό, αποτελούσε απειλή για μια χώρα μέλος του ΝΑΤΟ που μόνο εκείνη τη χρονιά (1992) είχε ξοδέψει 4,9εκ δολάρια για όπλα. Κι ύστερα συζητάμε για το f με κεφαλαίο ή με μικρό

  12. Ο/Η Θεολόγος λέει:

    Gospodi pomiluj
    Orthodox macedonian chant


  13. Ο/Η Ντένης ο τρομερός λέει:

    http://tvxs.gr/news/ellada/aibaliotis-gia-toys-seismoys-sto-kilkis-ftaiei-i-prodosia-toy-onomatos-makedonia

    Αϊβαλιώτης: Για τους σεισμούς στο Κιλκίς φταίει η «προδοσία του ονόματος Μακεδονία»
    16:31 | 03 Ιαν. 2018
    Ο πρώην βουλευτής και εκπρόσωπος σήμερα της Εθνικής Ενότητας – ΛΑΟΣ, Κωστής Αϊβαλιώτης δίνει τη δική του… ερμηνεία για τους σεισμούς στο Κιλκίς.

    http://www.iospress.gr/ios2008/ios20080504.htm
    ΕΝΑ ΠΟΛΙΤΙΚΟ ΦΑΝΤΑΣΜΑ ΜΕΤΑΞΥ Ν.Δ.-ΛΑΟΣ-ΚΚΕ

    Ελευθεροτυπία, 4/5/2008
    Η Νέμεσις του κ. Κυδωνιάτη

    Ενα φάντασμα πλανιέται πάνω από την ελληνική πολιτική ζωή. Υπογράφει «Κώστας Κυδωνιάτης» και επί χρόνια ζύμωνε πολιτικοϊδεολογικά τους αναγνώστες του περιοδικού της «κόκκινης Λιάνας». Τα δικαστήρια θα αποφανθούν αν πρόκειται για τον βουλευτή του ΛΑΟΣ Κώστα Αϊβαλιώτη.

  14. Ο/Η Aκραίος Κεντρώος λέει:

    http://www.protagon.gr/apopseis/editorial/44341541487-44341541487

    Το Σκοπιανό, το «δάκρυ του εθνάρχη» και τα κόμματα
    Μιχάλης Μιχαήλ
    31 ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΥ 2017

    Ακόμη κι αν ο εκφραζόμενος «αντι-συριζαϊσμός» είναι κατανοητός, αυτό που δύσκολα μπορεί να γίνει ανεκτό είναι να αξιοποιείται ένα εκκρεμές εθνικό ζήτημα ως εργαλείο πολιτικών εξελίξεων στο εσωτερικό

    Δύσκολα μπορεί να αγνοηθεί η διαφαινόμενη τάση όσων επιζητούν την πτώση των ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ λόγω της διαφωνίας Καμμένου. Ομως ακόμη κι αν ο εκφραζόμενος «αντι-συριζαϊσμός» είναι κατανοητός, αυτό που δύσκολα μπορεί να γίνει ανεκτό είναι να αξιοποιείται ένα εκκρεμές εθνικό ζήτημα ως εργαλείο πολιτικών εξελίξεων στο εσωτερικό. Η Ελλάδα δεν έχει το περιθώριο των πολλαπλών ανοικτών εθνικών μετώπων στον περίγυρό της. Το πολιτικό σύστημα οφείλει να υποδείξει στην ελληνική κοινωνία ποια ζητήματα εγκυμονούν υπαρξιακούς κινδύνους για την χώρα και επί αυτών να επιζητηθεί εθνική συνεννόηση.

    Τούτων δοθέντων νομίζω ότι οι διαφωνίες του υπουργού Άμυνας είναι προφανές πως στοχεύουν στο να αποκτήσει και πάλι πατριωτικό εθνικιστικό ακροατήριο μπας και μπει στην επόμενη Βουλή. Με τις δημοσκοπήσεις να δείχνουν ότι στις επόμενες εκλογές είναι λίαν αμφίβολο αν οι Ανεξάρτητοι Ελληνες θα πιάσουν το 3%, η «υπεράσπιση» των εθνικών δικαίων ηχεί όμορφα στα αυτιά του πατριωτικού ακροατηρίου, ιδίως στη Βόρειο Ελλάδα, και φαντάζει ως το χαρτί της πολιτικής επιβίωσης των ΑΝΕΛ.

    Αξιοσημείωτη ωστόσο είναι η στάση της αξιωματικής αντιπολίτευσης. Ο Κυριάκος Μητσοτάκης βάζει θέμα δεδηλωμένης, υπό τον φόβο μήπως χρειαστεί να ψηφίσει κάποια συμβιβαστική πρόταση. Όχι γιατί δεν τη θέλει, αλλά γιατί κινδυνεύει να χάσει ένα σημαντικό συντηρητικό ακροατήριο που συγκινείται ακόμη από το δάκρυ του «Εθνάρχη», Κωνσταντίνου Καραμανλή ενώ παράλληλα ίσως έρθει σε κόντρα με τους υποστηρικτές του Αντώνη Σαμαρά.

    Υπάρχουν βεβαίως και εκείνοι, όπως ο Σταύρος Θεοδωράκης και ο Θανάσης Θεοχαρόπουλος, που τοποθετούνται με ειλικρινή υπευθυνότητα και αγωνία για τη διευθέτηση της σύνθετης εθνικής εκκρεμότητας με τη γειτονική χώρα. Οι υπόνοιες ότι δεν θα κινηθεί στην ίδια κατεύθυνση η Φώφη Γεννηματά δεν τεκμαίρονται από πουθενά αφού δεν έχει προταθεί επισήμως, όπως προαναφέρθηκε, σύνθετη ονομασία με τον όρο Μακεδονία.

  15. Ο/Η laskaratos λέει:

    Μιλάνε όλοι μιλάνε και οι εν βαρβαρότητι κληρονόμοι του αρχισταυρωτή Μεγαλέξανδρου:

    Γράφτηκε από τον/την Romfea.gr. Τετάρτη, 10 Ιανουαρίου 2018

    ΔΙΣ: »Η Εκκλησία δεν μπορεί να αποδεχθεί την απονομή του όρου «Μακεδονία»»

  16. Ο/Η massilia λέει:

    Κύριε Λασκαράτο,
    Αμφιβάλλατε ότι θα πλειοδοτούσαν σε μισαλλοδοξία, ανορθολογισμό και οπισθοδρομικότητα; Εμπρός για το νέο 1912. Back to the future… Στις προκλήσεις των νέων καιρών απαντάμε με Γερμανό Καραβαγγέλη, Αλ. Σούτσο και Πηνελόπη Δέλτα. Διά την γεωγραφικήν της θέσιν η Ελλάς είναι το κέντρον της Ευρώπης, ισταμένη και έχουσα εκ μεν δεξιών την Ανατολήν, εξ αριστερών δε την Δύσιν, προώρισται, ώστε δια μεν της πτώσεως αυτής να φωτίση την Δύσιν, διά δε της αναγεννήσεώς της την Ανατολήν. Η πιο απλά: «Είναι βαριά, βαριά η π….. του τσολιά». Εμπρός όλοι μαζί παιδιά για μια καινούργια μεγάλη Ελλάδα.

  17. Ο/Η Μητροπολίτης Χλωρίνης λέει:

  18. Ο/Η laskaratos λέει:

    Ενώ το μουλωχτό ΚΚΕ και ο γελοίος πρωθυπουργός κάνουν την πάπια

    Το Ποτάμι: »Η εξωτερική πολιτική δεν είναι υπόθεση της Εκκλησίας»

    «Μολονότι η σημερινή απόφαση της Διαρκούς Ιεράς Συνόδου δεν θυμίζει σε τίποτα τα εμπρηστικά κηρύγματα του παρελθόντος και παρά το γεγονός ότι ο Αρχιεπίσκοπος δεν επιδοκιμάζει τη γραμμή των συλλαλητηρίων, οφείλουμε να σημειώσουμε -με αφορμή τη σημερινή απόφαση- ότι η άσκηση εξωτερικής πολιτικής είναι ευθύνη της κυβέρνησης. Η Εκκλησία της Ελλάδος διαδραματίζει κι έχει να διαδραματίσει περαιτέρω σημαντικό ρόλο στον δικό της τομέα. Η χώρα έχει πληρώσει ακριβά τις ανεδαφικές θέσεις του παρελθόντος και τον λαϊκισμό στο ζήτημα της ονομασίας της ΠΓΔΜ. Η τοποθέτηση της Ιεράς Συνόδου σε ένα τόσο κρίσιμο ζήτημα εξωτερικής πολιτικής, σε αντίθεση με την εθνική γραμμή για σύνθετη ονομασία erga omnes, καθ΄υπέρβασιν του ρόλου της, δυσχεραίνει την επίλυση ενός προβλήματος που διαιωνίζεται σε βάρος των συμφερόντων της χώρας. «Τα του Καίσαρος τω Καίσαρι και τα του Θεού τω Θεώ»»

  19. Ο/Η laskaratos λέει:

    Τεράστιο ατόπημα Κουμουτσάκου και ΝΔ.
    Η κρατική εθνική Εκκλησία του Αρχισταυρωτή Μεγαλέξανδρου προκαλεί

    http://www.skai.gr/news/politics/article/364253/koumoutsakos-terastio-atopima-kotzia-oi-diloseis-tou-gia-tin-ekklisia/#ixzz53t5D70u2

    Κουμουτσάκος: Τεράστιο ατόπημα Κοτζιά οι δηλώσεις του για την Εκκλησία
    Αναφερόμενος στα όσα διέρρευσαν χθες πηγές του ΥΠΕΞ περί συμπόρευσης της Εκκλησίας με τη Χρυσή Αυγή στο ζήτημα του ονοματολογικού των Σκοπίων, ο κ. Κουμουτσάκος μιλώντας στο ΑΠΕ-ΜΠΕ έκανε λόγο για «ατόπημα» και ζητεί από τον κ. Κοτζιά να το διορθώσει.

  20. Ο/Η Ηφαιστίων Μιχαλολιάκος-Εξαγωγέφς λέει:

    Διαβάστε όλο το άρθρο

    http://www.iospress.gr/ios2007/ios20071111.htm

    ΤΟ ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΟ ΘΑΥΜΑ ΣΤΗΝ ΠΓΔΜ

    Η αθέατη πλευρά του Μακεδονικού

    Δεδομένου ότι μεγάλο μέρος των ελληνικών κεφαλαίων έχει εισρεύσει στην ΠΓΔΜ μέσω εταιρειών ελληνικών συμφερόντων, που έχουν την έδρα τους και σε άλλες χώρες (Ολλανδία, Λουξεμβούργο, Κύπρος, Ιρλανδία), και λαμβάνοντας υπόψη τις ιδιωτικοποιήσεις και εξαγορές (ΕΛΛ.ΠΕ.-ΟΚΤΑ, ETE-Stopanska Bank, OTE-Cosmofon, TITAN-UJSE, 3E-Pivara, Alpha Bank, Kyriakidis, Elbisco-Zitolux), το μέγεθος των ελληνικών επενδύσεων, σύμφωνα με το επενδεδυμένο κεφάλαιο, είναι ανώτερο του επισήμως εγγεγραμμένου και ανέρχεται σε 950 εκατ. ευρώ, καταλαμβάνοντας την πρώτη θέση και απασχολώντας πάνω από 20.000 άτομα, ενώ οι σαράντα μεγαλύτερες εταιρείες ελληνικών συμφερόντων στην ΠΓΔΜ διαθέτουν επενδεδυμένο κεφάλαιο 830 εκατ. ευρώ.

    Στο σύνολο της αξίας των ελληνικών επενδύσεων, το 25% καταλαμβάνουν οι επενδύσεις στον τομέα πετρελαίου, το 17% σε τηλεπικοινωνίες, το 28% σε Τράπεζες, το 10% σε κλάδο τροφίμων, 15% σε βιομηχανία και το 5% σε λοιπούς τομείς. Ακόμα και στο ένα από τα τρία ιδιωτικά τηλεοπτικά κανάλια της ΠΓΔΜ (Alpha) υπάρχει συμμετοχή ελληνικού κεφαλαίου.

    Σύμφωνα με στοιχεία της Εθνικής Στατιστικής Υπηρεσίας της Ελλάδος (ΕΣΥΕ), το 2005 οι ελληνικές εξαγωγές προς την ΠΓΔΜ αυξήθηκαν κατά 6,72%, σε σχέση με το 2004 (από 382,1 εκατ. δολ. σε 407,9 εκατ.), ενώ οι ελληνικές εισαγωγές από ΠΓΔΜ αυξήθηκαν κατά 63,49% (από 150,4 εκατ. δολ. σε 245,9 εκατ.). Το 2005, ο όγκος εμπορίου αυξήθηκε κατά 22,17% (από 532,5 εκατ. δολ. σε 653,8 εκατ.) και το εμπορικό ισοζύγιο διατηρήθηκε θετικό για την Ελλάδα (162 εκατ. δολ.) παρά τη μείωσή του κατά 30,08% σε σχέση με το 2004 (231,7 εκατ.). Η ραγδαία αύξηση των ελληνικών εισαγωγών από ΠΓΔΜ οφείλεται στο γεγονός ότι οι ελληνικές εταιρείες οι οποίες έχουν εγκατασταθεί στην ΠΓΔΜ εισάγουν πρώτες ύλες από την Ελλάδα και επανεξάγουν το προϊόν τους στην Ελλάδα (παθητική τελειοποίηση, κοινώς «φασόν»).

    Περιττό να πούμε ότι ένα είναι το όνομα των γειτόνων μας για όλες αυτές τις επιχειρήσεις (ανεξάρτητα από το αν πρόκειται για θυγατρικές ελληνικών κρατικών εταιρειών είτε για ιδιωτικές επενδύσεις): «Δημοκρατία της Μακεδονίας».

    Αυτό το «ελληνικό θαύμα» στην ΠΓΔΜ δεν έγινε τυχαία. Μετά την άρση του εμπάργκο και την υπογραφή της Ενδιάμεσης Συμφωνίας ανέλαβαν πρωτοβουλία στελέχη του επιχειρηματικού κόσμου που είχαν γνώση του χώρου της Γιουγκοσλαβίας. Είναι χαρακτηριστικό ότι το λόμπι των ξένων εισαγωγέων στην ΠΓΔΜ συντονίζεται κυρίως από τον οργανισμό International Council of Investors (ICI), που ιδρύθηκε το 2002 από 11 Ελληνες, με τη βοήθεια του Συνδέσμου Εξαγωγέων Βορείου Ελλάδος.

    Εντυπωσιακή είναι και η ανάπτυξη του τουρισμού μεταξύ των δύο κρατών. Παρά την αβάσταχτα ακριβή βίζα (35 ευρώ), το 2006 επισκέφθηκαν την Ελλάδα 443.319 τουρίστες από την ΠΓΔΜ, που είναι η πρώτη χώρα, για την Ελλάδα, σε αριθμό έκδοσης βίζας, με 100.000 περίπου θεωρήσεις ετησίως.

    Ανέφελη συνεργασία;

    Από την άλλη μεριά, η ΠΓΔΜ έχει μονομερώς καταργήσει τη βίζα από χρόνια, διευκολύνοντας τους Ελληνες να επισκέπτονται τη χώρα τους ακόμα και για έναν καφέ. Μάλιστα, από τον Ιούνιο του 2007, έπειτα από διάβημα των τουριστικών πρακτόρων, η ΠΓΔΜ αποφάσισε να επιτρέπει την είσοδο με την επίδειξη απλά της ελληνικής ταυτότητας, ξεπερνώντας έτσι τις δυσκολίες που προκάλεσε η καθυστέρηση έκδοσης διαβατηρίων από την ΕΛ.ΑΣ.

    Την περίοδο 1997-2002, η Ελλάδα χορήγησε συνολικά ποσόν 53,27 εκατομμυρίων ευρώ, με τη μορφή αναπτυξιακής βοήθειας, στην ΠΓΔΜ και ειδικότερα στους τομείς υγείας, εκπαίδευσης, προστασίας του περιβάλλοντος, εμπορίου, δημόσιας διοίκησης και ανθρωπιστικής βοήθειας.

    Η Ελλάδα βρίσκεται στην τρίτη θέση μεταξύ των κρατών που χορηγούν βοήθεια στην ΠΓΔΜ, μετά τις ΗΠΑ και τη Γερμανία. Το πενταετές Ελληνικό Σχέδιο για την Οικονομική Ανασυγκρότηση των Βαλκανίων (ΕΣΟΑΒ 2002-2006) προβλέπει τη χορήγηση 74, 84 εκατ. ευρώ στην ΠΓΔΜ. Ελλάδα και ΠΓΔΜ συνεργάζονται στο επιχειρησιακό πρόγραμμα διασυνοριακής συνεργασίας Interreg ΙΙΙ 2000-2006, μοιράζοντας συνολικούς πόρους 103 εκατ. ευρώ με στόχο «να μην αποτελούν τα εθνικά σύνορα εμπόδιο στην ισόρροπη ανάπτυξη και στην ενοποίηση του ευρωπαϊκού εδάφους».

    Η περιγραφή των οικονομικών σχέσεων των δύο χωρών δεν μπορεί, φυσικά, να καλύψει την πολιτική διαμάχη γύρω από το όνομα. Ομως, απ’ την άλλη πλευρά, αν δεν λάβει κανείς υπόψη του αυτή την πραγματικότητα, δεν μπορεί να αντιληφθεί τις παλινωδίες των εκάστοτε κυβερνήσεων και των δύο χωρών που πίσω από τις εθνικιστικές εξάρσεις και τους λεονταρισμούς κρύβουν μια υπολογίσιμη και αναπτυσσόμενη συνεργασία.

    Για την ελληνική πλευρά, το πραγματικό πολιτικό δίλημμα δεν είναι αυτό που καταγράφεται στις πρόσφατες δημοσκοπήσεις. Το πραγματικό δίλημμα είναι αν η Ελλάδα επιθυμεί την επιβίωση του νέου αυτού κρατικού μορφώματος ή επιδιώκει την αποσταθεροποίησή του. Υπογράφοντας την Ενδιάμεση Συμφωνία το 1995, η Ελλάδα όχι μόνο αποδέχτηκε (έστω και προσωρινά) μια σύνθετη ονομασία της γειτονικής χώρας (γιατί τι άλλο είναι το ΠΓΔ Μακεδονίας;), αλλά κυρίως εξέφρασε την πολιτική της βούληση για σταθεροποίηση του νέου κράτους, και ανέλαβε την ευθύνη της στήριξής του -οικονομικά, πολιτικά, ακόμα και στρατιωτικά- στη δύσκολη περίοδο που μεσολάβησε από τότε και ιδίως κατά την κρίση του 2001 που έφερε τη χώρα στα πρόθυρα της διάλυσης.

    Δεν είναι, ασφαλώς, τυχαίο το γεγονός ότι οι ίδιοι που ξεσηκώνονται σήμερα για να ξανασώσουν την «ελληνική Μακεδονία που είναι ελληνική» είναι εκείνοι που θεώρησαν την Ενδιάμεση Συμφωνία του 1995 ισοδύναμη με τις Συμφωνίες Ζυρίχης και Λονδίνου και την πολέμησαν εξαρχής. Ομως, η Συμφωνία του 1995 απέδειξε ότι η ΠΓΔΜ και η Ελλάδα μπορούν να συνυπάρξουν ως εταίροι στα Βαλκάνια και την Ευρώπη, προς όφελος και των δύο.

    *Το δίλημμα, επομένως, της κυβέρνησης Καραμανλή είναι αν θα ακολουθήσει αυτή την πολιτική συνεργασίας (που θα σταθεροποιεί την ΠΓΔΜ) ή θα γίνει και η Ελλάδα παράγοντας κρίσης και αποσταθεροποίησης στην περιοχή. Η κρίση στις σχέσεις της Ελλάδας με την ΠΓΔΜ δεν θα κακοκαρδίσει μόνο τους υπερατλαντικούς συμμάχους μας, αλλά θα βάλει σε δοκιμασία αυτή τη χώρα, με αποτέλεσμα να δοκιμαστεί η σταθερότητα σε όλη την περιοχή. Ποιος θα πάρει την ευθύνη για μια τέτοια εξέλιξη; Ο κ. Καρατζαφέρης και ο κ. Ψωμιάδης;

    (…..)

    *Στην πραγματικότητα, όσοι μιλούν στην Ελλάδα για αλυτρωτισμό των Σκοπίων έχουν στο μυαλό τους ένα εσωτερικό πρόβλημα της Ελλάδας. Οπως έχουμε αναλύσει σε πολλές ευκαιρίες, η χώρα μας, παραβιάζοντας κάθε σύγχρονη αρχή δικαίου, εξακολουθεί να διατηρεί το καθεστώς του εμφυλίου πολέμου για την κατηγορία των σλαβομακεδόνων πολιτικών προσφύγων που κατοικούν κυρίως στην ΠΓΔΜ. Οι ηττημένοι φυγάδες του εμφυλίου που έχουν γεννηθεί στην Ελλάδα δεν έχουν ακόμα το δικαίωμα ούτε καν να επισκεφτούν τα χωριά τους.

    Ακόμα και ένα απλό πιστοποιητικό γέννησης τους αρνείται το ελληνικό κράτος, με τη δικαιολογία ότι απώλεσαν την ιθαγένειά τους. Οσοι καταγγέλλουν, λοιπόν, τις εθνικιστικές κραυγές που προέρχονται από την ΠΓΔΜ, στην πραγματικότητα μιλούν με όρους εμφυλίου. Δεν είναι τυχαίο που οι παραδοσιακοί αντικομμουνιστές, οι χουντικοί, τα στελέχη του μετεμφυλιακού κράτους και της Εκκλησίας πρωτοστατούν σ’ αυτή την κατεύθυνση. Αλλά ο κοινός τόπος όλων αυτών είναι ότι η ΠΓΔΜ πρέπει να διαλυθεί.

    γ) Ο μοναδικός πραγματικός κίνδυνος από την κατοχύρωση στο γειτονικό κράτος του ονόματος της Μακεδονίας είναι η σταδιακή ή άμεση παρεμπόδιση της χρήσης του όρου αυτού από την ελληνική πλευρά, ειδικά στον εμπορικό τομέα. Σε μια παγκοσμιοποιημένη οικονομία είναι δύσκολο να συνυπάρχουν προϊόντα διαφορετικών χωρών με την ίδια «ονομασία προέλευσης».

    Μπορεί να κερδίσαμε τη μάχη της «φέτας», αλλά κινδυνεύουμε να χάσουμε σ’ αυτό το επίπεδο τη μάχη της «Μακεδονίας», αν δεν φροντίσουμε να υπάρξει μια συνολική συμφωνία με τη γειτονική χώρα, στην οποία θα περιλαμβάνεται και το δικαίωμα της χρήσης του όρου και από τις δύο πλευρές.

    *Και όμως. Αυτόν τον μόνο σοβαρό κίνδυνο που αντιμετωπίζει η Ελλάδα φαίνεται ότι τον υποτιμούν απόλυτα οι κυβερνώντες. Στις 8.4.05, ο τότε υπουργός Εξωτερικών Πέτρος Μολυβιάτης δέχτηκε ως βάση διαπραγμάτευσης το όνομα Republika Makedonija-Skopje, το οποίο πρότεινε ο Μάθιου Νίμιτς, παραβλέποντας ότι στην ίδια πρόταση περιλαμβανόταν η υπόδειξη να πάψουν τα δύο μέρη να κάνουν χρήση του όρου «Μακεδονία» στις διεθνείς τους σχέσεις.

    ΟΙ ΜΕΓΑΛΥΤΕΡΕΣ ΕΛΛΗΝΙΚΕΣ ΕΠΕΝΔΥΣΕΙΣ ΣΤΗΝ ΠΓΔΜ (2006)

    Ο δεκάλογος του καλού επενδυτή
    Ελευθεροτυπία, 11/11/2007

  21. Ο/Η Μεγαλέκος λέει:

    http://www.lifo.gr/articles/greece_articles/176148/syzitisi-me-enan-aktivisti-aytoprosdiorizomeno-os-makedona-gia-ena-ethniko-thema-tampoy

    Συζήτηση με έναν ακτιβιστή αυτοπροσδιοριζόμενο ως «Μακεδόνα» για ένα εθνικό θέμα- ταμπού

    Μια διερευνητική συνομιλία για τις ιστορικές περιπέτειες μιας «ακατονόμαστης» μειονότητας από μερικούς χιλιάδες εναπομείναντες μειονοτικούς που αυτοπροσδιορίζονται ως Μακεδόνες ή γηγενείς Μακεδόνες.

    ΘΟΔΩΡΗΣ ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ 15.1.2018 | SHARES 107 ΣΧΟΛΙΑ 15

    Η κινητικότητα που παρατηρείται ξανά τελευταία στο επίμαχο, για την Ελλάδα βασικά, ζήτημα της ονομασίας της ΠΓΔΜ με παρακίνησε να απευθυνθώ σε έναν γνωστό για τη δικαιωματική δράση του εκπρόσωπο μιας μειονότητας εξίσου «ακατονόμαστης» με τη γειτονική χώρα. «Ακατονόμαστες» παραμένουν επίσης στα καθ’ ημάς η κουλτούρα και η γλώσσα της, που είχα, θυμάμαι, πρωτακούσει μικρότερος σε οικογενειακό ταξίδι στις Πρέσπες και που εξακολουθεί να είναι θέμα «υπό διαπραγμάτευση», ακόμα κι αν πρόκειται για παραδοσιακά τραγούδια σε λαϊκά πανηγύρια. Ο λόγος για τους μερικούς χιλιάδες εναπομείναντες μειονοτικούς που αυτοπροσδιορίζονται ως Μακεδόνες ή γηγενείς Μακεδόνες και που διαθέτουν, καθώς λένε, μια ξεχωριστή μακεδονική –ούτε ελληνική, ούτε σλαβική, ούτε βουλγαρική– εθνοτική συνείδηση, μια πληθυσμιακή ομάδα με πολύ ενδιαφέρουσα όσο και δραματική ιστορία εξαιτίας τόσο των συγκυριών όσο και των διώξεων που υπέστη τα νεότερα χρόνια. Ο συνομιλητής μου, κάτοικος Φλώρινας (Lerin για τους μειονοτικούς), αρχιτέκτονας μηχανικός το επάγγελμα, υπήρξε συνιδρυτής της Μακεδονικής Επιτροπής Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (1989), της Μακεδονικής Κίνησης Βαλκανικής Ευημερίας (ΜΑΚΙΒΕ) το 1992 και του μειονοτικού κόμματος Ουράνιο Τόξο/Vino Zito (1994). Έχει φτάσει στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΔΔΑ), διεκδικώντας επίσημη αναγνώριση της μειονότητας και των δραστηριοτήτων της – υποθέσεις που κερδήθηκαν, με την Ελλάδα να μη συμμορφώνεται και τον ίδιο καθώς και το μειονοτικό κόμμα να έχουν επανειλημμένα χαρακτηριστεί «ανθέλληνες», «πράκτορες» των Σκοπιανών/των Αμερικανών/των Βούλγαρων κ.λπ. Ως μικρό παιδί έμαθα την «ανύπαρκτη» γλώσσα από τους γονείς μου και ειδικά από τη γιαγιά μου, που δεν ήξερε γρι ελληνικά. Απορρίπτει εξαρχής εθνικισμούς, μεγαλοϊδεατισμούς, αλυτρωτισμούς και «αρχαιοπληξίες» απ’ όποια πλευρά των συνόρων κι αν προέρχονται.


    Παύλος Βοσκόπουλος-Φιλίποβ

    Μεγάλο ενδιαφέρον παρουσιάζει η καθοριστική για τη μειονότητα περίοδος του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, και ειδικά του Εμφυλίου, οπότε στο μεγαλύτερο μέρος της στρατεύτηκε στον Δημοκρατικό Στρατό Ελλάδας (ΔΣΕ), με τους εξόριστους πολιτικούς της πρόσφυγες και τους απογόνους τους να στερούνται ακόμη την ιθαγένεια και το δικαίωμα επιστροφής. Κάτι ακόμα αξιοπρόσεκτο είναι οι σχέσεις της σύγχρονης μακεδονικής εθνογένεσης (τέλη 19ου αιώνα) με τις πρώιμες σοσιαλιστικές και αναρχικές ιδεολογίες, όπου επίσης αναφέρεται. Ανεξάρτητα από το αν θα συμφωνήσει ή θα διαφωνήσει κανείς με τις απόψεις του –ο Παύλος δηλώνει πάντα πρόθυμος για διάλογο–, τα ιστορικά γεγονότα που παραθέτει είναι πραγματικά, η ύπαρξη αυτής της μειονότητας επίσης, οπότε είναι πολλά τα ερεθίσματα για σκέψη και συζήτηση αναφορικά με ένα ακόμα ζήτημα-«ταμπού» της σύγχρονης Ιστορίας μας.

    — Πώς αυτοπροσδιορίζονται οι μειονοτικοί της Ελλάδας, πόσοι υπολογίζονται σήμερα ότι είναι και ποια τα κύρια αιτήματά τους; Αυτό, αγαπητέ, εξαρτάται από το επίπεδο και το είδος συνείδησης κάθε πολίτη όσον αφορά τη γλωσσική, πολιτιστική ή πολιτική συνείδηση καθενός. Στη Βόρεια Ελλάδα θα ακούσεις όρους όπως «ντόπιος», «Μακεδόνας», «ντόπιος Μακεδόνας», «εθνικά Μακεδόνας» ή διάφορους συνδυασμούς. Οι λάτρεις της κοινωνικής ανθρωπολογίας θα διαπιστώσουν ότι η περιοχή και ο πληθυσμός είναι πραγματικό Ελντοράντο που προσφέρεται για μελέτη! Αν προσθέσουμε τον γλωσσικό παράγοντα και τη σχετιζόμενη με αυτόν διαφορετικότητα, διαπιστώνουμε κι εκεί ανάλογους όρους. Το ίδιο συμβαίνει όσον αφορά τον λαϊκό πολιτισμό, κυρίως στα χωριά. Με γνώμονα λοιπόν τη γλωσσική-πολιτιστική διαφορετικότητα του πληθυσμού, μπορούμε να πούμε ότι αυτή εκφράζεται σε περίπου 500 χωριά. Στα μισά σχεδόν από αυτά, τα λεγόμενα μεικτά, συναντά κανείς επίσης ιδιαίτερες γλωσσικές ή πολιτιστικές ιδιαιτερότητες πληθυσμών που εγκαταστάθηκαν εκεί μετά το 1923.

    — Ορισμένοι λένε ότι ευχαρίστως θα σας αναγνώριζαν ως Σλαβομακεδόνες αλλά όχι ως Μακεδόνες «σκέτους», γιατί αυτό κρύβει αλυτρωτισμό.

    Όσοι αναγνωρίζουν «Σλαβομακεδόνες» και όχι Μακεδόνες υιοθετούν το στερεότυπο του μέσου Έλληνα πολίτη που βασίζεται στην παράμετρο του εθνικού μας μύθου ότι «η Μακεδονία μας είναι ελληνική από αρχαιοτάτων χρόνων, οι δε Σλάβοι ήρθαν τον 6ο αιώνα στην περιοχή». Με τη χρήση του όρου «Σλαβομακεδόνας», που ξεκίνησε να χρησιμοποιείται στους λεγόμενους αριστερούς χώρους κατά τη διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου και αργότερα, αμφισβητείται εμμέσως η ιδιαίτερη μακεδονική εθνική ταυτότητα. Αν, τώρα, κάποιος «πάσχει» από αλυτρωτικές εμμονές, εύκολα επινοεί αυθαίρετους όρους. Μπορεί κάποιος να αυτοπροσδιορίζεται μόνο ως Σλάβος και πάλι να έχει αλυτρωτικές ορέξεις! Εξαρτάται από την εκπαίδευση και την κουλτούρα που έχει λάβει. Πιστεύω ότι κάθε μεγαλοϊδεατική ή αλυτρωτική πολιτική ιδεολογία πρέπει να καταδικάζεται, όπως βέβαια και οποιαδήποτε πολιτική καταπίεσης στην έκφραση της διαφορετικότητας σε εθνικό, γλωσσικό ή ακόμη και σεξουαλικό επίπεδο.

    — Τι θα απαντούσες σε έναν Μακεδόνα με ελληνική εθνική συνείδηση που θα διεκδικούσε αποκλειστικότητα στην ονομασία;

    Ο συμπολίτης αυτός έχει απλώς έλλειμμα γνώσης σχετικά με την ξεχωριστή μακεδονική εθνική ταυτότητα που εμφανίστηκε περί τα 1880 και μετά, όταν κάτοικοι της τότε Οθωμανικής Αυτοκρατορίας που διαβιούσαν στα εδάφη αυτά άρχισαν να επιλέγουν και να διεκδικούν έναν ξέχωρο εθνοτικό προσδιορισμό.

    — Είναι γνωστό ότι παλιότερα υπήρξαν διώξεις, απαγορεύσεις της γλώσσας, των εθίμων των μειονοτικών, άλλαξαν ονόματα, τοπικές ονομασίες κ.λπ. Πόσο έχουν βελτιωθεί έκτοτε τα πράγματα; Η Ελλάδα εφάρμοσε πράγματι πολιτικές καταπίεσης και αφομοίωσης ετερόκλητων γλωσσικά-πολιτιστικά πληθυσμών ανά την επικράτεια ήδη από την ίδρυσή της και ανάλογα με την εδαφική της επέκταση στη συνέχεια, όπως άλλωστε έπραξαν λίγο-πολύ όλα τα βαλκανικά κράτη. Η πολιτική αυτή εξακολούθησε και μετά τους Βαλκανικούς Πολέμους στα εδάφη που προσαρτήθηκαν τότε. Μετά το ’80 βελτιώθηκε όντως η κατάσταση, κυρίως επειδή πολλοί μειονοτικοί ήλπιζαν ότι η λεγόμενη «αλλαγή» θα τους επέτρεπε να εκφράσουν την ιδιαίτερη μακεδονικότητά τους. Άλλωστε οι συνειδητοποιημένοι Μακεδόνες είναι κυρίως αριστερών πολιτικών πεποιθήσεων. Δεν είναι τυχαίο ότι στον Εμφύλιο του 1944-49 οι περισσότεροι συντάχθηκαν με τον ΔΣΕ. Οπότε, πολλές δεκαετίες μετά βρίσκονταν στην ηττημένη πλευρά και σιωπούσαν, είτε με το καλό είτε με το κακό. Όμως η «αλλαγή» άφησε τους Μακεδόνες πολιτικούς πρόσφυγες, και με σφραγίδα πλέον, εκτός γενέθλιας γης με τον νόμο Γεννηματά-Σκουλαρίκη του 1982, όπου γίνεται αναφορά σε δικαίωμα επαναπατρισμού πολιτικών προσφύγων «Ελλήνων το γένος» μόνον… Ουσιαστικά καμία κυβέρνηση, ούτε η σημερινή, δεν προχώρησε στην αναγνώριση της σύγχρονης μακεδονικής γλώσσας ή στην αποκατάσταση των Μακεδόνων πολιτικών προσφύγων του Εμφυλίου.

    — Οι δικές σου μνήμες από εκείνη την εποχή ως μαθητή, φοιτητή κ.ο.κ.; Πότε και πώς ανακάλυψες την ιδιαίτερη εθνοτική σου ταυτότητα; Καταρχάς, ως μικρό παιδί έμαθα την «ανύπαρκτη» γλώσσα από τους γονείς μου και ειδικά από τη γιαγιά μου, που δεν ήξερε γρι ελληνικά. Η γλωσσική χειραφέτηση ήρθε αυθόρμητα. Στο γυμνάσιο μού έκανε παρατήρηση η φιλόλογος να μη χρησιμοποιώ το «ιδίωμα» στα διαλείμματα με τους φίλους γιατί ήταν, έλεγε, τροχοπέδη στην πρόοδο και στην ανάπτυξη των γνώσεών μου στη νεοελληνική. Αυτό υπήρξε η αφορμή να «ψαχτώ», η δε παράλληλη ενασχόλησή μου με το φολκλόρ και τη λαϊκή παράδοση μου έδωσε το κύριο ερέθισμα σχετικά. Παρατηρούσα ότι τα μουσικά μας ακούσματα ήταν «μουγγά» κι εμένα δεν μου άρεσε τότε, ως χορευτής που ήμουν, να ακούω τα παραδοσιακά νησιώτικα ή καλαματιανά να συνοδεύονται κανονικά από στίχους, ενώ τα ντόπια μακεδονίτικα να παίζονται αποκλειστικά «ινστρουμένταλ». Ακόμη και σήμερα, φαντάσου, γίνεται «μάχη» σε πολιτιστικούς συλλόγους και λαϊκές εκδηλώσεις στα δικά μας χωριά για το αν θα ακουστεί κάποιο τραγούδι στην «ανύπαρκτη» γλώσσα. Εμείς, όταν πρόκειται να πάμε σε ένα τέτοιο δρώμενο, ρωτάμε χαριτολογώντας τους φίλους εκεί αν θα είναι η «ταινία» βουβή ή ομιλούσα! — Ποια θεωρείς κομβική στιγμή στη νεότερη Ιστορία για την εδώ μειονότητα; Ήταν ο Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος πράγματι καθοριστικός; Ναι, η περίοδος εκείνη έχει τεράστια σημασία, ειδικά ο Εμφύλιος. Από το 1913 μέχρι τον Β’ Παγκόσμιο ο αυτόχθονας μακεδονικός πληθυσμός υπέστη άγρια καταπίεση, εκτοπίσεις, ακόμα και δολοφονίες, με αποκορύφωμα την περίοδο Μεταξά. Θεωρητικά, επομένως, οι Μακεδόνες θα είχαν κάθε λόγο να καλωσορίσουν τους στρατιώτες του Άξονα. Κι όμως, ελάχιστοι συνεργάστηκαν με τις γερμανικές και βουλγαρικές κατοχικές αρχές. Η συντριπτική πλειονότητα συμπορεύτηκε, όπως είπαμε, με την τότε αριστερά, πολλοί μάλιστα βγήκαν στην Αντίσταση. Στον Εμφύλιο, χιλιάδες μαχητές του ΔΣΕ στον Βορρά ήταν Μακεδόνες μειονοτικοί που στάθηκαν «ώμο με ώμο» στα βουνά με τους Έλληνες συντρόφους τους. Σήμερα, οι μεν δεξιοί μάς λασπολογούν ως πράκτορες των Σκοπίων, οι δε αριστεροί ως πράκτορες των Αμερικανών, του Σόρος κ.λπ.! — Σε ποιον «ανήκουν» τελικά ο Μεγαλέξανδρος, ο Κύριλλος και ο Μεθόδιος, ο Ιουστινιανός, η ίδια η ονομασία Μακεδονία κ.λπ.; Είναι, άραγε, τόσο πιο σημαντικό να ερίζουμε για μια συχνά αμφίβολη αρχαία κληρονομιά; Τα λεγόμενα εθνικά κράτη επιλέγουν πετράδια του παρελθόντος και φτιάχνουν ένα φανταχτερό «μωσαϊκό» (την ιστορία τους δηλαδή) – φανταχτερό κατά το δοκούν. Τα «κακά», τα «άσχημα» πετράδια είτε τα κατστρέφουν είτε τα αγνοούν. Έτσι φτιάχνονται οι «εθνικές ιστορίες-Ευαγγέλια». Από ιδρύσεως του σύγχρονου ελληνικού κράτους οι κυβερνώντες οικοδόμησαν την εθνική ιδεολογία και έπεισαν-πείθουν τους πολίτες τους ότι είναι απόγονοι και κληρονόμοι του Σωκράτη και του Περικλή. Η μακεδονική παράμετρος γίνεται τμήμα του σύγχρονου ελληνικού εθνικού μύθου κυρίως μετά το 1912-13. Ο μέσος Έλληνας πολίτης εξακολουθεί να πάσχει από αρχαιοπληξία. Το Abecedar, το πρώτο ελληνο-μακεδονικό αλφαβητάρι

    — Πώς ορίζεται ωστόσο αυτή η ξεχωριστή μακεδονική ταυτότητα; Ρωτώ γιατί κάποιοι θεωρούν την ταυτότητα αυτή και τη γλώσσα φτιαχτές, πως οι Μακεδόνες των Σκοπίων δεν είναι παρά Σλάβοι, Βούλγαροι κ.λπ. Κάποιος Πούλεσκι το 1875 έγραψε: «Народ се велит људи који се од еден Род и који зборувајет еднаков збор и који Живувајет и се другарат еден со други и Који имајет еднакви обичаји и песни и весеља,Тије људите ги викајет народ, а местото во Које живуват народ се велитотечство од Тој народ. Така и Македонциве се народ и местото нивно е Македонија». Ότι δηλαδή, σε ελεύθερη μετάφραση, «λαός είναι ένα σύνολο ανθρώπων που έχουν την ίδια καταγωγή, ομιλούν την ίδια γλώσσα, ζουν και συναναστρέφονται ο ένας τον άλλον, έχουν κοινά έθιμα, τραγούδια, απολαύσεις – αυτοί οι άνθρωποι λέγονται λαός. Κάθε λαός προέρχεται από το μέρος όπου κατοικεί. Έτσι οι Μακεδόνες είναι λαός και ο δικός τους τόπος είναι η Μακεδονία.» Αυτός και μερικοί άλλοι, όπως ο Τσούποβσκι ή ο Μισίρκοβ, θεωρούνται οι πρώτοι ιδεολόγοι της σύγχρονης μακεδονικής εθνικής ταυτότητας. Δεν ψάχνουν ούτε Μεγαλέξανδρους ούτε Βουκεφάλες. Η μακεδονική εθνογένεση βασίστηκε κυρίως σε ιδεολογίες του πρώιμου αναρχισμού-σοσιαλισμού. Δεν είναι τυχαίο ότι οι Μακεδόνες ιδεολόγοι της εποχής δεν ήθελαν καν να ακούσουν για βασιλιά και παρόμοια απολυταρχικά μοντέλα διακυβέρνησης. Ήταν φαίνεται, εν μέρει τουλάχιστον, η ίδια η «μακεδονικότητα» που οδήγησε τη μεγάλη πλειονότητα της μειονότητας να ταχθεί με την αριστερά στον Εμφύλιο. Τα περί τεχνητής γλώσσας κ.λπ. είναι εθνικιστικές σοφιστείες, μόνο η εσπεράντο είναι τεχνητή. Τα περισσότερα εθνικά κράτη επέλεξαν κάποιον τύπο ή διάλεκτο μιας λαϊκής γλώσσας και την ανήγαγαν σε εθνική. Στη Γαλλία π.χ. τα «επίσημα» γαλλικά τα μιλούσε ένα 20% όταν καθιερώθηκαν. Ο Γκαριμπάλντι επέλεξε μια διάλεκτο ως την επίσημη ιταλική γλώσσα που ομιλείται σήμερα, που τότε όμως ζήτημα να την είχε ως μητρική ένα 2% των Ιταλών. Οι σύγχρονοι Άγγλοι, πάλι, δυσκολεύονται να διαβάσουν Σαίξπηρ στο πρωτότυπο. Οι γλώσσες είναι σαν τρεχούμενα ποτάμια και με την ίδρυση των εθνικών κρατών καθιερώθηκαν οι λεγόμενες λογοτεχνικές εθνικές γλώσσες, ανάμεσά τους η μακεδονική. Η ίδια η Ελλάδα είχε τυπώσει μακεδονικό αλφαβητάριο, το γνωστό ABECEDAR, το 1926, ώστε να μοιραστεί στον αυτόχθονα μακεδονικό πληθυσμό ύστερα από απόφαση της Κοινωνίας των Εθνών. Όσο για το αν οι Μακεδόνες των Σκοπίων είναι ουσιαστικά Βούλγαροι ή Σλάβοι, είναι σαν να πει κανείς ότι οι σύγχρονοι Αθηναίοι π.χ. είναι ουσιαστικά Αρβανίτες!

  22. Ο/Η Μεγαλέκος λέει:

    ΥΣΤΕΡΙΑ Ή ΙΣΤΟΡΙΑ;

    Κάθε φορά που αναρριπίζεται το μακεδονικό, πλημμυρίζει το διαδίκτυο από τα ίδια ανιστόρητα κατασκευάσματα. Ξανακυκλοφόρησε λοιπόν πρόσφατα στο διαδίκτυο το γνωστό «επιχείρημα» ότι προπολεμικά η Δημοκρατία της Μακεδονίας ονομαζόταν τάχα Vardarska και νάσου οι αυτόκλητοι νονοί της γειτονικής χώρας, πρόθυμοι να υπηρετήσουν το εθνικό μας αφήγημα. (Θαρρώ πως το επιχείρημα προβλήθηκε για πρώτη φορά από τον «μακαριστό» Χριστόδουλο σε κάποια φάση της προηγούμενης εθνικής μας υστερίας). Η ιστορία όμως άλλα μαρτυρεί για όποιον την προσεγγίζει χωρίς προκαταλήψεις.

    Γιατί η Vardarska Banovna ( Μπανόβινα του Βαρδάρη) υπήρξε απλώς μια διοικητική επαρχία που δημιουργήθηκε στις 3 Οκτωβρίου 1929 με νομοθετικό διάταγμα στα πλαίσια της διοικητικής μεταρρύθμισης του Βασιλείου της Γιουγκοσλαβίας, όπως ονομάστηκε το Βασίλειο των Σέρβων, των Κροατών και των Σλοβένων με τον ίδιο νόμο. Κατά τη διάρκεια του Β΄ Παγκόσμιου Πολέμου, το 1941, οι Δυνάμεις του Άξονα κατέλαβαν την Μπανόβινα του Βαρδάρη και η επαρχία ως διοικητική δομή καταργήθηκε.
    Η δημιουργία των επαρχιών αυτών, που καθορίστηκαν και ονομάστηκαν με βάση τη γεωγραφία (ποταμούς ή τη θάλασσα), και όχι με βάση εθνικές ή ιστορικές ονομασίες, αποτελούσε μέρος του μακροπρόθεσμου πολιτικού σχεδιασμού του βασιλιά Αλέξανδρου του Α΄, που στις 6 Ιανουαρίου είχε διαλύσει το Κοινοβούλιο εγκαθιστώντας ένα προσωπικό καθεστώς, να αντικαταστήσει τις τοπικές εθνικές ταυτότητες του βασιλείου του με μια ενιαία γιουγκοσλαβική συνείδηση. Άλλη «μπανόβινα ήταν λ.χ .η Dravska (η σημερινή Σλοβενία). (φωτογραφία)
    Οι τοπικές εθνικές ταυτότητες όμως δεν καταργούνται εύκολα με διατάγματα. Γιατί οι κάτοικοι της συγκεκριμένης περιοχής είχαν ήδη αναπτυγμένη εθνική συνείδηση τουλάχιστον από τις αρχές του εικοστού αιώνα.

    Αυτό το διαπιστώνουμε από τη μαρτυρία του Στρατή Μυριβήλη στο μυθιστόρημά του «Ζωή εν τάφω» από το 1917 , όπου οι κάτοικοι της περιοχής τού τότε μακεδονικού μετώπου «δε θέλουν νά ναι μήτε «Μπουλγκάρ», μήτε «Σρρπ», μήτε «Γκρρτς». Μοναχά «Μακεντόν ορτοντόξ»» («Η ζωή εν τάφω», 1η έκδοση [1924] Μια από τις πλέον χαρακτηριστικές αλλαγές στο μυθιστόρημα έχει να κάνει με τις μεταβαλλόμενες πολιτικές θέσεις του συγγραφέα. Η τελευταία πρόταση περιλαμβάνονταν στις δύο κατοπινές εκδόσεις του μυθιστορήματος (1930, 1932), αλλά αργότερα, στις μεταπολεμικές εκδόσεις, καθώς μετά τη δεκαετία του 1930 δεν ήταν πλέον αποδεκτό στην ελληνική κοινωνία να αναφέρεται κανείς στη σλαβική γλώσσα που ομιλούνταν στη Μακεδονία ως «μακεδονική» και στους ομιλητές της ως «Mακεδόνες», παρά μόνο αν ήταν κάτοικοι της ελληνικής επαρχίας της Μακεδονίας και ο Μυριβήλης έκρινε πολιτικά φρόνιμο να την αφαιρέσει.


    Το διαπιστώνουμε όμως και από τα αρχεία της καταγραφής των οικονομικών μεταναστών του νησιού Elis της Νέας Υόρκης όπου εκατοντάδες μετανάστες από την περιοχή δηλώνουν από την πρώτη κι όλας δεκαετία του αιώνα , εθνικότητα «Μακεδόνας» (φωτογραφία)

  23. Ο/Η laskaratos λέει:

    http://skra-punk.com/2018/06/05/slavofonia-stin-ellada-omilites-mias-glossas-fantasma/

    Νίκος Σταματίνης

    Σλαβοφωνία Στην Ελλάδα: Ομιλητές μιας Γλώσσας Φάντασμα

    Jun 5, 20180

    (Κάθε πραγματικότητα που δεν αρέσει στην εθνική αφήγηση συνήθως καλύπτεται κάτω από το χαλάκι και όποιος ρίχνει μια ματιά κάτω από το χαλάκι αντιμετωπίζεται συνήθως ως προδότης. Έτσι, λοιπόν, δημιουργούνται φαντάσματα, πράγματα που υπάρχουν μόνο επειδή το λένε οι εχθροί του έθνους.)

    Υπάρχει μια γλώσσα, η επίσημη γλώσσα ενός μικρού κράτους, συμπιεσμένη ανάμεσα στους βαλκανικούς εθνικισμούς, μέρος της οικογένειας των νότιων βαλκανικών γλωσσών της σλαβικής οικογένειας με λίγους ομιλητές, κάποιοι από τους οποίους -είτε το θέλουμε είτε όχι- ζουν και γεννήθηκαν στην Ελλάδα. Ο αριθμός των σλαβόφωνων στον χώρο ελληνικής Μακεδονίας είναι πολύ δύσκολο να μετρηθεί ακριβώς επειδή το ελληνικό κράτος δεν νοιάζεται, δεν θέλει να ασχοληθεί μαζί τους. Μια βόλτα στα ΚΤΕΛ της Φλώρινας ή σε κάποια από τα πανέμορφα χωριά της Καστοριάς, της Πέλλας ή και της Κοζάνης αρκεί.

    Δεν έχει περάσει πολύς καιρός από το πραγματικά μεγάλο συλλαλητήριο (θα είναι ψεύτης όποιος αρνηθεί το μέγεθός του) που αφορούσε το Μακεδονικό. Τα υλικά ήταν περίπου τα ίδια με των προηγούμενων ετών και, όπως συχνά συμβαίνει σε τέτοιες περιπτώσεις, πολλά από τα εθνικά αντανακλαστικά διεγέρθηκαν με βάση μια παρεξήγηση. Κανείς σοβαρός άνθρωπος δεν μπορεί να στηρίξει με λογικό επιχείρημα ότι οι αρχαίοι Μακεδόνες έχουν οποιαδήποτε σχέση με πληθυσμούς που ήρθαν πολλούς αιώνες αργότερα στη Μακεδονία. Αυτό όμως καθόλου δεν δικαιολογεί το να κλείνουμε τα μάτια σε μια πραγματικότητα.

    Υπάρχει ένα ρητό που είναι από τα πρώτα πράγματα που μαθαίνει κανείς μπαίνοντας στον κόσμο της γλωσσολογίας:

    «Γλώσσα είναι η διάλεκτος με στρατό και στόλο»

    Η φράση αυτή, που αποδίδεται στον Max Weinreich, συμπυκνώνει σε λίγες λέξεις την αντίληψη ότι τα κριτήρια για τη διάκριση μεταξύ των γλωσσών δεν είναι μόνο γλωσσικά, αλλά αναγκαστικά πρέπει να λάβουμε υπόψη και κριτήρια πολιτικά και ιστορικά.

    Το «κριτήριο της αμοιβαίας κατανόησης», το να καταλαβαίνει ο ένας τον άλλον δεν είναι επαρκές. Το κλασικό παράδειγμα είναι αυτό της νορβηγικής, της σουηδικής και της δανικής γλώσσας, των οποίων οι ομιλητές μπορούν να κατανοήσουν ο ένας τον άλλο, παρόλα αυτά -για ιστορικούς λόγους- θεωρούνται τρείς διαφορετικές γλώσσες και όχι διαφορετικές διάλεκτοι της ίδιας γλώσσας. Ένα άλλο παράδειγμα είναι αυτό της σερβοκροατικής, που θεωρούνταν ενιαία γλώσσα μέχρι να συγκρουστούν οι δύο εθνικισμοί, αμέσως μετά τη διάλυση της Γιουγκοσλαβίας. Πλέον μιλάμε για δύο γλώσσες που προέκυψαν ακριβώς λίγο της ανάδυσης δύο αντικρουόμενων εθνικισμών.

    Από την άλλη, δεν θα ξεχάσω ποτέ τη σχολική εκδρομή σε ορεινά χωριά της Κρήτης, όπου ο ιδιοκτήτης μιας ταβέρνας, όχι ιδιαίτερα μεγάλος σε ηλικία, μας μίλαγε με βαριά κρητική προφορά, με αποτέλεσμα να μην καταλαβαίνουμε παρά ελάχιστα πράγματα από όσα έλεγε, ώστε να χρειαστεί εντέλει η παρέμβαση της συνομήλικης σε μας κόρης του προκειμένου να συνεννοηθούμε. Προφανώς, ακόμα και αν δεν καταλαβαίναμε τίποτα από όσα μας έλεγε εκείνος ο πελώριος τύπος με το μαύρο πουκάμισο και τα πυκνά μούσια, μιλάγαμε την ίδια γλώσσα.

    Η γλώσσα αυτή έχει κατά καιρούς αντιμετωπιστεί ως φάντασμα και ως ανύπαρκτη, ως διάλεκτος της βουλγαρικής, ως διάλεκτος της σερβικής, ως σχετιζόμενη με τη γλώσσα του Αριστοτέλη και του Μεγάλου Αλεξάνδρου, ακόμα και ως διάλεκτος-απόγονος της αρχαίας ελληνικής(!). Τα μακεδονικά ή σλαβομακεδονικά ή βουλγαρομακεδονικά ή μακεντόνσκι ή πο νας («νας» στη γλώσσα αυτή σημαίνει «τα δικά μας») αποτέλεσαν πρόβλημα (και όμως, μια γλώσσα αποτελεί πρόβλημα) για τα Βαλκάνια πολύ πριν την προσάρτηση της Μακεδονίας στην ελληνική επικράτεια.

    Για πολλά χρόνια, η ευρύτερη περιοχή της Μακεδονίας έγινε το επίκεντρο ενός πολέμου εθνικισμών με προσπάθειες αφομοίωσης του ντόπιου σλαβόφωνου πληθυσμού από την Ελλάδα, τη Βουλγαρία, τη Σερβία και, πολύ αργότερα, από το κράτος της ΠΓΔΜ. Μέσα στο πλαίσιο της σύγκρουσης, ο ντόπιος πληθυσμός έγινε το κατά το κλισέ «μπαλάκι του πινγκ-πονγκ» για ένα ζήτημα που ακόμα κι σήμερα δημιουργεί εντάσεις και πολυπληθή συλλαλητήρια.

    Είναι χαρακτηριστικό του πώς αντιμετωπίστηκε αυτός ο πληθυσμός και η γλώσσα του, ανάλογα δηλαδή με τις διάφορες εθνικές επιταγές, το γεγονός ότι μέρος της ελληνικής εθνικής προπαγάνδας υπήρξε για ένα διάστημα αυτό που σήμερα θα φάνταζε αδιανόητο. Το 1904 ο γραμματέας της ελληνικής πρεσβείας στην Κωνσταντινούπολη διατυπώνει τη θεωρία ότι τα σλαβομακεδονικά αποτελούν μια γλωσσική οντότητα που έχει ρίζες στην ελληνική αρχαιότητα (!). Υπάρχει δε και ένα χαρακτηριστικό απόσπασμα –ανατριχιαστικό για τη νέα εθνικοφροσύνη- που παραθέτει ο Τάσος Κωστόπουλος στο βιβλίο του «Η Απαγορευμένη Γλώσσα»:

    «Φοβάμαι μην αποδειχθεί ότι ημέραν τινά ότι ο Μέγας Αλέξανδρος εγειρόμενος εκ του τάφου θα εννοεί ευκολώτερον την δήθεν βουλγαρικήν ταύτην διάλεκτον ή όσον θα εννοεί τα δήθεν ελληνικώτερα ιδιώματα του Κυπρίου ή του Πελοποννησίου αγρότου»

    Αυτή η άποψη, που σήμερα θα φάνταζε διατυπωμένη από τους πιο ακραίους κύκλους της λεγόμενης σκοπιανής προπαγάνδας, τότε διατυπώθηκε προκειμένου να υπηρετήσει έναν άλλον εθνικό σκοπό: την αφομοίωση του σλαβόφωνου πληθυσμού σε μια περιοχή που δεν ανήκε ακόμα στην ελληνική επικράτεια. Παρόμοιες τοποθετήσεις και φαντασιώσεις επιστροφής τις αρχαιομακεδονικές ρίζες ακολούθησαν μέχρι τους Βαλκανικούς Πολέμους με την ίδια επιστημονική εγκυρότητα που είχαν οι θεωρήσεις της εθνικιστικής ηγεσίας του Γκρούεφσκι έναν αιώνα μετά: μηδενική. Ο Μέγας Αλέξανδρος δεν μίλαγε σλαβικά και οι Σλάβοι δεν μιλούν τη γλώσσα που μίλησε ο Μέγας Αλέξανδρος.

    Από τη στιγμή που ένα μεγάλο μέρος της Μακεδονίας προσαρτήθηκε στην Ελλάδα, η ελληνική πολιτική άλλαξε. Το σύγχρονο ελληνικό κράτος, εχθρικό παραδοσιακά απέναντι στη γλωσσική ετερότητα (και αυτό αφορά ακόμα και τις διαλέκτους της ίδιας της ελληνικής, τις οποίες αδιαφορεί παντελώς να διασώσει) και με απώτερο σκοπό τη διαμόρφωση της πλήρους γλωσσικής ομοιογένειας δεν έκλεισε απλά τα μάτια στην πραγματικότητα. Αντιθέτως, στο παρελθόν πολλές φορές προσπάθησε να την αλλάξει. Όσοι Έλληνες πολίτες είχαν ως μητρική της γλώσσα τα σλαβομακεδονικά είχαν να αντιμετωπίσουν όχι μόνο την περιθωριοποίηση, το ιδεολογικό όπλο κάθε κράτους που θέλει να επιβληθεί σε μια γλωσσική μειονότητα, αλλά πολλές φορές και την κρατική καταστολή.

    Η δικτατορία του Μεταξά είναι μόνο η κορύφωση των διώξεων απέναντι σε πληθυσμούς που κράτησαν σε όλον τον Μεσοπόλεμο με μόνο έγκλημά τους ήταν ότι μιλούσαν τη μητρική τους γλώσσα. Παρότι «δεν υπήρξε ποτέ ως γλώσσα», κατά την πρόσφατη εθνική αφήγηση, οι ομιλητές της κυνηγήθηκαν ανηλεώς από το ελληνικό κράτος. Φυλακίσεις, πρόστιμα, ρετσινόλαδα για ανθρώπους που έκαναν το έγκλημα να μιλούν τη γλώσσα τους, ακόμα και ιδιωτικά. Το μοτίβο θυμίζει τα σημερινά: συχνά οι διώξεις γίνονταν όταν κάποιος εθνικόφρων Αθηναίος δημοσιογράφος έκανε περιοδεία στα χωριά της Μακεδονίας και γυρνώντας έγραφε ακραία κινδυνολογικά άρθρα απαιτώντας σκληρά μέτρα. Και το κράτος τα έπαιρνε. Πολλές φορές οι ντόπιοι σλαβόφωνοι πληθυσμοί άφηναν την τύχη τους στον τοπικό αστυνομικό διοικητή. Η τιμωρία μπορεί να ξεκίναγε από μια απλή επίπληξη και έφτανε μέχρι εξαντλητικά πρόστιμα και βασανιστήρια. Ανάλογα με την περίοδο αλλά και τη διάθεση του εκάστοτε κρατικού λειτουργού.


    Από την εφημερίδα Εμπρός, 1959

    Το ελληνικό κράτος, που παλαιότερα δελέαζε τους σλαβόφωνους πληθυσμούς με φαντασιώσεις αρχαιοελληνικού μεγαλείου, με οικονομικές δωρεές και με εκδηλώσεις λατρείας, όταν πέτυχε τον σκοπό του, άρχισε να τους ποτίζει ρετσινόλαδο. Υπάρχουν πάμπολλες κωμικοτραγικές αφηγήσεις με χωροφύλακες που έστηναν αυτί για να ακούσουν τη γλώσσα που μιλιόταν εντός σπιτιού ή με δασκάλους που δωροδοκούσαν μαθητές για να καρφώσουν όσους μίλαγαν σλαβομακεδονικά στο διάλειμμα. Το ζητούμενο δεν είναι να μάθουν οι σλαβόφωνοι της ελληνική γλώσσα, να τη χρησιμοποιούν ως γλώσσα συνεννόησης με το κράτος. Το φαινόμενο αυτό παρατηρούνταν κατά την οθωμανική κυριαρχία όπου οι σλαβόφωνοι χειρίζονταν τρεις διαφορετικές γλώσσες: τη σλαβική στην καθημερινότητά τους, την τουρκική ως γλώσσα διοίκησης και την ελληνικής ως ιερή γλώσσα της Εκκλησίας (ΚΕΜΟ, Γλωσσική Ετερότητα στην Ελλάδα). Το ζητούμενο ήταν να ξεχάσουν παντελώς τη μητρική τους γλώσσα.

    Τα επόμενα χρόνια, μετά τον Εμφύλιο και αφού έχει ξεκινήσει ο μαζικός εξελληνισμός τοπωνυμίων με σλαβικές ρίζες, και το κράτος σιγά-σιγά αλλάζει πορεία: το θέμα πλέον δεν υφίσταται και κανείς δεν πρέπει να συζητάει γι αυτό. Η εικόνα ενός κράτους που επιβάλλει σιωπή στο εθνικό ακροατήριο: δεν υπάρχει σλαβομακεδονική γλώσσα, αυτά είναι κατασκευάσματα της σκοπιανής προπαγάνδας. Στην καλύτερη περίπτωση, όπως πρόσφατα τόνισε ο γνωστός εθνικόφρων Άδωνις Γεωργιάδης, πρόκειται για βουλγαρική διάλεκτο.

    Σύμφωνα με ειδικούς, πράγματι υπάρχουν πολλές ομοιότητες της γλώσσας με την επίσημη βουλγαρική, όπως και σε άλλα στοιχεία με τη σερβική. Όπως είπαμε, βέβαια, τα κριτήρια εδώ δεν είναι μόνο γλωσσικά. Ειδικά όταν μιλάμε για μια περιοχή όπως αυτή των Βαλκανίων. Ούτως ή άλλως, χωρίς να το ξέρει ο Άδωνις και όσοι συμμερίζονται παρόμοιες απόψεις, τυφλωμένοι από υπέρμετρο πατριωτισμό ξεχνούν ότι η συμπερίληψη της γλώσσας αυτής στα βουλγαρικά είναι βοηθητικά για έναν άλλο –πιο επιθετικό- εθνικισμό, τον βουλγαρικό (βάση της ιδέας της Μεγάλης Βουλγαρίας είναι ότι οι περισσότερες από τις σλαβικές γλώσσες που μιλιούνται στα Βαλκάνια είναι διάλεκτοι της επίσημης βουλγαρικής).

    Σημαντικό δε είναι να τονιστεί ότι, έστω και αν προτυποποιήθηκε αργά, η (σλαβο)μακεδονική είναι επίσημα αναγνωρισμένη γλώσσα ενός κράτους, της ΠΓΔΜ. Έχει διακριτή ορθογραφία που διακρίνεται σε σημεία από τη βουλγαρική και η υπόστασή της ως πρότυπη γλώσσα υπολογίζεται στο 1944. Η κωδικοποίηση αυτή στηρίχθηκε, όπως συμβαίνει σε αυτές τις περιπτώσεις, στις πιο βασικές από τις διαλέκτους της περιοχής σε μια συνειδητή προσπάθεια να διαφανούν οι διαφορές με τη βουλγαρική. Η άρνηση της ύπαρξής της ή η συμπερίληψή μιας επίσημης γλώσσας ως διαλέκτου της μιας άλλης (της βουλγαρικής) δεν έχει κανένα απολύτως νόημα.

    Σε κάθε περίπτωση και επιστρέφοντας στα της σλαβοφωνίας στην Ελλάδα, όπως και αν την ονομάσει κανείς, ανεξάρτητα από το αν θα την οριοθετήσει ως γλώσσα ή ως διάλεκτο, δεν μπορεί να παραβλέψει ότι μιλάμε για έναν πληθυσμό, μια ομάδα ανθρώπων (χωρίς μια συγκεκριμένη εθνική συνείδηση) που διώκεται επί πάμπολλα χρόνια μόνο και μόνο επειδή μιλάει τη μητρική της γλώσσα, την οποία πλέον δεν έχει ούτε το δικαίωμα να ονομάσει όπως αυτή επιλέγει. Και προφανώς αυτή δεν είναι η μοναδική περίπτωση, αλλά είναι η πιο χαρακτηριστική του τρόπου που στραγγαλίζονται γλωσσικές μειονότητες (και ελληνόφωνες, μεταξύ άλλων) στα Βαλκάνια.

    Αυτοί οι άνθρωποι έχουν μάθει από πρώτο χέρι ότι το Μακεδονικό Ζήτημα δεν είναι ένα προνομιακό πεδίο για να χτιστούν πολιτικές καριέρες ή να ξεσπάσουν καταπιεσμένα εθνικά γόητρα. Άλλωστε πολλές φορές, τις περισσότερες φορές, όλη αυτή η τόνωση του εθνικού γοήτρου καταπιέζει, ασκεί βία, καταστρέφει ζωές.

  24. Ο/Η laskaratos λέει:

    Μπορεί οι Κοτζιάς-Τσίπρας να μου είναι αντιπαθέστατοι, όμως η συμφωνία που πέτυχαν, όχι από προσωπική τους ικανότητα ή καλή διάθεση, αλλά λόγω ΗΠΑ-ΝΑΤΟ-Ε.Ε., είναι πολύ καλή και αποτελεί ένα γερό χτύπημα στους επαγγελματίες πατριδοκάπηλους και στο εγχώριο παπαδαριό.
    Ας ελπίσουμε πως θα την ψηφίσει η Β.Μακεδονία, με την οποία θα έχουμε μια καρποφόρα γειτονία και συνεργασία, μια βάση Ειρήνης για τα Βαλκάνια.

  25. Ο/Η Ελληνοχριστιανικά λέει:

    • Ο/Η κι εσύ Παύλο Μελά; λέει:

      Εφημ.τ.Συντακτών

      https://www.efsyn.gr/arthro/paylos-melas

      ΠΑΡΑΣΚΗΝΙΑ
      Παύλος Μελάς

      16.06.2018

      Συντάκτης:
      Τ.Κωστ.

      Την τιμητική του έχει τούτες τις μέρες στη Βουλή ο μακαρίτης Παύλος Μελάς: δεν υπάρχει βουλευτής του διακομματικού εθνικιστικού μπλοκ που να ανέβηκε στο βήμα για την πρόταση μομφής και να μην τον επικαλέστηκε για να κατακεραυνώσει τους κυβερνητικούς «μειοδότες» που αποδέχονται την ύπαρξη «μακεδονικής γλώσσας».

      Φως φανάρι πως όλοι αυτοί οι εθνικά ευαίσθητοι αγορητές τον διάσημο μακεδονομάχο τον ξέρουν μονάχα από τα σχολικά πανηγύρια.

      Αν είχαν διαβάσει τα γραπτά του, δημοσιευμένα ήδη από το 1926 από τη σύζυγό του, θα γνώριζαν πολύ καλά πως η μοναδική ονομασία που χρησιμοποιεί για την επίμαχη γλώσσα είναι… «μακεδονική» (Ναταλία Μελά, «Παύλος Μελάς», Αθήνα 1964, σ. 239, 241, 244 & 253).

      Να τον ξαναστήσουν κι αυτόν στα 8 μέτρα οι πατριώτες μας, από τον Κυριάκο μέχρι τον Χίο;

      Έντυπη έκδοση

      • Ο/Η Γιάννης λέει:

        Παρά τον εθνικισμό και τον μεγαλοϊδεατισμό, που τον ταλάνιζε, ο -ανθυπολοχαγός Πυροβολικού- Παύλος Μελάς, άν κι έζησε σε μιά πολύ ταραγμένη από πολέμους περίοδο της ιστορίας, δεν πολέμησε ποτέ στη ζωή του! Κάθε φορά, που του δινόταν η ευκαιρία όλο κάτι συνέβαινε και την «έχανε». Η όλη του δράση ήταν οι τρεις επισκέψεις του στη Μακεδονία, όπου έμεινε για λίγες μόνον ημέρες κάθε φορά, αλλά όχι για να πολεμήσει. Στην αρχή πήγε για να βολιδοσκοπήσει την κατάσταση και μετά για να οργανώσει αντάρτικες ομάδες.
        Ας εξετάσουμε τις ευκαιρίες, που παρουσιάστηκαν στη ζωή του Παύλου Μελά να πολεμήσει για την πατρίδα του, αλλά τις «έχασε»:
        «Σε λίγες μέρες μέσα ξαναδημιουργήθηκε σχεδόν η ατμόσφαιρα η πολεμική του 1877. Ο Παύλος, που φορούσε τώρα στην τελευταία τάξη τη στολή και την περικεφαλαία που είχαν τότε στο γυμνάσιο, κι έκανε στρατιωτικές ασκήσεις με πραγματικό γκρά και λόγχη, εσχεδίαζε κρυφά να πάγη εθελοντής στο στρατό ή αντάρτης στα σύνορα. Τι ατυχία όμως και τι απελπισία να πέση σʼ ένα χαντάκι της πλατείας των Στύλων στα γυμνάσια και να σπάση το πόδι του. Μόνος όταν έμενε στην κάμαρά του με το πόδι απλωμένο και στο γύψο, με κλάματα λύσσας αναθεμάτιζε την αναποδιά της τύχης». (Ναταλίας Μελά, «Παύλος Μελάς», έκδ. «Σύλλογος προς διάδοσιν Ελληνικών Γραμμάτων», «Δωδώνη», Αθήνα-Γιάννινα, 1992, σελ. 28).
        «Μόνον η 1η Ορειβατική έχει την τύχην να πάγη. Η απογοήτευσίς μου ήταν μεγάλη». 31 Ιανουαρίου 1897, λίγο πριν τον πόλεμο, ο οποίος βρήκε τον Μελά 27 ετών ανθυπολοχαγό… αρχιφύλακα στο Πανεπιστήμιο. (Ναταλίας Μελά, «Παύλος Μελάς», έκδ. «Σύλλογος προς διάδοσιν Ελληνικών Γραμμάτων», «Δωδώνη», Αθήνα-Γιάννινα, 1992, σελ. 63-64).
        Ακόμα όμως δεν είχε λάβει μέρος σε μάχη η πυροβολαρχία του, όταν γκρεμίστηκαν τα όνειρα του Παύλου στις 11 Απριλίου με την άτακτη υποχώρηση του στρατού μας». (Ναταλίας Μελά: «Παύλος Μελάς. Βιογραφία», έκδ. «Πελασγός», Αθήνα, 1992, σελ. 11.)
        «Όταν ξέσπασε το Μάιο του 1896 η κρητική επανάσταση με την πολιορκία του Βάμου, έγινε πάλι στην Ελλάδα μεγάλος αναβρασμός. Στην πρωτεύουσα συλλαλητήρια, λόγοι, έρανοι, επιτροπές. Για να συνεχίσουν τον κρητικόν αγώνα έφευγαν εθελοντές παλικάρια και μερικοί αξιωματικοί του ελληνικού στρατού. Μαζί τους ήθελε να φύγει και ο Παύλος, αλλʼ επειδή βρισκόταν στο Άργος εκείνο το καλοκαίρι στη Χαρτογραφική Υπηρεσία, παρέλειψαν οι συνάδελφοί του να τον συμπεριλάβουν και έμεινε πίσω αρκετά στενοχωρημένος.» (Ναταλίας Μελά: «Παύλος Μελάς. Βιογραφία», έκδ. «Πελασγός», Αθήνα, 1992, σελ. 10.) Ξέχασαν οι συνέδελφοί του να τον συμπεριλάβουν στις καταστάσεις! Απίστευτη δικαιολογία…
        Από το ηλεκτρονικό περιοδικό «Ελεύθερη Ερεύνα»

  26. Ο/Η ΚΔ λέει:

    http://ellinikahoaxes.gr/2018/06/17/nekros-sta-epeisodia-sto-pisoderi/

    Τα fake news σχετικά με τα επεισόδια στο συλλαλητήριο κατά της Συμφωνίας στις Πρέσπες
    Από Θοδωρής Δανιηλίδης – 17 Ιουνίου 20180



    Η φωτογραφία που χρησιμοποίησε το pronews δεν έχει καμιά σχέση με τα επεισόδια στο Πισοδέρι. Μάλιστα «κόπηκε» για να μην καταλάβουν οι αναγνώστες ότι η φωτογραφία είναι μια άσχετη εικόνα από το εξωτερικό.
    https://archive.li/1rMgv
    GROUP OF PEOPLE TAKE PHOTOS WITH A DEAD WOMAN EVEN DRAW D*CKS ON HER FACE
    Ο Κυριάκος Βελόπουλος αναπαρήγαγε αυτή τη φήμη χρησιμοποιώντας την άσχετη φωτογραφία από το pronews ή από δημοσιεύματα που αναπαρήγαγαν την φωτογραφία και τη φήμη με τη νεκρή γυναίκα.


    Η φήμη διαψεύσθηκε από τον Περιφερειάρχη Δυτικής Μακεδονίας Θεόδωρο Καρυπίδη, που ανέφερε ότι πρόκειται για «fake news».

  27. Ο/Η laskaratos λέει:

    Δημήτρης Ψαρράς: «Αν ο Ανδριώτης έχει τη δικαιολογία ότι ζούσε σε μια εποχή που θεωρούσαν «αληθινό» ό,τι ήταν «εθνικό», εκείνοι που σήμερα το παίζουν «επιστήμονες» ή «πολιτικοί ταγοί του έθνους», ενώ στην πραγματικότητα για μικροκομματικούς λόγους ή προσωπική ιδιοτέλεια θέλουν να υψώσουν νέα τείχη μεταξύ των λαών των Βαλκανίων και να τα επεκτείνουν στο εσωτερικό της χώρας, διαπράττουν πραγματικό εθνικό έγκλημα».

    http://www.efsyn.gr/arthro/oi-neoi-makedonomahoi-o-lenin-kai-i-apati

    Οι νέοι «μακεδονομάχοι», ο Λένιν και η απάτη


    Οι πρώτες εκδόσεις του βιβλίου του Ανδριώτη (1957,1966) και η επανέκδοση από τον Μπαμπινιώτη (1992, 2018)
    09.07.2018

    Δημήτρης Ψαρράς

    Στην αντιπαράθεση απόψεων γύρω από τη συμφωνία Τσίπρα – Ζάεφ κυριαρχούν οι κραυγές, οι εθνικιστικές κορόνες και οι θεωρίες συνωμοσίας. Δεν λείπουν, πάντως, και κάποιες απόπειρες να εκτεθούν και επιστημονικά επιχειρήματα, σύμφωνα με τα οποία θα ήταν ασύμβατος με την ιστορική αλήθεια ο οιοσδήποτε «συμβιβασμός» Ελλάδας και ΠΓΔΜ στο ζήτημα του ονόματος της γειτονικής χώρας και δευτερευόντως στα ζητήματα της ονομασίας των πολιτών και της γλώσσας της.

    Σ’ αυτή την κατηγορία ανήκει η γνωστή παρέμβαση του καθηγητή Μπαμπινιώτη, ο οποίος επιχείρησε να μειώσει τη σημασία της «Τρίτης Διάσκεψης των Ηνωμένων Εθνών για την Τυποποίηση Γεωγραφικών Ονομάτων» το 1977, όπου σαφώς –και χωρίς καμιά ελληνική αντίδραση– αναφερόταν ως μία από τις γλώσσες της Γιουγκοσλαβίας η «μακεδονική». Η παρουσία του κ. Μπαμπινιώτη στην ελληνική αντιπροσωπεία σε εκείνη τη Διάσκεψη εξηγεί και τους λόγους που τον οδηγούν σήμερα σ’ αυτές τις διευκρινίσεις (βλ. σχετ. «Γλωσσολογική αλαλία», στην «Εφ.Συν.», 6.6.2018).

    Αλλά υπάρχει κάτι πολύ σοβαρότερο και ιδιαίτερα αποκαλυπτικό. Ο πυρήνας των επιστημονικών προσεγγίσεων του θέματος από την πλευρά των επικριτών της συμφωνίας εντοπίζεται σε ένα μικρό βιβλίο, το οποίο έχει εκδοθεί εδώ και 60 χρόνια και ακόμα τώρα προβάλλεται ως βασικό ντοκουμέντο σ’ αυτή τη σειρά των «επιστημονικών» επιχειρημάτων.


    Ο Νικόλαος Ανδριώτης (1906-1976) Ο Νικόλαος Ανδριώτης (1906-1976)

    Πρόκειται για μια μπροσούρα του εξέχοντος γλωσσολόγου Νικολάου Π. Ανδριώτη (1906-1976) με τίτλο «Το ομόσπονδο κράτος των Σκοπίων και η γλώσσα του». Αυτό το βιβλίο περιέλαβε στη συλλογή που επιμελήθηκε ο κ. Μπαμπινιώτης για να στηρίξει την πρώτη φάση του σύγχρονου «Μακεδονικού Αγώνα» πριν από 25 χρόνια («Η γλώσσα της Μακεδονίας», εκδ. Ολκός, Αθήνα 1992).

    Στην εισαγωγή του, μάλιστα, ο κ. Μπαμπινιώτης αποφαίνεται ότι «η μελέτη του Ανδριώτη εξακολουθεί να αποτελεί την κύρια πηγή έγκυρης προσπέλασης στο θέμα της ψευδώνυμης γλώσσας των Σκοπίων» και ότι «οι εξελίξεις επαληθεύουν τις εκτιμήσεις του Ανδριώτη και επαληθεύουν τους φόβους του».

    Τον περασμένο Μάρτιο το βιβλίο αυτό του Γ. Μπαμπινιώτη μοιράστηκε από κυριακάτικη εφημερίδα, με διακηρυγμένη πρόθεση όχι «να φανατίσει, αλλά να φωτίσει πώς έχει επιστημονικά το μεγάλο θέμα» (εφημ. «Real News», 3.4.2018).

    Η ομολογία του Ανδριώτη

    Δυστυχώς οι προθέσεις δεν αρκούν. Το βιβλίο του Ανδριώτη δεν είναι τίποτα άλλο από μια καλογραμμένη προπαγανδιστική μπροσούρα, σημαδεμένη από την εποχή και τους λόγους που εκδόθηκε. Η επιστήμη δεν έχει καμιά σχέση με το περιεχόμενο της μελέτης του. Εξάλλου είναι χαρακτηριστικό το γεγονός ότι το βιβλίο πρωτοεκδόθηκε το 1957 στα αγγλικά. Ακολούθησε η έκδοση στα ελληνικά το 1960 και στη συνέχεια υπήρξε το 1966 δεύτερη έκδοση στα αγγλικά και τα γερμανικά.

    Σε καμιά από τις εκδόσεις δεν εμφανίζεται όνομα εκδότη ή άλλα στοιχεία, κάτι πρωτοφανές, αν όχι αδύνατον, για εκείνη την εποχή. Εξαιρούνταν βέβαια οι εκδόσεις «κρατικών υπηρεσιών». Από τότε, πάντως, επανεκδίδεται στα ελληνικά και τα αγγλικά ανάλογα με την πολιτική συγκυρία και την αναζωπύρωση των βαλκανικών εθνικισμών.

    Για τη σκοπιμότητα και τη στόχευση αυτών των κειμένων ενδιαφέρον έχει άρθρο του Γ. Μπαμπινιώτη, στο οποίο ο ίδιος παραπονιέται που «η Ελληνική Πολιτεία δεν έστερξε ποτέ –μολονότι ζητήθηκε– να προβεί σε έκδοση του [δικού του] βιβλίου στην αγγλική γλώσσα, ώστε να γίνουν ευρύτερα γνωστές οι ελληνικές επιστημονικές θέσεις επί του θέματος» («Γλωσσικές παραχαράξεις», εφημ. «Το Βήμα», 3.8.2008).

    Αλλά ο Ανδριώτης ήταν σοβαρός επιστήμονας. Και όταν διέπραττε, «για λόγους εθνικού συμφέροντος», αντιεπιστημονικά ολισθήματα, αισθανόταν την υποχρέωση να προειδοποιεί τον αναγνώστη του. Στο βιβλίο του περιέχεται μια παράγραφος, με την οποία ομολογείται ο χαρακτήρας της παρέμβασής του. Και είναι πράγματι αξιοσημείωτο ότι κανείς από όλους τους ιστορικούς και πολιτικούς επιστήμονες που θαυμάζουν, εκδίδουν, αντιγράφουν το κείμενο και παραπέμπουν σ’ αυτό δεν έχουν εντοπίσει το καίριο σημείο. Ας ληφθεί υπόψη ότι η παράγραφος αυτή δεν υπάρχει στην αγγλική πρώτη έκδοση του 1957. Προστέθηκε στην ελληνική του 1960.


    Η πρώτη αναφορά της ψεύτικης δήλωσης του Λένιν σε επίσημο έγγραφο των ΗΠΑ το 1946

    Αντιγράφω: «Και ύστερα εμείς οι Ελληνες εξακολουθούμε να συζητούμε με τους ανθρώπους αυτούς στα σοβαρά, και τρέμουμε μην προβάλουμε κανένα επιχείρημα ασύμφωνο με την ιστορική αλήθεια. Με ανθρώπους οι οποίοι στο όνομα του κομμουνισμού απολάκτισαν ως αστική πρόληψη κάθε ευλάβεια, ως προς παν ό,τι εμείς θεωρούμε ιστορική αλήθεια και εθνική δικαιοσύνη, και ακολουθούν ως δόγμα τις αρχές του Λένιν, που διακήρυσσε στα 1919: “Θα καταστή ανάγκη να προστρέξωμεν εις όλας τας πανουργίας, εις όλα τα στρατηγήματα, και δεν θα ορρωδήσωμεν προ ουδενός ψεύδους, και ενεργούντες πάντοτε με απάτην, επιτηδειότητα, δόλον, παρανόμους μεθόδους, θα επιτύχωμεν την απόκρυψιν και συγκάλυψιν διά πέπλου της αληθείας […] Εφ’ όσον υφίσταται ο καπιταλισμός, δεν δυνάμεθα να ζήσωμεν εν ειρήνη. Εις το τέλος ο εις ή ο άλλος θα θριαμβεύση […] Μέχρις ότου όμως συμβή τούτο, ο κύριος λόγος είναι να απατώμεν και ελισσώμεθα”».

    Η ομολογία του Ανδριώτη είναι πράγματι εκπληκτική. Στην αρχή της παραγράφου δεν διστάζει να δηλώσει ότι δεν πρέπει να φοβόμαστε να χρησιμοποιούμε «επιχειρήματα» που δεν συμβαδίζουν με την ιστορική αλήθεια. Αυτό και μόνο θα αρκούσε για να πάψει να θεωρείται «επιστημονικό» το κείμενο και να το μελετάμε μόνο ως τεκμήριο «ιδεολογικής στράτευσης» την περίοδο του Ψυχρού Πολέμου. Αλλά υπάρχει και συνέχεια.

    Ο Λένιν και η απάτη

    Μεγάλο ενδιαφέρον έχει και η συνέχεια της ίδιας παραγράφου, με το παράθεμα του Λένιν, με το οποίο ο καημένος ο Ανδριώτης θεωρεί ότι κατατροπώνει τους «επίβουλους Σλάβους». Πράγματι, αν είχε πει κάτι τέτοιο ο Λένιν, θα άξιζε να το σημειώσει κανείς. Μόνο που ποτέ δεν ειπώθηκε απ’ αυτόν κάτι τόσο χοντροκομμένο. Για την ακρίβεια, το μόνο που ανήκει στον Λένιν είναι η μεσαία φράση, η οποία πράγματι ειπώθηκε [το 1920 και όχι το 1919] και εκφράζει απολύτως τον ιδρυτή της Σοβιετικής Ενωσης.

    Παραθέτω το ακριβές κείμενο από ομιλία του Λένιν σε συγκέντρωση κομματικών στελεχών στη Μόσχα (6.12.1920): «Οσον καιρό θα υπάρχουν ο καπιταλισμός και ο σοσιαλισμός, δεν μπορούν να ζήσουν ειρηνικά: τελικά θα νικήσει ο ένας ή ο άλλος. Θα ψαλεί η νεκρώσιμη ακολουθία ή της Σοβιετικής Δημοκρατίας ή του παγκόσμιου καπιταλισμού. Πρόκειται λοιπόν για μια αναβολή του πολέμου. Οι καπιταλιστές θα αναζητούν αιτίες για να πολεμήσουν» (Β. Ι. Λένιν, «Απαντα», εκδ. Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα 1983, τ. 42, σ. 76). Το απόσπασμα αυτό δεν έχει βέβαια καμιά σχέση με εκείνο που αποδίδεται στον Λένιν.

    Πού βρήκε, λοιπόν, ο Ανδριώτης τις άλλες δυο τόσο επιβαρυντικές φράσεις; Ο ίδιος παραπέμπει στο έργο ενός άλλου Ελληνα ιστορικού και στελέχους της Εταιρείας Μακεδονικών Σπουδών, του Χριστόφορου Νάλτσα (1896-1980). Πράγματι στο βιβλίο του Νάλτσα «Το Μακεδονικόν Ζήτημα και η Σοβιετική πολιτική» (εκδ. ΕΜΣ, Θεσσαλονίκη 1954) περιλαμβάνεται το ίδιο παράθεμα του Λένιν, προκειμένου να αποδειχθεί ότι «το δόγμα τούτο του Λένιν είναι η κατευθυντήριος γραμμή της πολιτικής του Κρεμλίνου» και ότι «έν εκ των μεγάλων σλαβικών ψευδών υπήρξεν η δημιουργία υπό των Ρώσων του Μακεδονικού ζητήματος» (σ. 527).


    Ο Ουόλτερ Μπέντελ Σμιθ (1895-1961)

    Ο Νάλτσας με τη σειρά του παραπέμπει στον Walter Bedell Smith («My three years in Moscow», Φιλαδέλφεια και Νέα Υόρκη 1950, σ. 316). Το παράθεμα υπάρχει πράγματι εκεί, με την πρόσθετη πληροφορία ότι είναι αντλημένο από τα «Απαντα» του Λένιν, χωρίς αναφορά τόμου και σελίδας. Βέβαια, στα «Απαντα» δεν υπάρχει κάτι τέτοιο. Πού το βρήκε τότε ο Smith;

    Ο W. B. Smith (1895-1961) ήταν Αμερικανός στρατηγός στο επιτελείο του Αϊζενχάουερ και μετά τον πόλεμο υπηρέτησε ως πρέσβης των ΗΠΑ στη Μόσχα (1946-1948). Τη χρονιά που εκδόθηκε το βιβλίο του ήταν ήδη διευθυντής της CIA, διορισμένος από τον Τρούμαν. Τον Ιούλιο της ίδιας χρονιάς την ίδια φράση χρησιμοποίησε σε ομιλία του στο Κάνσας ο πρώην πρόεδρος των ΗΠΑ Χέρμπερτ Χούβερ (Herbert Hoover, «Addresses upon the american road, 1948-1950», Stanford University Press, 1951, σ. 71).

    Την πρώτη σχετική αναφορά βρίσκουμε σε τηλεγράφημα του Ε. Durbrow, επιτετραμμένου των ΗΠΑ στη Μόσχα και τότε υφισταμένου του Smith (United States Department of State, «Foreign relations of the United States, 1946, Eastern Europe, the Soviet Union», Vol. VI, Ουάσιγκτον 1946, σ. 796). Ολες οι ενδείξεις συντείνουν στο γεγονός ότι η κατασκευή της φράσης έγινε από τη CIA, με τη συνεργασία ή την υπόδειξη Ουκρανών εμιγκρέδων (βλ. «The Ukrainian Weekly», 3.8.1946).

    Η κατασκευή ψεύτικων δηλώσεων αντιπάλων ηγετών είναι βέβαια κάτι συνηθισμένο. Ειδικά στο στόμα του Λένιν έχουν μπει δεκάδες ανύπαρκτοι ισχυρισμοί (βλ. σχετ. Paul F. Boller, Jr., John George, «They never said it», Oxford University Press 1989, σσ. 63-77). Η τελευταία, πάντως, φορά που έγινε χρήση παρόμοιων κατασκευασμένων δηλώσεων του Λένιν ήταν από τον πρόεδρο Ρόναλντ Ρέιγκαν, ο οποίος σε συνέντευξή του στο ABC είχε δηλώσει το 1985 ότι θεωρεί τη Σοβιετική Ενωση «αυτοκρατορία του κακού» και είχε αποδώσει στον Λένιν τη φράση «θα καταλάβουμε την Ανατολική Ευρώπη, θα οργανώσουμε τις ορδές της Ασίας, θα πάμε στη Λατινική Αμερική και δεν θα χρειαστεί να καταλάβουμε τις ΗΠΑ. Θα πέσουν στα χέρια μας ως υπερώριμο φρούτο».

    Στο κύριο άρθρο τους οι «Νιου Γιορκ Τάιμς» απέδειξαν ότι η φράση αυτή δεν ειπώθηκε ποτέ από τον Λένιν. Αποκάλυψαν μάλιστα ότι η προέλευσή της ήταν από ένα βιβλίο της ακροδεξιάς οργάνωσης John Birch Society (Karl E. Meyer, «The Elusive Lenin», 8.10.1985). Από τότε κανείς δεν σοβαρός αναλυτής ή πολιτικός δεν διανοήθηκε να επαναλάβει την «γκάφα» του Ρέιγκαν.

    Η νοσταλγία του Ψυχρού Πολέμου

    Οι παρατηρήσεις που προηγούνται θα είχαν μόνο φιλολογική αξία, αν δεν μιλούσαμε για την καρδιά των επιχειρημάτων της ελληνικής πλευράς. Το παράθεμα του Λένιν έχει πάψει από δεκαετίες να χρησιμοποιείται στα επίσημα κείμενα της αμερικανικής διπλωματίας. Μπορεί βέβαια και σήμερα να το συναντήσει κανείς σε πολλές εκδόσεις παραθρησκευτικών και συνωμοσιολογικών ομάδων, αλλά ούτε σε ένα σοβαρό επιστημονικό έργο. Ενδεικτικά αναφέρω ότι η ψεύτικη φράση του Λένιν περιέχεται στο «The Marxist Goliath Among Us» του Ronald J. Lawrence (2010, σ. 28), στο οποίο καταγγέλλεται ο μαρξισμός που υποτίθεται ότι έχει διαβρώσει τους ιερείς στις ΗΠΑ!

    Το γεγονός ότι δεν έχει ακόμα εντοπιστεί η εσκεμμένη λαθροχειρία του Ανδριώτη στη χώρα μας λέει πολλά για τη σοβαρότητα των επιστημόνων (ιστορικών, γλωσσολόγων κ.λπ.) που ασχολούνται επαγγελματικά με το Μακεδονικό. Αλλά κυρίως εξηγεί τον λόγο που στη δημόσια αντιπαράθεση έχουν κυριαρχήσει εκείνοι που ζητούν «θανατική ποινή» για τους «προδότες πολιτικούς» και ανασύρουν όλα τα μετεμφυλιακά συνθήματα ως επιχειρήματα κατά του «εσωτερικού εχθρού».

    Αν ο Ανδριώτης έχει τη δικαιολογία ότι ζούσε σε μια εποχή που θεωρούσαν «αληθινό» ό,τι ήταν «εθνικό», εκείνοι που σήμερα το παίζουν «επιστήμονες» ή «πολιτικοί ταγοί του έθνους», ενώ στην πραγματικότητα για μικροκομματικούς λόγους ή προσωπική ιδιοτέλεια θέλουν να υψώσουν νέα τείχη μεταξύ των λαών των Βαλκανίων και να τα επεκτείνουν στο εσωτερικό της χώρας, διαπράττουν πραγματικό εθνικό έγκλημα.

  28. Ο/Η Κ.Δ. λέει:

    Aristides Hatzis
    August 31 at 12:08 AM ·
    Ήταν Έλληνες οι Αρχαίοι Μακεδόνες;

    Θα σας στενοχωρήσω λίγο αλλά είναι απαραίτητο. Διαβάστε όμως προσεκτικά ό,τι ακολουθεί για να καταλάβετε τι θέλω ακριβώς να σας πω. Διότι δεν θα απαντήσω στο ερώτημα του τίτλου. Θα κάνω κάτι άλλο.

    Έχω μπροστά μου δύο αμερικανικά διδακτικά εγχειρίδια με αντικείμενο την Ιστορία του Δυτικού Πολιτισμού. Είναι εγχειρίδια που χρησιμοποιούν κολέγια και πανεπιστήμια σε προπτυχιακό επίπεδο στο μάθημα της Ιστορίας του Πολιτισμού. Τα επέλεξα γιατί είναι τα πιο δημοφιλή και επιτυχημένα. Έχουν πουλήσει εκατομμύρια αντίτυπα. Και τα δύο βιβλία έχουν συγγραφείς με σημαντικό δημοσιευμένο επιστημονικό έργο, με εξαιρετικές σπουδές και κυρίως με θέση σε μεγάλα πανεπιστήμια των Η.Π.Α.

    Το πρώτο βιβλίο κυκλοφόρησε για πρώτη φορά το 1941 και σήμερα βρίσκεται στην 19η έκδοση (2017)! Έχει ως συγγραφείς έναν Καθηγητή Ιστορίας στο Πανεπιστήμιο του Μίσιγκαν (με διδακτορικό από το Μπέρκλεϊ) και μια Καθηγήτρια Ιστορίας στο Πανεπιστήμιο του Ιλλινόι (με διδακτορικό από το Χάρβαρντ).

    Στο πρώτο βιβλίο, λοιπόν, διαβάζουμε τα εξής:

    Για τον Φίλιππο: “someone whom most Greeks considered non Greek at all.”

    Για τους Μακεδόνες: “Despite the efforts of a few Macedonian kings to add a gloss of Hellenic culture to their court—one had successfully invited Euripides and Sophocles to his palace—the Greeks considered them nearly as barbaric as their northern neighbors. It is still not known whether the ancient Macedonians were Greek-speaking during this period, although the royal family and nobility would at least have spoken Greek as a second language; and Macedonians seem to have participated in the Olympic Games, which were open only to Greeks. But they were definitely perceived as dangerous outsiders.”

    Το δεύτερο βιβλίο κυκλοφόρησε για πρώτη φορά το 1962 και σήμερα βρίσκεται στην 10η έκδοση (2017). Έχει ως συγγραφέα έναν Καθηγητή Ιστορίας στο Πολιτειακό Πανεπιστήμιο της Πενσιλβένια (με διδακτορικό από το Πολιτειακό Πανεπιστήμιο του Οχάιο).

    Στο δεύτερο βιβλίο, λοιπόν, διαβάζουμε τα εξής:

    “The Macedonians were probably not Greek; scholars are still unsure whether the Macedonian language was an archaic dialect of Greek or an altogether separate language. The Greeks certainly viewed the Macedonians as barbarians but did allow them to participate as ‘Greeks’ in the Olympic games beginning in the fifth century B.C.E.”

    Μήπως πρόκειται για «ανθέλληνες»; (βλακώδης ερώτηση αλλά θα την απαντήσω). Όχι. Και οι 3 συγγραφείς είναι μεγάλοι θαυμαστές του αρχαίου ελληνικού πολιτισμού. Και τονίζουν ιδιαίτερα τον ρόλο του Μεγ. Αλέξανδρου και τη σημασία της ελληνιστικής εποχής στη διάδοση του ελληνικού πολιτισμού στην Ανατολική Μεσόγειο και τη Μέση Ανατολή.

    Το θέμα της ανάρτησης δεν είναι το τι ήταν τελικά οι αρχαίοι Μακεδόνες. Στο ερώτημα αυτό έχουν δοθεί απαντήσεις που είναι αντιφατικές. Δεν πρόκειται λοιπόν να το συζητήσουμε εδώ. Όποιος ενδιαφέρεται ας παρακολουθήσει την ενδιαφέρουσα σχετική επιστημονική συζήτηση (ελπίζω να μπορεί να ξεχωρίσει τους επιστήμονες από τους τσαρλατάνους, τους ερασιτέχνες, τους σαλεμένους μπλογκατζίδες και τους μυθομανείς εθνικιστές).

    Το θέμα της ανάρτησης είναι το τι γράφουν δύο τόσο δημοφιλή διδακτικά εγχειρίδια. Και τι συνέπειες έχει αυτό. Όχι, βέβαια, μόνο για τη δημόσια ιστορία αλλά και για το σύγχρονο Μακεδονικό πρόβλημα.

    Ελπίζω, λοιπόν, να έγινε κατανοητό αυτό που θέλω να πω και τι θέμα ανοίγω και να αποφύγω όσους κοιτούν πάντα το δάχτυλο και ποτέ το φεγγάρι.

    Και κάτι τελευταίο, τραγελαφικό.

    Σε ένα άλλο, τρίτο βιβλίο, όχι ιστορικό, ένα βιβλίο με θέμα τη βικτοριανή λογοτεχνία, διαβάζουμε τα εξής σε μια υποσημείωση:

    Mount Olympus: a mountain on the border of Greece and Thessaly, held in ancient Greek and Roman religion to be the home of the king of the gods, Zeus or Jupiter.

    Ο συγγραφέας είναι ομότιμος καθηγητής αγγλικής λογοτεχνίας στο Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης. Το βιβλίο κυκλοφόρησε από τον εκδοτικό οίκο του Πανεπιστημίου της Οξφόρδης το 2014.

  29. Ο/Η laskaratos λέει:

    Tρεις κι ο κούκος

    http://www.in.gr/2018/09/09/greece/agnostos-apeilise-oplo-fotoreporter-sti-thessaloniki/
    9 Σεπτεμβρίου 2018

    Φωτορεπόρτερ του Αθηναϊκού-Μακεδονικού Πρακτορείου Ειδήσεων κατήγγειλε ότι διαδηλωτής που συμμετείχε στο συλλαλητήριο, το οποίο πραγματοποιήθηκε απόψε στη Θεσσαλονίκη ενάντια στη συμφωνία των Πρεσπών, απείλησε με όπλο συναδέλφους του.


    Panayote Dimitras
    Σάββατο, 8 Σεπτεμβρίου, Ελλάδα. Ενας ιερέας εξοπλισμένος με αντιασφυξιογόνα μάσκα, κρατά την εικόνα της Παναγίας κατά τη διάρκεια του επεισοδιακού συλλαλητηρίου για τη Μακεδονία στο περιθώριο των εγκαινίων της 83ης ΔΕΘ
    REUTERS/Alexandros Avramidis

  30. Ο/Η laskaratos λέει:

    http://www.efsyn.gr/arthro/o-alithinos-paylos-melas

    Ο αληθινός Παύλος Μελάς


    Ο Παύλος Μελάς σε επιστολικό δελτάριο των πρώτων χρόνων μετά τον θάνατό του ΜΟΥΣΕΙΟ ΜΠΕΝΑΚΗ / ΑΡΧΕΙΟ ΝΑΤΑΛΙΑΣ & ΠΑΥΛΟΥ ΜΕΛΑ
    14.10.2018,

    Τάσος Κωστόπουλος

    «Γερά, γερά, στα χνάρια του Μελά!»

    Βασικό σύνθημα του συλλαλητηρίου της Αθήνας για το Μακεδονικό (4/2/2018)

    Eνα φάντασμα πλανιέται πάνω από τη δημόσια συζήτηση των τελευταίων μηνών για το Μακεδονικό. Η μορφή του είναι γνωστή στους πάντες από το σχολείο και τη δημόσια Ιστορία, σαν ενσάρκωση του κατ’ εξοχήν εθνικού ήρωα της μετεπαναστατικής Ελλάδας.

    Κατά την τριήμερη συζήτηση του περασμένου Ιουνίου στη Βουλή για τη συμφωνία των Πρεσπών, 14 αγορητές της Ν.Δ. και της Χ.Α. (ανάμεσά τους και ο επίδοξος πραξικοπηματίας Μπαρμπαρούσης) επικαλέστηκαν τη μνήμη του ως βασικό επιχείρημα κατά της αναγνώρισης της μακεδονικής ταυτότητας και γλώσσας των γειτόνων μας.

    Οι υπέρμαχοι της συμφωνίας θύμισαν πάλι (κυρίως μέσω Διαδικτύου, ο δε Γιώργος Κατρούγκαλος και στη Βουλή) ότι στα γράμματά του ο εθνικός αυτός ήρωας την επίμαχη γλώσσα την αποκαλούσε ορθά-κοφτά «μακεδονική». Ποιος υπήρξε, όμως, στην πραγματικότητα ο Παύλος Μελάς, πέρα από τον «ηρωικό» θάνατό του;

    Μια οικογενειακή υπόθεση

    Ο σχετικός μύθος χτίστηκε αμέσως μετά τον φόνο του Μελά, πριν από ακριβώς 114 χρόνια, με καθοριστική -όπως θα δούμε- τη συμβολή των πελατειακών κομματικών δικτύων της εποχής. Πάνω απ’ όλα, όμως, υπήρξε προϊόν επιμελούς οικογενειακού σχεδιασμού: όλα όσα γνωρίζει γι’ αυτόν το ελληνικό κοινό προέρχονται είτε από την πένα του κουνιάδου του, Ιωνα Δραγούμη (και, μέσω αυτού, της Πηνελόπης Δέλτα), είτε από τη βιογραφία του που δημοσίευσε η χήρα του, ανώνυμα το 1926 στην Αλεξάνδρεια κι επώνυμα το 1964 στην Αθήνα.

    Εμπλουτισμένη με τμήμα της αλληλογραφίας του Μελά, η τελευταία δεν απέβλεπε μονάχα στην εμπέδωση της υστεροφημίας ενός ήδη αναγνωρισμένου εθνικού ήρωα, όσο στην ανάδειξη των εξ αγχιστείας συγγενών του -της οικογένειας Δραγούμη- ως συλλογικού πρωτεργάτη του εθνικού βίου εκείνων των χρόνων.

    Στον βωμό αυτής της επιδίωξης, όχι μόνο η τότε πολιτική ζωή μεταγράφηκε σαν οικογενειακή σαπουνόπερα, αλλά και οι επιστολές του Μελά αλλοιώθηκαν σοβαρά κατά τη δημοσίευσή τους, όπως πιστοποιεί η αντιπαραβολή με τα πρωτότυπα που φυλάσσονται στο Μουσείο Μπενάκη.

    Η κοινωνική αντοχή αυτής της εικόνας υπήρξε τέτοια, ώστε ακόμη και οι σοβαρότερες εκδοχές της ιστοριογραφίας του Μακεδονικού Αγώνα να προσαρμόζονται κακήν-κακώς στα γραφόμενα της χήρας και του κουνιάδου, παρακάμπτοντας το απείρως σοβαρότερο σχετικό αρχειακό υλικό.

    Μολονότι ο όλος μύθος ελάχιστα αντέχει ακόμη και στην προσεκτική ανάγνωση των ίδιων των ιδρυτικών αυτών κειμένων, τα εγχειρήματα μερικής ή ολικής αποδόμησής του παραμένουν ακόμη μεμονωμένα:

    ◼ Στην εκατοστή επέτειο του θανάτου του Μελά, δύο σχεδόν ταυτόχρονα άρθρα του «Ιού» («Ελευθεροτυπία» 10/10/2004) και του πανεπιστημιακού Βασίλη Γούναρη («Καθημερινή» 17/10/2004) εξέθεσαν τα προβλήματα της επίσημης αφήγησης και παρέθεσαν τις αντιφατικές εκδοχές γύρω τις συνθήκες του φόνου του. Από τη διασταύρωσή τους προκύπτει πως ο Μελάς τραυματίστηκε κατά λάθος από τους συντρόφους του, που τον αποκεφάλισαν κατόπιν για να μην προδοθούν από τις κραυγές του στον τουρκικό στρατό. Για την Ιστορία προσθέτουμε εδώ πως η πληροφορία αυτή συζητιόταν ανοιχτά τα επόμενα χρόνια στους κύκλους των μακεδονομάχων, όπως πιστοποιεί η αμήχανη διάψευσή της στον αθηναϊκό Τύπο (εφ. «Ελεύθερος Ανθρωπος», 4/8/1931, σ.4).

    ◼ Το 2005 η Περσεφόνη Καραμπάτη αποκάλυψε διακριτικά, σε επίσημη έκδοση του Μουσείου Μακεδονικού Αγώνα, τον παράλληλο έρωτα του Μελά με την (παντρεμένη) κουνιάδα του, Εφη Καλλέργη (αναλυτικά γι’ αυτό το ειδύλλιο σε δημοσίευμα του «Ιού», 13/7/2013).

    ◼ Για την πολιτική διάσταση της εμπλοκής του στο Μακεδονικό, εξαιρετικά διαφωτιστική είναι η πλήρης αλληλογραφία του Μελά με τον Ιωνα που εξέδωσε ο πρόσφατα εκλιπών Γιώργος Πετσίβας («Τα Τετράδια του Ιλιντεν», Αθήνα 2000).

    ◼ Η συστηματικότερη (και χρονικά προγενέστερη) αποδόμηση της εικόνας του Μελά, με βάση την προσεκτική εξέταση της διαθέσιμης εθνικιστικής βιβλιογραφίας, πραγματοποιήθηκε από τον Δημήτρη Λιθοξόου, αρχικά στο περιοδικό του Ουράνιου Τόξου, «Зора» (1995-1996) και κατόπιν σε βιβλίο («Ελληνικός αντιμακεδονικός αγώνας», Αθήνα 1998).

    Ας πάρουμε, όμως, τα πράγματα από την αρχή.

    Τραμπουκισμός και βαθύ κράτος


    Οι αδερφοί Παύλος και Λέων Μελάς εν ώρα καντάδας προς τις συζύγους τους, Ναταλία Μελά και Ανδρομάχη Σλήμαν | «ΑΓΩΝΑΣ ΚΑΙ ΔΙΛΗΜΜΑΤΑ» (2005)

    Γεννημένος στη Μασσαλία το 1870 με πατέρα μεγαλέμπορο της διασποράς κι αργότερα δήμαρχο Αθηναίων (1891-1894), ο Παύλος επέλεξε, όπως και δύο ακόμη από τους τέσσερις αδερφούς του, τη στρατιωτική καριέρα.

    Το 1891 αποφοίτησε από την Ευελπίδων και την επόμενη χρονιά παντρεύτηκε τη Ναταλία Δραγούμη, κόρη τού τότε υπουργού Εξωτερικών και μετέπειτα πρωθυπουργού (την εποχή του Κιλελέρ).

    Από τα αδέρφια του, ο Γεώργιος χρημάτισε ιδιαίτερος γραμματέας του βασιλιά Κωνσταντίνου, ο Βασίλειος υπασπιστής του βασιλιά Αλέξανδρου, οι δε Λέων και Κωνσταντίνος βουλευτές Αγυιάς και Ιωαννίνων· αυλάρχης του πρίγκιπα Νικολάου υπήρξε και ο γαμπρός του, Εκτωρ Ρωμάνος. Πατρική κατοικία, μετά την εγκατάσταση της οικογένειας στην Αθήνα το 1874, ήταν το σημερινό μέγαρο της «Αθηναϊκής Λέσχης» στην Πανεπιστημίου. Ως τέκνο του «πρώτου οικιστή» της Κηφισιάς, ο Παύλος θα χτίσει πάλι εκεί το 1894 την εξοχική έπαυλή του.

    Το ψυχογράφημα του νεαρού αξιωματικού που αναδύεται από τα γραπτά του είναι αυτό ενός ανθρώπου που μεγάλωσε σε αυταρχικό περιβάλλον, εγκλωβίστηκε με τον γάμο του σ’ ένα ακόμη αυταρχικότερο κι έζησε στη σκιά μεγαλεπήβολων οραμάτων.

    Σαφώς λιγότερο ευφυής και απείρως συναισθηματικότερος από τον πεθερό, τον κουνιάδο και τη σύζυγό του, μοιραζόταν μαζί τους τον ίδιο βαθύ συντηρητισμό, την ίδια περιφρόνηση για τον απλό λαό (τους «μικρούς ανθρώπους») κι ένα κοινό μίσος για τις «δημοκρατικές θεωρίες που λυμαίνονται την Ευρώπη».

    Θα συνδέσει δε άρρηκτα την εθνική του δράση με την οικοδόμηση του εγχώριου βαθέος κράτους μετά τη χρεοκοπία του ελληνικού Δημοσίου το 1893· στο μυαλό του, όπως και σ’ αυτά των συνοδοιπόρων του, αυτά τα δύο ήταν άλλωστε αξεδιάλυτα.

    Για πρώτη φορά ο ανθυπολοχαγός Μελάς απασχόλησε τη δημόσια ζωή στις 20 Αυγούστου 1894, όταν μαζί με 85 συναδέλφους του πραγματοποίησε τον πρώτο του πολεμικό άθλο − κατά του εσωτερικού, βεβαίως, εχθρού.

    Ενοχλημένοι από ένα κύριο άρθρο της «Ακροπόλεως» (14/8/1894), το οποίο συνέδεε ειρωνικά τις βιαιοπραγίες αξιωματικών κατά πολιτών με τη δαπανηρότατη συντήρησή τους από τον καταχρεωμένο κρατικό κορβανά, οι 85 βαθμοφόροι με τους φαντάρους τους επέδραμαν στα γραφεία της εφημερίδας και το σπίτι του ιδιοκτήτη της Βλάση Γαβριηλίδη και τα ρήμαξαν με τσεκούρια, αξίνες και συναφή εργαλεία, τσεπώνοντας όσα χρήματα βρέθηκαν στα κατεστραμμένα συρτάρια.

    Παραπέμφθηκαν φυσικά στο στρατοδικείο με τη (μάλλον ήπια) κατηγορία της φθοράς ξένης περιουσίας, αθωώθηκαν όμως πανηγυρικά δίχως την παραμικρή αιτιολογία (24/9/1894). Η τιμή του επαγγέλματος είχε αποκατασταθεί διά ροπάλου και εκ του ασφαλούς, με την κάλυψη των ομοφρόνων προϊσταμένων.

    Ενάμιση μήνα μετά, στις 12/11/1894, ορισμένοι από τους επιδρομείς προχώρησαν στην ίδρυση της «Εθνικής Εταιρείας» («Ε.Ε.»), μυστικής οργάνωσης με «αόρατον αρχήν» και καταστατικό σκοπό «την αναζωπύρωσιν του εθνικού φρονήματος» διά του αλυτρωτισμού. Ηταν η πράξη γέννησης του ελληνικού βαθέος κράτους: ο σκληρός πυρήνας του κρατικού μηχανισμού, ο στρατός, επανέφερε τη δημόσια συζήτηση για την οικονομική κρίση και το δημόσιο χρέος στη «σωστή» (για τα συμφέροντά του) κοιτίδα. Ο Μελάς συγκαταλεγόταν στα πρώτα μέλη της μυστικής οργάνωσης, με αριθμό μητρώου 25 σε σύνολο 500 στρατολογιών την πρώτη διετία (Γιανουλόπουλος 1999, σ.50).

    Λιγότερα στοιχεία διαθέτουμε για την ένταξή του σε μια άλλη μυστική δομή: τον τεκτονισμό (Ιωάννης Λουκάς, «Ιστορία της ελληνικής μασονίας», Αθήνα 1991, σ.220).

    Προβοκάτσια στα σύνορα


    Προβοκάτορες στα σύνορα. Οι αξιωματικοί Παύλος Μελάς και Κωνσταντίνος Μαζαράκης με τους «αντάρτες» της «Εθνικής Εταιρείας» που πυροδότησαν τον καταστροφικό ελληνοτουρκικό πόλεμο του 1897 ΝΑΤΑΛΙΑ ΜΕΛΑ, «ΠΑΥΛΟΣ ΜΕΛΑΣ» (1964)

    Μοναδική συνεισφορά της «Εθνικής Εταιρείας» στην πατρίδα υπήρξε, ως γνωστόν, μια εθνική συμφορά: η πυροδότηση του καταστροφικού ελληνοτουρκικού πολέμου του 1897 με την εισβολή 3.000 έμμισθων «ανταρτών» της στο τουρκικό έδαφος (26/3/1897).

    Παρά τους αρχικούς λεονταρισμούς, ο ελληνικός στρατός αποσυντέθηκε μέσα σε μια βδομάδα στο άκουσμα πως «έρχονται οι Τούρκοι»· στις 7/5 εγκατέλειψε πανικόβλητος ακόμη και τη Λαμία, με τα στρατεύματα του σουλτάνου να κατευθύνονται προς την Αθήνα.

    Το κρατίδιο του 1830 επέζησε τελικά εκλιπαρώντας τις προστάτιδες Δυνάμεις (οι ισορροπίες των οποίων δεν επέτρεπαν τόσο ριζικές αναδιατάξεις του χάρτη της Βαλκανικής), καταβάλλοντας στους Οθωμανούς μια καθόλου ευκαταφρόνητη αποζημίωση 4.000.000 λιρών κι αποδεχόμενο Διεθνή Οικονομικό Ελεγχο για την ικανοποίηση των (Γερμανών, κυρίως) πιστωτών του.

    Η προσωπική συμβολή του Παύλου Μελά σ’ αυτή την πανωλεθρία υπήρξε κάτι παραπάνω από κομβική, όπως διαβάζουμε στην επίσημη βιογραφία του. Με την κάλυψη των ανωτέρων του και του πρίγκιπα Νικολάου παρέλαβε αυτοπροσώπως τους «εθελοντές» της Ε.Ε. στον Βόλο (13/3) και τους μετέφερε στα σύνορα, με μια αμαξοστοιχία 55 βαγονιών και τη ρητή πρόθεση να πυροδοτήσει τον πόλεμο.

    «Θα επανέλθω ταχύτατα εις την θέσιν μου διότι έχω την πεποίθησιν ότι θ’ αρχίσωμεν αμέσως το τουφέκι», γράφει στις 16/3 στον πατέρα του, πρόεδρο του «φανερού τμήματος» της Εταιρείας (σ.79), για να επαναλάβει ανυπόμονα στις 25/3: «Κρίμα εις τας ελπίδας του κόσμου. Τίποτε σήμερον· ούτε ένα τουφέκι» (σ.86). Με την κήρυξη του πολέμου, πετάει πια στα σύννεφα: «Η φωτιά άναψεν επί τέλους. Δεν ημπορώ να περιγράψω την ευτυχίαν και τον ενθουσιασμόν μου» (σ.95-6).

    Για τη σοβαρότητα των σκέψεων που υπαγόρευαν τη δράση του, αποκαλυπτικές είναι οι παρατηρήσεις του για φίλους και εχθρούς: ενώ «οι λαμπροί μας εύζωνοι άλλοι εχόρευαν, άλλοι έριχναν το λιθάρι, άλλοι πηδούσαν, όλο ζωή και ενθουσιασμός», γράφει στη Ναταλία από τη Μελούνα, οι Τούρκοι του αντίπερα φυλακίου, «αξιολύπητοι, ρακένδυτοι, ξυπόλυτοι, με πανταλόνια διαφόρων χρωμάτων, μάλλον ζητιάνοι εφαίνοντο παρά στρατιώται» (σ.73).

    Την ίδια οξυδέρκεια επιδεικνύει και για τους επαγγελματίες αντάρτες που μεταφέρει: οι αρχηγοί τους Νταβέλης, Ζέρμας και Αλαμάνος είναι «ωραιότατοι άνδρες, αληθινοί λεβέντες», «επικεφαλής ανδρών εκτάκτων καθ’ όλα»· «σε βεβαιώ», γράφει στον πατέρα του (24/3), «ότι θα κάνουν θαύματα» (σ.83-4).

    Επιφυλάξεις έχει μόνο για κάποιους Ιταλούς γαριβαλδινούς: «πολλοί απ’ αυτούς είναι τωόντι λαμπροί νέοι και πολύ ανεπτυγμένοι και καλών οικογενειών, άλλοι είναι του λαού άνθρωποι καλοί και τίμιοι· είναι όμως μεταξύ αυτών και κάτι αγριόφατσες αναρχικών, οι οποίοι δεν πιστεύω να εννοούν καθόλου τας υψηλάς ιδέας που έφεραν τους συντρόφους των εις την Ελλάδα» (σ.81-2).

    Λίγες μέρες μετά, πληροφορεί ωστόσο τον μπαμπά του πως οι εξελίξεις δεν είναι καθόλου ευχάριστες: οι θαυματοποιοί του «έχουν επιστρέψει όλοι» στο ελληνικό έδαφος και πολλοί απ’ αυτούς «πωλούν δεξιά και αριστερά τα όπλα των» (σ.93).

    Μπορεί να πυροδότησε τον πόλεμο, ο ίδιος τον έβγαλε όμως αβρόχοις ποσί. Μια βδομάδα μετά την κήρυξή του, κι ενώ η μονάδα του βρίσκεται ήδη στα σύνορα, αυτός παραμένει στη Λάρισα «εν υπηρεσία»· την κατάρρευση του μετώπου θα την πληροφορηθεί ενώ παρακολουθεί -αδειούχος- τον… Επιτάφιο (σ.102).

    Η απραξία του δεν τον εμποδίζει, πάντως, να λοιδορήσει τους υποχωρούντες: «άτιμα όντα», «ελεεινοί άνθρωποι», «πρωτοπαληκαράδες που ετράπησαν εις άτιμον φυγήν» (σ.103-4). Κάποια στιγμή, διασταυρώνεται τυχαία με τη μονάδα του: «Ο επί κεφαλής αξιωματικός», γράφει, «με είδε, μ’ έρριψε βλέμμα κινών την κεφαλήν και παρήλθε χωρίς να με αποτείνη ουδέ λέξιν». Τι να πει στον βυσματία λουφαδόρο;

    Το βάπτισμα του πυρός -τρόπος του λέγειν- θα το πάρει δυο βδομάδες αργότερα στα Φάρσαλα: μαζί με τον Σουηδό υπολοχαγό Ερλαντ αφ Κλέεν, γράφει, «καθόμεθα επί τινος υψώματος όπισθεν της πυροβολαρχίας και παρακολουθούμεν τον αγώνα» (σ.109).

    Δίπλα στα κανόνια θα βρεθεί μόνο ένα δίωρο, υπό συνθήκες μάλλον ιδανικές: κανένα τουρκικό βλήμα «δεν εξερράγη, διότι εχώνοντο εις την μαλακήν γην της Θεσσαλίας» (σ.112). Από ασφαλή απόσταση θα παρακολουθήσει και τη μάχη του Δομοκού. Πέφτει μάλιστα με τον Κλέεν για ύπνο («ενωρίς, διά να εγερθώμεν και ενωρίς»)· στις 11 μ.μ. τον ξυπνά ωστόσο ο πρίγκιπας Νικόλαος, για να του ανακοινώσει τη νέα υποχώρηση (σ.117-8). Δυο μέρες μετά, «κουρασμένο ηθικά περισσότερο παρά σωματικά, εξαντλημένο από την αϋπνία, τον έπιασε τόσο δυνατός πυρετός, ώστε ανησύχησε ο γιατρός του συντάγματος και τον έστειλε στη Λαμία, όπου τον περιποιήθηκαν πολύ» (σ.121).

    Σε αντίθεση με άλλους πατριώτες, ο Μελάς δεν αποστασιοποιήθηκε από την «Εθνική Εταιρεία» μετά τον εξευτελισμό του 1897. Τον Γενάρη του 1899 μπήκε μάλιστα στο Δ.Σ. της, σε μια συγκυρία σημαδεμένη από την προσπάθεια της κυβέρνησης ν’ αποσπάσει τα κεφάλαιά της που οι πατριώτες εταίροι είχαν εγκαίρως φυγαδεύσει στο εξωτερικό.

    Μετά τη δημοσίευση του διαχειριστικού ελέγχου του υπ. Οικονομικών στο ταμείο της, το όργανο αποφάσισε την 1η/12/1900 την αυτοδιάλυσή της. Με μια αξιοσημείωτη, ωστόσο, εξαίρεση: «Κατά πρότασιν του ανθυπολοχαγού του πυροβολικού Παύλου Μελά και του καθηγητού Νικολάου Πολίτου, το Δ.Σ. της Εταιρίας δεν διελύθη. Απεφασίσθη να συνέρχεται από καιρού εις καιρόν και να συζητή τα εθνικά ζητήματα, εισηγούμενον αναλόγους λύσεις εις την εκάστοτε Κυβέρνησιν» (Διεύθυνσις Ιστορίας Στρατού, «Ο Μακεδονικός Αγών», Αθήναι 1979, σ.124).

    Το πραξικόπημα των κουνιάδων


    Το κοινωνικό βάρος δυο οικογενειακών παραδόσεων άφησε βαθιά ίχνη στις επιλογές του Μελά. Αριστερά, ο ίδιος στο πατρικό του με πέντε από τα έξι αδέρφια του και τον πατέρα του Μιχαήλ. Κάτω, καθημερινότητα στην κατοικία των πεθερικών του και η εξοχική έπαυλη «ΑΓΩΝΑΣ ΚΑΙ ΔΙΛΗΜΜΑΤΑ» (2005) | «ΕΠΤΑ ΗΜΕΡΕΣ» (17/10/2004)

    Τα επόμενα χρόνια ο Μελάς είναι μια μάλλον γραφική φιγούρα της αθηναϊκής καλής κοινωνίας. Ακρως ευέξαπτος, παρελαύνει στις εφημερίδες ως πρωταγωνιστής δύο τουλάχιστον μονομαχιών, στις οποίες κάλεσε ο ίδιος τους αντιπάλους του: τον φοιτητή της Νομικής Δ.Κ. Λεόντιο (3/7/1903) και τον συνάδελφο και συνταξιδιώτη του στη Μακεδονία, Γεώργιο Κολοκοτρώνη (27/5/1904). Η νευρικότητά του εξηγείται πιθανόν από τα οικονομικά προβλήματά του μετά τον θάνατο του πατέρα του, που τον εξόρισαν από το Κολωνάκι στην Κηφισιά.

    «Η Νάτα έχει πολλάς χρηματικάς δυσκολίας και προσπαθεί να τα βγάλει πέρα», ενημερώνει επ’ αυτού τον Ιωνα η Εφη Καλλέργη (21/10/1903). «Οπερ δύσκολον διότι ήτο πάντοτε συνηθισμένη, καθώς και ο Παύλος, να εξοδεύουν χωρίς να σκέπτονται. Τους λυπούμαι και τους δυο διότι δεν φαντάζεσαι πόσον ο Παύλος είναι απελπισμένος με τον εαυτόν του και ρίπτει όλα τα σφάλματα εις την ράχην του» (Αρχείο Ι. Δραγούμη, φ.ΙΒ/5, εγγρ.4).

    Σ’ αυτή τη δύσκολη συγκυρία, Μελάς και Δραγούμης με μια παρέα πρώην εταίρων της «Ε.Ε.» βάζουν τα θεμέλια για την ένοπλη ελληνική επέμβαση στη Μακεδονία κατά του αντιοθωμανικού αντάρτικου των κομιτατζήδων. Η αλληλογραφία τους δεν αφήνει ωστόσο την παραμικρή αμφιβολία ότι πραγματικό κέντρο βάρους του ενδιαφέροντός τους δεν ήταν τόσο ο αλύτρωτος Ελληνισμός όσο οι υπουργικοί διάδρομοι της Αθήνας. Τα σχετικά τεκμήρια έχουν δημοσιευθεί σε παλιότερο «Ιό» (9/11/2013), οπότε δεν χρειάζεται ν’ αναπαραχθούν εδώ.

    Υπενθυμίζουμε, απλά, πως ο Ιων αποκαλεί τον τελικό στόχο τους «πραξικόπημα», με σκοπό την απαλλαγή από τη «σιχαμερή λάσπη [του] κοινοβουλευτισμού» και την κατάληψη της εξουσίας (με την πλάτη του στρατού) από «την δική μας Κυβέρνησιν». Ο Μακεδονικός Αγώνας δεν ήταν, σε τελική ανάλυση, παρά το όχημα για τον αυταρχικό μετασχηματισμό των εθνικών μετόπισθεν: «πρέπει να κάνωμε ένα πραξικόπημα τη στιγμή που θα είναι αναγκαίο, είτε να ριχτούμε επί των Βουλγάρων, είτε να καταλάβωμεν την χώραν που μας ανήκει».

    Αδιερεύνητη παραμένει η ακριβής εμπλοκή της Γερμανίας, την οποία υπαινίσσεται εμμέσως πλην σαφώς στις δικές του αναμνήσεις ο βενιζελικός ήρωας της Πηνελόπης Δέλτα, καπετάν Νικηφόρος («Ο ναύαρχος Ιωάννης Δεμέστιχας», Αθήναι 1964, σ.24). Η ανάληψη από το ελληνικό κράτος «αστυνομικής δράσης» στην οθωμανική επικράτεια, με σκοπό την προσωρινή σταθεροποίηση του εκεί καθεστώτος που είχε κλονιστεί από την πρόσφατη εξέγερση του Ιλιντεν, ταίριαζε πάντως γάντι με τη γερμανική πολιτική εκείνων των χρόνων.

    Ο μηχανισμός που οργάνωσε και καθοδήγησε τον Μακεδονικό Αγώνα ταυτιζόταν επίσης σε επίπεδο προσώπων με τις τότε άκρες του Βερολίνου στο ελληνικό βασίλειο: συντονιστής της όλης προσπάθειας ήταν ο διάδοχος Κωνσταντίνος, το δε ημιεπίσημο όργανο του Μακεδονικού Κομιτάτου («Εμπρός») μνημονεύεται από τον Γερμανό πρέσβη ως «η εφημερίδα της [πολεμικής βιομηχανίας] Κρουπ».

    Σ’ ένα οικογενειακότερο επίπεδο, διερεύνηση χρειάζεται επίσης ο ρόλος της Ναταλίας ως αφανούς καθοδηγήτριας τόσο του συζύγου όσο και του μικρού της αδερφού, όπως διαπιστώνουμε από τη μεταξύ τους αλληλογραφία.

    «Η Νάτα απαιτεί ξεμπέρδεμα Τσακαλάρωφ», ενημερώνει λ.χ. στις 26/4/1903 από την Αθήνα ο Μελάς τον Ιωνα, υποπρόξενο τότε στο Μοναστήρι· ο λόγος για τον Βασίλ Τσακαλάροφ, τον επίφοβο οπλαρχηγό της ΕΜΕΟ που αποτελούσε το τοπικό (και τοτεινό) ισοδύναμο του δικού μας Βελουχιώτη.

    Η απάντηση του παραλήπτη (13/5/1903) είναι ακόμη πιο εύγλωττη: «Διά τον Τσακαλάρωφ προσπαθώ να εκτελέσω την επιθυμία της Νάτας, που είναι και δική μου. Είχαμε μάθει πως τον σκότωσε ο στρατός αλλά δεν είναι αλήθεια. Θα εξοδέψω χρήματα για τον φόνον του» («Τα Τετράδια του Ιλιντεν», σ.87 & 113).

    Το «έπος» του Μίκη Ζέζα

    Η δράση του Μελά στη Μακεδονία, που κατέληξε στον θάνατο και την ηρωοποίησή του, περιλαμβάνει δύο «εισβολές», συνολικής διάρκειας 10 εβδομάδων, από τα σύνορα μέχρι την Πρέσπα και μια ολιγοήμερη ενδιάμεση «ιδιωτική» επίσκεψή του στην Κοζάνη και τη Σιάτιστα − όλες μέσα στο 1904. Οσο για την πολεμική του δράση, αυτή περιορίστηκε σε μία και μοναδική, άδοξη συμπλοκή.

    ◈ Στην πρώτη, διερευνητική αποστολή (29/2-30/4) μετείχαν 4 αξιωματικοί μ’ επικεφαλής τον Αναστάσιο Παπούλα, μετέπειτα αρχιστράτηγο στη Μικρασία. Ο Μελάς ήταν το νεότερο και λιγότερο σημαντικό μέλος της· στη μέση της διαδρομής ανακλήθηκε μάλιστα στην Αθήνα (23/3), καθώς με την ενθουσιώδη φλυαρία του είχε καρφωθεί στην τουρκική πρεσβεία. (Η επαγρύπνηση δεν ήταν το φόρτε του: στις 19/9 θα εγκαταλείψει την κάπα του με ενοχοποιητικές επιστολές του προξένου στο Μοναστήρι -και μπατζανάκη του- Δημητρίου Καλλέργη, προκαλώντας την ανάκλησή του στην Αθήνα.) Με οδηγούς τον πρώην κομιτατζή Κότε Ρίστοφ Σάροφσκι («καπετάν Κώττα») και τους συντρόφους του, οι αξιωματικοί περιόδευσαν σε πέντε ασφαλή σλαβόφωνα χωριά των Κορεστίων και της Πρέσπας, επιδόθηκαν σε αντεπαναστατικά κηρύγματα, μοίρασαν δεξιά κι αριστερά 400 λίρες και κατέληξαν σε διαμετρικά αντίθετα συμπεράσματα. Η διαφωνία τους επισφραγίστηκε με τη μονομαχία Μελά-Κολοκοτρώνη, ύστερα από εκατέρωθεν αλληλοδιαβολές στα ανώτατα κλιμάκια της εξουσίας.

    ◈ Η δεύτερη και τελευταία αποστολή ξεκίνησε με τον διορισμό του από τον πρωθυπουργό Θεοτόκη ως «γενικού αρχηγού» των μακεδονομάχων στο βιλαέτι Μοναστηρίου (14/8). Επικεφαλής 30 ενόπλων πέρασε στις 27/8 τα σύνορα με κατεύθυνση την περιοχή Καστοριάς-Φλώρινας. «Διά καλό και διά κακό», σημειώνει στην ημιτελή απολογιστική έκθεσή του, «έγραψα εις τον καϊμακάμην Φλωρίνης επιστολήν, εν η τω εδήλωσα ότι σκοπός μου μόνον ήτο η τιμωρία των δολοφόνων Βουλγάρων και η προστασία των αδελφών μας από τας ορδάς αυτών. Οτι ουδένα άλλον θα πειράξω, ότι σέβομαι την κυβέρνησιν των Οθωμανών και τον στρατόν προ του οποίου θα παραμερίζω, εκτός εάν κυκλωθώ υπ’ αυτού» (ΔΙΣ 1979, σ.336).

    Σύμφωνα με την ίδια έκθεση, το πρώτο σκέλος της δράσης του αφορούσε την οργάνωση του χώρου, με «διευθύνον κέντρο» τη Νέβεσκα (σημ. Νυμφαίο) και στηρίγματα σε πέντε γειτονικά χωριά. Διόρισε έμμισθους αγγελιοφόρους και φρουρούς κι ανέλαβε τη μισθοδοσία των «αρματολικών» σωμάτων που δρούσαν ήδη στο Λέχοβο και τη Νεγκοβάνη με την άδεια των αρχών. Χρήμα διέθετε άφθονο: στην Αθήνα είχε παραλάβει «επί αποδείξει» 1.400 χρυσά φράγκα και 2.100 ασημένιες δραχμές (Καραμπάτη 2005, σ.155).

    Το δεύτερο σκέλος της δράσης του ήταν επιθετικό: «ένοπλη προπαγάνδα» σε εξαρχικά χωριά, κλείσιμο των ρουμανικών σχολείων στα βλάχικα κι εκκαθάριση των στελεχών της ΕΜΕΟ. Τα τελευταία αλλού δολοφονούνται (Πρεκοπάνα), αλλού εξαναγκάζονται να δηλώσουν υποταγή (Σρέμπενο) κι αλλού εγκαταλείπουν τα χωριά τους για ασφαλέστερα μέρη.

    Σε αντίθεση με τη μεταγενέστερη αγιοποίησή του, η εικόνα που αποτυπώνει στην έκθεσή του ελάχιστα αποκλίνει από τις τρομοκρατικές πρακτικές των επιγόνων του:

    «Διηυθύνθην εις Πρεκοπάναν, όπου εφονεύθησαν αμέσως οι διαβόητοι Βούλγαροι ιερεύς και διδάσκαλος. […] Συγκαλέσας τους χωρικούς, ιδία τους δημογέροντας, συνέστησα εις αυτούς πρώην Ορθοδόξους (διά της βίας αποσκιρτήσαντας) διά θερμοτάτης ομιλίας να επανέλθωσιν εις την Ορθοδοξίαν. Τους ηρώτησα να μοι είπωσιν ελευθέρως εάν η συνείδησίς των είναι Βουλγαρική και αι πεποιθήσεις των σχισματικαί, δηλών ότι θέλω σεβαστή αυτούς, αλλ’ ότι δεν θα επιτρέψω εις κανένα να πιέζη τους Ελληνας προς αποσκίρτησιν. Οι δυστυχείς ούτοι, άλλοι υπό το κράτος του φόβου, του εκ του φόνου των συγχωριανών των, άλλοι με αγαθήν διάθεσιν με εβεβαίωσαν ότι η ψυχή των ουδέποτε ησπάσθη ούτε το σχίσμα ούτε τας Βουλγαρικάς αρχάς και ότι προθύμως θα έκαμνον ό,τι τους διατάξω. Τότε τοις είπον ότι απαιτώ πρώτον να ορκισθώσιν πίστιν και αφοσίωσιν εις την Ορθοδοξίαν και δεύτερον να κάμωσι τοιαύτην αναφοράν εις τον Καϊμακάμην και εις τον Μητροπολίτην. Προς τον τελευταίον δε να μεταβώσιν εντός δέκα το πολύ ημερών και να ζητήσωσι την αποστολήν ιερέως και διδασκάλου Ελλήνων. Εδήλωσα δε εις αυτούς ότι τον τυχόν δυστροπούντα εις τα ανωτέρω, μετά τον όρκον ον μοι έδωσεν, θέλω θεωρήσει ως Βούλγαρον και επίορκον και τιμωρήσει αναλόγως» (σ.332).

    Στα λογοκριμένα αποσπάσματα των επιστολών του παραθέτει διαδοχικά σχέδια εκκαθαρίσεων: στην Μπελκαμένη ένας κομιτατζής «πρέπει να φονευθή» κι ένας «ρουμανίζων και βουλγαρίζων» κάτοικος «να φάγη ξύλο και να εκδιωχθή»· προγραμματίζει επίσκεψη «εις Νεγοβάνι όπως καθαρίσωμεν αυτό και το πλησίον αυτού κείμενον Λέσκοβετς από τα βουλγαρικά τέρατα»· συζητά με τον ηγούμενο της μονής Τσιριλόβου «περί του τρόπου εξαφανίσεως ενός όστις μόνος τρομοκρατεί ολόκληρον το Τσιρίλοβον, ενός ιερέως και διδασκάλου -φοβερών κακούργων- εν Κομανιτσόβω και ενός ομοίου ιερέως εν Χολίστη», αποφαινόμενος ότι «φόνος Βουλγάρων = έργον δικαιοσύνης».

    Στην τελευταία επιστολή προς τη γυναίκα του (2/10/1904) καμαρώνει, τέλος, πως «έγινε ο φόβος των Βουλγάρων» κι ότι οι χωρικοί «φοβούνται να έβγουν εις το κλαρί» εναντίον του (σ.405-6).

    Ο τελικός απολογισμός ήταν ωστόσο μάλλον απογοητευτικός. Ακολουθώντας την κλασική συνταγή του αντάρτικου, οι κομιτατζήδες απέφυγαν τη μετωπική αναμέτρηση με τον Μελά, που περιφερόταν κυριολεκτικά στο κενό. Αξιοποιώντας το δίκτυό τους στα χωριά, ήταν άλλωστε σε θέση να προχωρούν σ’ επιλεκτικά χτυπήματα, εξαλείφοντας τις περιορισμένες προσβάσεις των μακεδονομάχων στις διαφιλονικούμενες κοινότητες. Τα ντόπια πάλι στελέχη της ελληνικής παράταξης δεν φαίνονταν ιδιαίτερα διατεθειμένα να στηρίξουν μια ολομέτωπη σύγκρουση.

    «Δυστυχώς από το πρόγραμμά μου το εκατοστόν μόνον έκαμα», ομολογεί έτσι ο Μελάς στο ίδιο γράμμα του. «Ερχονται και μου προτείνουν μ’ ενθουσιασμόν πλήθος ωραίων και μεγάλων σχεδίων. Εγώ ο δυστυχής κάμνω το σχέδιόν μου, ξεκινώ με βροχήν, με κρύο, με πείναν και, όταν έλθη η στιγμή της εκτελέσεώς του, ή δεν έρχονται ή με γελούν παντοιοτρόπως ή και ειδοποιούν τους Βουλγάρους να κρυφθούν» (σ.404-5).

    Η απογοήτευση τον ωθεί να τα παρατήσει: ανακοινώνει στους άντρες του πως αποφάσισε «να αφήση μικράς φρουράς ανά 3-4 άνδρας εις τα χωριά της περιφερείας προς άμυναν αυτών μέχρι Μαρτίου», αυτός δε με τους υπόλοιπους «θα ανεχώρει εις Αθήνας και θα επανέρχετο τον Μάρτιον με νέο σώμα»· ζητά ως εκ τούτου να δηλώσουν «ποίοι δεχόμεθα να παραμείνουμε» (Ιωάννης Καραβίτης, «Απομνημονεύματα», Αθήνα 1994, σ.104).


    Ο Παύλος Μελάς με την ανταρτοομάδα του, λίγο πριν περάσει τα σύνορα για την τρίτη και τελευταία επίσκεψή του στη Μακεδονία | «ΑΓΩΝΑΣ ΚΑΙ ΔΙΛΗΜΜΑΤΑ» (2005)

    Η απρόσμενη άφιξη ενισχύσεων από την Ελλάδα στις 9/10 θ’ αναβάλει προσωρινά αυτή την άδοξη φυγή − με μοιραίο αποτέλεσμα για τον ίδιο τον Μελά, η πρώτη μάχη του οποίου στη Μακεδονία (ουσιαστικά: σε όλη τη ζωή του) αποδείχθηκε και η τελευταία.

    Στις 11/10 επιτίθεται με 60 ενόπλους στο Νέρετ (σημ. Πολυπόταμος) της Φλώρινας, με στόχο χωρικούς προγραμμένους ως κομιτατζήδες. Σύμφωνα με το ημερολόγιο του συμπολεμιστή του Λάκη Πύρζα, ενημέρωσε προηγουμένως γραπτά τον Ιζέτ Μπέη της Φλώρινας για να καθυστερήσει η επέμβαση των αρχών· σε αντίθετη περίπτωση, ορμήνεψε τους άντρες του να υποδεχθούν τους στρατιώτες με τη δήλωση «μπεν Γιουνάν» (είμαι Ελληνας).

    Ακολούθησε δίωρη συμπλοκή, με μοναδικό αποτέλεσμα τον φόνο ενός εξαρχικού χωρικού και τον τραυματισμό ενός Κρητικού. Οταν οι άντρες του δεν μπόρεσαν να βρουν αρκετό πετρέλαιο για να κάψουν το σπίτι που πολιορκούσαν, ο Μελάς διέταξε ν’ αποχωρήσουν «για να μην τους πάρει η μέρα», παρά την αντίθετη γνώμη των υπολοίπων (Αρχείο Μελά, φ.3, εγγρ.221).

    Η χήρα του λογοκρίνει όλα τα παραπάνω, επινοώντας ανύπαρκτους ανθρωπιστικούς λόγους: ο άντρας της, διαβάζουμε, δεν θέλησε να κάψει το σπίτι «γιατί άκουσε πως ήταν γυναίκες μέσα και παιδιά» (σ.409).

    Εξω από το χωριό, οι μακεδονομάχοι δέχονται όμως επίθεση κομιτατζήδων και το σκάνε κακήν-κακώς. Οι μισοί αποχωρούν και οι υπόλοιποι με τον Μελά περιφέρονται στα δάση, για να καταλήξουν το επόμενο πρωί στη Στάτιτσα, χωριό «που διετέλει υπό κομιτατζηδική οργάνωση».

    Οι χωρικοί τούς υποθάλπουν κι εν συνεχεία τους καρφώνουν, σαν δήθεν κομιτατζήδες, στις κοντινότερες τουρκικές αρχές. Τα υπόλοιπα είναι γνωστά.

    Ηρωας του παλαιοκομματισμού
    Τον θάνατο του Μελά ακολούθησε ένα επικοινωνιακό ξεσάλωμα, όχι μόνο του αθηναϊκού αλλά και του επαρχιακού Τύπου· με κάποια δόση υπερβολής, το «Εμπρός» θα ισχυριστεί μάλιστα πως «η αρχαία Ελλάς και η Ρώμη δεν έσχον ήρωα αγνότερον και μεγαλοφρονέστερον» (19/10).

    Ακολούθησαν πανηγυρικά μνημόσυνα σε δεκάδες πόλεις με συμμετοχή των πολιτικών, στρατιωτικών κι εκκλησιαστικών αρχών, των σχολείων, κάθε λογής σωματείων και κλείσιμο των καταστημάτων με διαταγή της αστυνομίας.

    Η συμβολή των παραδοσιακών μικροκομματικών πρακτικών και πελατειακών δικτύων σ’ αυτή την πανεθνική, «υπερκομματική» κινητοποίηση είναι ορατή διά γυμνού οφθαλμού.

    Οπως προκύπτει από το αρχείο του Στέφανου Δραγούμη, πάμπολλοι τοπικοί παράγοντες και κομματάρχες έσπευσαν να του γνωστοποιήσουν τα υμνητικά αφιερώματα ή την όποια άλλη συμβολή τους στο συλλογικό πένθος για τον ένδοξο πλέον γαμπρό του. Ο φάκελος των συλλυπητηρίων περιλαμβάνει 521 τεκμήρια, ενώ αυτός των συνημμένων δημοσιευμάτων άλλα 93.

    Ο,τι δεν είχε καταφέρει εν ζωή, ο αριστοκράτης ανθυπολοχαγός το πέτυχε με την κοινωνική εμβέλεια του θανάτου του.

    Διαβάστε

    ► Ναταλία Μελά, Παύλος Μελάς (Αθήνα 1964). Η επίσημη βιογραφία που έθεσε τον κανόνα για την ιστοριογραφική πραγμάτευση των απαρχών του Μακεδονικού Αγώνα. Παρά την παραποίηση ουκ ολίγων σημείων τους από τη βιογράφο και χήρα του, ενδιαφέρουσες αποδεικνύονται κυρίως οι εκτενέστατες επιστολές του Μελά με την καθημερινή αναφορά των πεπραγμένων του − αρχικά στον πατέρα και κατόπιν στη σύζυγό του.

    ► Ιων Δραγούμης, Μαρτύρων και ηρώων αίμα (1η έκδοση, με το ψευδώνυμο Ιδας, Αθήναι 1907). Η πρώτη βερσιόν της επίσημης εκδοχής για τη δράση και τον θάνατο του Μελά, από τον κουνιάδο και στενό συνεργάτη του, που αποτελεί και τον (ψευδώνυμο) ήρωα του βιβλίου.

    ► Γιώργος Πετσίβας (επιμ.), Ιωνος Δραγούμη. Τα Τετράδια του Ιλιντεν (Αθήνα 2000, εκδ. Πετσίβα). Το πλήρες αρχείο του κουνιάδου του Μελά για την περίοδο 1902-1904, με το σύνολο της αποκαλυπτικής αλληλογραφίας τους κατά την εκκόλαψη του Μακεδονικού Αγώνα.

    ► Διεύθυνσις Ιστορίας Στρατού, Ο Μακεδονικός Αγών και τα εις Θράκην γεγονότα (Αθήναι 1979). Συνταγμένη επί χούντας, η επίσημη στρατιωτική ιστορία της ελληνικής εξόρμησης περιλαμβάνει ως παράρτημα (σ.331-8) την εξαιρετικά εύγλωττη απολογιστική έκθεση του Μελά προς το Μακεδονικό Κομιτάτο της Αθήνας.

    ► Περσεφόνη Καραμπάτη (επιμ.), Αγώνας και διλήμματα. Η Μακεδονία του Παύλου Μελά μέσα από τα σημειωματάριά του (Θεσσαλονίκη 2005, εκδ. Ερωδιός). Το προσωπικό ημερολόγιο του Μελά κατά τους τελευταίους μήνες της ζωής του.

    ► Ο Ιός, «Ποιος σκότωσε τον Παύλο Μελά; Το άγνωστο εθνικό θρίλερ» (εφ. Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία, 10/10/2004, σ.53-55). Οι δέκα αντιφατικές εκδοχές που προβλήθηκαν από οικογένεια, συμπολεμιστές, αντιπάλους και αυτόπτες μάρτυρες για τον θάνατο του ιδανικού ήρωα της εθνικοφροσύνης.

    ► Βασίλης Γούναρης, «Το μοιραίο δεκαήμερο» (εφ. Καθημερινή/ένθετο «Επτά Ημέρες», 17/10/2004, σ.14-19). Η ίδια ακριβώς υπόθεση με διαφορετική, χρονολογική διάταξη των διαθέσιμων στοιχείων − και ταυτόσημα, επί της ουσίας, συμπεράσματα.

    ► Γιάννης Γιανουλόπουλος, «Η ευγενής μας τύφλωσις…». Εξωτερική πολιτική και «εθνικά θέματα» από την ήττα του 1897 έως τη Μικρασιατική Καταστροφή (Αθήνα 1999, έκδ. Βιβλιόραμα). Απομυθοποιητική ανατομία της κρίσιμης εικοσιπενταετίας που ξεκίνησε με τον «ατυχή» πόλεμο της Θεσσαλίας και κατέληξε στις στάχτες της Σμύρνης. Ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα η πρωτότυπη ματιά στα πεπραγμένα της «Εθνικής Εταιρείας», με αφετηρία την καταστροφή της «Ακροπόλεως» από τους μελλοντικούς ιδρυτές της.
    Έντυπη έκδοση

  31. Ο/Η laskaratos λέει:

    Μια μεγάλη νίκη για την Ελλάδα, για τη Β.Μακεδονία, για την Ειρήνη, για την Ευρώπη, για τη Δύση, μια συντριπτική ήττα της Ακροδεξιάς, των Εθνικισμών, της ολοκληρωτικής και μαφιόζικης Ρωσίας του Πούτιν, των φυλετικών και διεφθαρμένων κρατικών Ορθόδοξων Εκκλησιών:

    https://www.protothema.gr/world/article/831303/skopia-vouli/
    Συμφωνία των Πρεσπών: Εγκρίθηκε η συνταγματική αναθεώρηση στα Σκόπια

  32. Ο/Η laskaratos λέει:

    Όταν χρησιμοποιούνται ανήλικοι από την Αριστερά, θα χρησιμοποιηθούν και από την Ακροδεξιά

  33. Ο/Η Ζωή Λαφαζάνη λέει:

    http://www.lithoksou.net/p/0-i-geografia-toy-ellinikoy-antimakedonikoy-agona-0?fbclid=IwAR0H9GR9fkffLJABWYhjAqh4Qeo0OEuumjUK-4fsjaM6hacYBm-msUbP-Nw

    Η γεωγραφία του ελληνικού αντιμακεδονικού αγώνα

    Δημήτρης Λιθοξόου

    Αβδέλλα [Авдела]

    Avdhela, Avdela, Avela. Και Αβδέ(λ)λα στα ελληνικά. Χωριό του καζά Γρεβενών. Οι κάτοικοι του ήταν χριστιανοί Βλάχοι. Το 1912 ζούσαν εδώ περίπου 1.800 άτομα.

    Γρεβενά

    Άγιος Ιωάννη ή Τσερκόβιανη [Црковјани / Μικρή Σάντα]

    Crkovijani, Carkovijan, Carkovean, Carkoven, Carovčan, Carovčani. Στις ελληνικές πηγές αναφέρεται ως Τσιρκόβιανη, Τσερκόβιανη και Άγιος Ιωάννης. Οικισμός του καζά Βέροιας ή Μπερ ή Καραφέριας. Οι κάτοικοί του ήταν χριστιανοί Βλάχοι. Πριν τους βαλκανικούς πολέμους είχε πληθυσμό 240-300 άτομα. Στη συνέχεια ο βλάχικος πληθυσμός εγκατέλειψε το χωριό. Μετά το 1922, η ελληνική διοίκηση εγκατέστησε εδώ 57 οικογένειες πατριαρχικών προσφύγων. Το 1928 απογράφηκαν 211 άτομα, όλα προσφυγικής καταγωγής. Το 1926 ο οικισμός μετονομάστηκε Μικρή Σάντα και το 1940 Μικρά Σάντα.

    Βέροια

    Άγιος Ιωάννης [Агиос Иоанис]

    Agios Ioanis. Και Άγιος Ιωάννης στα ελληνικά. Μικρό χριστιανικό χωριό του καζά Κασσάνδρας ή Πολύγυρου. Οι κάτοικοί του ήταν πατριαρχικοί Ρωμιοί. Το 1920 είχε 5 κατοίκους.

    Κασσάνδρα

    Αετόζι ή Αϊτός [Ајтос / Αετός]

    Ajtos. Στις ελληνικές πηγές το συναντάμε ως Αετόζ, Αετόζι και Αετός (επίσημη ονομασία). Χωριό του ναχιγιέ Νέβεσκα, του καζά Λέριν ή Φλώρινας. Οι κάτοικοί του συμμετείχαν στο Ίλιντεν. Στις αρχές Σεπτεμβρίου 1903, ο οθωμανικός στρατός έκαψε τα σπίτια του χωριού. Ο πληθυσμός του χωριού το 1912 ήταν περίπου 740 εξαρχικοί Μακεδόνες και 60 Τσιγγάνοι. Στο τέλος του εμφυλίου πολέμου, σχεδόν 150 κάτοικοί του γίνονται πολιτικοί πρόσφυγες.

    Φλώρινα

    Αϊβάτοβο [Ајватово / Λητή]

    Ajvatovo και Aivatli. Το Αιβάτι(ον) των ελληνικών πηγών. Χριστιανικό χωριό του καζά Θεσσαλονίκης. Το 1912 ζούσαν εδώ περίπου 1500 πατριαρχικοί Μακεδόνες. Το 1926 μετονομάστηκε Λητή.

    Θεσσαλονίκη

    Άλαρ [Алар / Αρχοντικό]

    Alar και Alare. Στις ελληνικές πηγές αναφέρεται ως Αγαλάρ, Αλάρ, Αλάρι. Χριστιανικό χωριό του καζά Γενιτζέ Βαρντάρ ή Γιανιτσών. Το 1912 ζούσαν εδώ περίπου 140 εξαρχικοί Μακεδόνες. Με τη συνθήκη της Νεϊγύ όλος σχεδόν ο πληθυσμός του μετανάστευσε στη Βουλγαρία. Η ελληνική διοίκηση εγκατέστησε εδώ 245 πατριαρχικούς πρόσφυγες. Το 1926 ο οικισμός μετονομάστηκε Αρχοντικό και το 1940 Αρχοντικόν.

    Γιανιτσά

    Αλτσάκ [Алчак / Χαμηλό]

    Alčak και Alčaktži. Αλτσάκ στα ελληνικά. Χωριό του καζά Γευγελής. Οι πηγές το εμφανίζουν σαν ένα οικισμό μουσουλμάνων Τούρκων. Πριν τους βαλκανικούς πολέμους αριθμούσε περισσότερα από 1.200 άτομα. Το 1923-1924 οι μουσουλμάνοι κάτοικοί του υποχρεώθηκαν να φύγουν στην Τουρκία. Στα σπίτια τους, η ελληνική διοίκηση εγκατέστησε 44 οικογένειες πατριαρχικών προσφύγων. Το 1926 το Αλτσάκ μετονομάστηκε Χαμηλόν. Το 1928 απογράφηκαν στο χωριό 219 άτομα, όλα προσφυγικής καταγωγής.

    Γευγελή

    Αμπάρ Κιόι [Амбар Ќој / Μάνδρες]

    Ambar Kjoj ή Hambar Kjoj. Και Αμπάρ Κιόι στα ελληνικά. Χωριό του καζά Αβρέτ Χισάρ (ή Κιλκίς ή Κούκους). Πριν τους βαλκανικούς πολέμους ζούσαν εδώ περίπου 300 εξαρχικοί Μακεδόνες και 70 μουσουλμάνοι Τούρκοι. Μετά τους βαλκανικούς πολέμους το χωριό ερημώνει. Οι Μακεδόνες κάτοικοί του μετανάστευσαν στη Βουλγαρία και οι μουσουλμάνοι στη Τουρκία. Η ελληνική διοίκηση εγκατέστησε στο Αμπάρ Κιόι 125 οικογένειες πατριαρχικών προσφύγων (κυρίως Αλβανούς από την Ανατολική Θράκη). Το 1926 ο οικισμός μετονομάστηκε Μάνδρες και το 1940 Μάνδραι.

    Κιλκίς

    Αντά Τσίφλικ [Адата или Ада Чифлик]

    Ada Čiflik και Adata. Στις ελληνικές πηγές αναφέρεται Αντά, Αδά και Αντάς. Χριστιανικό χωριό του καζά Σερρών. Πριν τους βαλκανικούς πολέμους ζούσαν στο χωριό περίπου 150 Μακεδόνες (εξαρχικοί και πατριαρχικοί) και λίγοι Τσιγγάνοι. Στην απογραφή του 1920 απογράφονται στον Αντά 128 άτομα. Στη συνέχεια ο οικισμός ερημώνει.

    Σέρρες

    Αντζίστα [Анџиста / Αγγίστα]

    Andžista, Handžista. Αντζίστα και Αγγίστα (επίσημη ονομασία) στα ελληνικά. Χωριό του καζά Ζίχνας. Πριν τους βαλκανικούς πολέμους ζούσαν εδώ περίπου 200 πατριαρχικοί Ρωμιοί και 130 μουσουλμάνοι Τούρκοι. Στη συνέχεια, όλοι οι μουσουλμάνοι μετανάστευσαν στη Τουρκία. Από την άλλη, εγκαταστάθηκαν στο χωριό 110 οικογένειες πατριαρχικών προσφύγων. Το 1928 απογράφηκαν 937 άτομα, 516 εκ των οποίων ήταν προσφυγικής καταγωγής.

    Ζίχνα

    Απόσκεπο [Апоскеп]

    Aposkep ή Aposkepe. Στα ελληνικά Απόσκεπος. Χριστιανικό χωριό της περιοχής Πόπολε (Popole) του καζά Καστοριάς. Το χωριό συμμετείχε στην επανάσταση του Ίλιντεν και ο πληθυσμός του εκείνες τις μέρες βγήκε στο βουνό. Για αντίποινα, ο οθωμανικός στρατός πήγε και έκαψε σχεδόν όλα τα σπίτια. Μεταξύ 1905-1912 μετανάστευσαν από το χωριό στις ΗΠΑ και κατά την εκεί δήλωσαν στις αρχές πως είναι «εθνικά Μακεδόνες» 7 άτομα. Το 1912 ζούσαν εδώ περίπου 500 εξαρχικοί Μακεδόνες. Τα πρώτα χρόνια της ελληνικής διοικήσεως, αρκετοί κάτοικοι μετανάστευσαν στη Βουλγαρία, με τη συνθήκη της Νεϊγύ. Μέρος του πληθυσμού οργανώθηκε την περίοδο της κατοχής και του εμφυλίου στις αριστερές οργανώσεις και κατέφυγε τελικά στη Γιουγκοσλαβία και σε χώρες της Ανατολικής Ευρώπης. Μεταπολεμικά ο πληθυσμός του χωριού μειώθηκε κατά 100 περίπου άτομα.

    Καστοριά

    Αρακλί ή Ρακλί [Аракли или Ракли / Ηράκλειο]

    Arakli, Rakli, Erilki. Στις ελληνικές πηγές αναφέρεται ως Αρακλή, Αρακλί, Αραπλή. Χωριό του καζά Λαγκαδά. Το 1862 είχε 2 σπίτια μουσουλμάνων και 24 σπίτια χριστιανών. Το 1912 ζούσαν εδώ περίπου 80 πατριαρχικοί (Ρωμιοί ή Μακεδόνες). Μετά τους βαλκανικούς πολέμους, εγκαταστάθηκαν σταδιακά στο Αρακλί και 93 οικογένειες πατριαρχικών προσφύγων (κυρίως από την Ανατολική Θράκη). Το 1927 ο οικισμός μετονομάστηκε Ηράκλειον.

    Λαγκαδά

    Αρκούντοχορ ή Αρκουδοχώρι [Аркудохор / Αρκοχώρι]

    Arkudohor και Arkodohor. Στα ελληνικά αναφέρεται σαν Αρκοδοχώρι ή Αρκουδοχώρι(ον). Οικισμός του καζά Βέροιας ή Μπερ ή Καραφέριας. Οι κάτοικοί του ήταν πατριαρχικοί χριστιανοί. Οι πηγές ωστόσο είναι αντιφατικές, ως προς τη μητρική γλώσσα των κατοίκων του, αν δηλαδή αυτοί μιλούσαν μακεδόνικα ή ρωμαίικα. Το 1912 ζούσαν εδώ περίπου 360 άτομα. Το 1934 ο οικισμός μετονομάστηκε Αρκοχώριον.

    Βέροια

    Άρμενσκο [Арменско / Άλωνα]

    Armensko. Το βρίσκουμε και ως Ermensko. Στις ελληνικές πηγές το συναντάμε σαν Άρμενσκο(ν). Χωριό του καζά Λέριν ή Φλώρινας. Πρόκειται για ένα αμιγώς χριστιανικό μακεδονικό οικισμό. Οι κάτοικοί του ήταν μοιρασμένοι σε εξαρχικούς και πατριαρχικούς. Το χωριό χτυπήθηκε σκληρά κατά την επανάσταση του Ίλιντεν. Δέχτηκε την επίθεση του αυτοκρατορικού στρατού στις 5 Αυγούστου 1903. Πρώτα έγινε στόχος του πυροβολικού και στη συνέχεια του τακτικού στρατού και των βασιβουζούκων. Το χωριό έγινε στάχτη. Κάηκαν 150 από τα 157 σπίτια του χωριού. Επίσης πυρπολήθηκαν 250 αποθήκες και στάβλοι. Κάηκαν ζωντανά 20 ζεύγη βοδιών, 20 άλογα και 240 γουρούνια. Όσοι από τους κατοίκους δεν πρόλαβαν να φύγουν στο βουνό, βρήκαν φρικτό θάνατο: οκτώ άντρες και ένα βρέφος λαμπάδιασαν μέσα στα σπίτια τους, 49 άντρες, 18 γυναίκες και δύο μωρά σκοτώθηκαν από πυροβολισμούς ή σφάχτηκαν. Πληγώθηκαν σοβαρά 31 άτομα, εκ των οποίων 17 ήταν γυναίκες. Βιάστηκαν επίσης 19 κορίτσια και γυναίκες από 13 έως σαράντα χρονών. Ένα μωρό ενός έτους, το έκοψαν κομμάτια και το πέταξαν στα σκυλιά να το φάνε. Η έγκυος Βασιλίτσα Τσότσου ξεκοιλιάστηκε σαν το ψάρι. Δέκα βραγιές καλαμπόκια ξερίζωσε σφαδάζοντας από τους πόνους μέχρι να ξεψυχήσει. Οι Οθωμανοί πριν φύγουν πλιατσικολόγησαν το χωριό. Το 1912 ζούσαν εδώ 900 περίπου Μακεδόνες. Μεταξύ 1904-1922 μετανάστευσαν από το χωριό στις ηπα και κατά την εκεί άφιξη τους στο Ellis Island δήλωσαν στις αρχές πως είναι «εθνικά Μακεδόνες» 38 άτομα. Το χωριό μετονομάστηκε το 1927 σε Άλωνας και το 1940 σε Άλωνα. Στο τέλος του εμφυλίου πολέμου, πολλά άτομα από το χωριό έγιναν πολιτικοί πρόσφυγες.

    Φλώρινα

    Ασβεστοχώρι ή Κίρετς Κιόι ή Πεϊζάνοβο [Киреч Ќој или Пејзаново]

    Kireč Kjoj, Pejzanovo. Στις ελληνικές πηγές απαντάται ως Ασβεστοχώρι και Ασβεστοχώριον (επίσημη ονομασία). Χριστιανικό κεφαλοχώρι του καζά Θεσσαλονίκης. Το 1912 ζούσαν εδώ περίπου 4.700 πατριαρχικοί Μακεδόνες.

    Θεσσαλονίκη

    Βάλτσα ή Μπάλτσα [Балџа / Μελισσοχώρι]

    Baldža. Και Μπάλτσα ή Μπάλτζα στα ελληνικά. Χριστιανικό χωριό του καζά Θεσσαλονίκης. Το 1912 ζούσαν εδώ περίπου 2.700 πατριαρχικοί Ρωμιοί. Το 1926 μετονομάστηκε Μελισσοχώρι και το 1928 Μελισσοχώριον.

    Θεσσαλονίκη

    Βάμπελ [Бмбел / Μοσχοχώρι]

    Vambel. Το βρίσκουμε και ως Vambeli. Στις ελληνικές πηγές το συναντάμε σαν Βάμπελι και Βαμπέλι. Χριστιανικό χωριό του καζά Καστοριάς και κατόπιν του καζά Κορυτσάς. Οι κάτοικοί του συμμετείχαν το 1903 στην επανάσταση του Ίλιντεν. Ο οθωμανικός στρατός (μαζί με βασιβουζούκους), προχωρώντας σε αντίποινα. Λεηλάτησε το χωριό και έκαψε 120 τα σπίτια του. Μεταξύ 1907-1912 μετανάστευσαν από το χωριό στις ΗΠΑ και δήλωσαν στις αρχές πως είναι «εθνικά Μακεδόνες» 16 άτομα. Το 1912 ζούσαν εδώ περίπου 750 εξαρχικοί Μακεδόνες. Τα πρώτα χρόνια της ελληνικής διοίκησης, ένας αριθμός κατοίκων μετανάστευσε από το Βάμπελ στη Βουλγαρία. Το 1927 οι οικισμός μετονομάστηκε σε Μοσχοχώριον. Το 1928 ο πληθυσμός του μειώθηκε στα 500 περίπου άτομα. Κατά τη διάρκειά της κατοχής, αρκετοί από το χωριό οργανώθηκαν στον ΕΛΑΣ. Στη συνέχεια πολλοί περισσότεροι εντάχθηκαν στο Δημοκρατικό Στρατό. Στο τέλος του εμφυλίου πολέμου, σχεδόν όλοι οι κάτοικοί του εγκατέλειψαν το χωριό, παίρνοντας το δρόμο της πολιτικής προσφυγιάς. Μεταπολεμικά το κράτος παραχώρησε για βοσκοτόπια, σε ελληνόφρονες βλάχους έποικους, τις εγκαταλειμμένες εκτάσεις του χωριού.

    Κορυτσά

    Βάρντινο [Вардино]

    Vardino. Βάρδινο και Βάρδινα στις ελληνικές πηγές. Χριστιανικό χωριό του ναχιγιέ Ντεμίρ Χισάρ (Demir Hisar), του καζά Μπιτολίων ή Μοναστηρίου. Το 1912 ζούσαν εδώ περίπου 400 εξαρχικοί Μακεδόνες.

    Μοναστήρι

    Βασιλικά [Василика]

    Vasilika. Και Βασιλικά στα ελληνικά. Χριστιανικό χωριό του ναχιγιέ Καλαμαριάς (Gelimerska) του καζά Θεσσαλονίκης. Το 1912 ζούσαν εδώ περίπου 2.300 Ρωμιοί. Το 1923-1924 εγκαταστάθηκαν στα Βασιλικά και 55 πατριαρχικοί πρόσφυγες.

    Θεσσαλονίκη

    Βέλες [Велес]

    Veles. Και Βέλες και Βελεσ(σ)ά στα ελληνικά. έδρα του ομώνυμου καζά. Οι κάτοικοι της ήταν χριστιανοί Μακεδόνες και Βλάχοι, μουσουλμάνοι Τούρκοι, Εβραίοι και Τσιγγάνοι. Στη σερβική απογραφή του 1914 ο πληθυσμός της ήταν 15.624 άτομα.

    Βέλες

    Βελούσινα [Белушина]

    Velušina. Και Βελούσινα ή Βελουσίνα στις ελληνικές πηγές. Χριστιανικό χωριό του καζά Μπιτολίων ή Μοναστηρίου. Μεταξύ 1903-1915 μετανάστευσαν από το χωριό στις ΗΠΑ και κατά την εκεί άφιξη τους δήλωσαν στις αρχές πως είναι «εθνικά Μακεδόνες» 78 άτομα. Το 1912 ο πληθυσμός του ήταν περίπου 850 πατριαρχικοί Μακεδόνες.

    Μοναστήρι

    Βερνίκι ή Βέρμπνικ [Врбник]

    Vernik ή V’rbnik ή V’rnik. Και Βερνίκι στις ελληνικές πηγές. Ένα από τα χριστιανικά χωριά της περιοχής Κορεστίων (Korešta) του καζά Κόστουρ ή Καστοριάς. Το 1912 ζούσαν εδώ περίπου 400 εξαρχικοί Μακεδόνες.

    Καστοριά

    Βέρτικοπ [Вертикоп / Σκύδρα]

    Vrtikop, Vertikop, Vrtekop, Vertekop, Vrtokop, Vartokop. Στα ελληνικά κείμενα αναφέρεται ως Βερτεκόπ και Βέρτεκοπ. Πατριαρχικό χωριό του καζά Βοδενών. Οι περισσότεροι κάτοικοί του ήταν Μακεδόνες. Υπήρχαν και πέντε οικογένειες Τσιγγάνων. Το 1912 ζούσαν εδώ περίπου 160 άτομα. Το 1923-1924 εγκαταστάθηκαν στο χωριό και 72 οικογένειες πατριαρχικών προσφύγων. Το 1926 ο οικισμός μετονομάστηκε Σκύδρα.

    Βοδενά

    Βέχτι Παζάρ [Вехти Пазар / Ποντοχώρι]

    Veti Pazar ή Vehti Pazar ή Eskidže. Στα ελληνικά κείμενα το βρίσκουμε σαν Εσκιτζέ, Εσκιδζέ. Χριστιανικό χωριό του καζά Γενιτζέ Βαρντάρ ή Γιανιτσών. Το 1912 ζούσαν εδώ περίπου 180 άτομα (εξαρχικοί Μακεδόνες και Τσιγγάνοι). Με τη συνθήκη της Νεϊγύ 89 εξαρχικοί μεταναστεύουν στη Βουλγαρία. Το 1923-1924 η ελληνική διοίκηση εγκαθιστά στο χωριό 267 οικογένειες πατριαρχικών προσφύγων (κυρίως από την Καππαδοκία). Το 1928 απογράφονται 894 άτομα, εκ των οποίων 832 είναι πρόσφυγες. Το 1926 ο οικισμός μετονομάζεται σε Παλαιό, το 1940 σε Παλαιόν Παλαιόν, το 1953 σε Ποντοχώρι και το 1961 σε Ποντοχώριον.

    Γιανιτσά

    Βίγλιστα ή Μπίκλιστα [Биклишта]

    Bilisht ή Biklišta ή Bilišta. Και Βίγλιστα ή Μπίγλιστα στα ελληνικά κείμενα. Χωριό του καζά Κορυτσάς. Η πλειοψηφία των κατοίκων της, γύρω στα 1.000 άτομα, ήταν μουσουλμάνοι Αλβανοί. Κατοικούσαν επίσης εδώ και 275 χριστιανοί Μακεδόνες.

    Κορυτσά

    Βίντοβο [Видово]

    Vidovo, Videhove. Βίδοβα και Βέδοβα στις ελληνικές πηγές. χωριό της περιοχής Νέστραμ ή Νέσραμ (Nesram) του καζά Καστοριάς. Πριν τους βαλκανικούς πολέμους ζούσαν εδώ 600 περίπου μουσουλμάνοι Αλβανοί. Στη συνέχεια προσαρτήθηκε στην Αλβανία.

    Καστοριά

    Βίσενι [Вишени / Βυσσινέα ή Βυσσινιά]

    Višeni. Αναφέρεται και ως Višani. Στα ελληνικά κείμενα υπάρχουν οι γραφές Βύσ(σ)ιανι και Βίσανη. Χριστιανικό χωριό της περιοχής Πόπολε (Popole) του καζά Καστοριάς. Ο πληθυσμός του συμμετείχε στις 20 Ιουλίου του 1903 στην επανάσταση του Ίλιντεν. Η στρατιωτική φρουρά του χωριού χτυπήθηκε επιτυχώς από τους ένοπλους αυτονομιστές. Λίγες μέρες αργότερα ο οθωμανικός στρατός προχώρησε σε αντίποινα και έκαψε τα περισσότερα σπίτια του χωριού (από τα 200 σπίτια του χωριού, μόνο 13 δεν κάηκαν). Σκότωσε επίσης επτά χωρικούς. Μεταξύ 1903-1911 μετανάστευσαν από το χωριό στις ΗΠΑ και δήλωσαν στις αρχές πως είναι «εθνικά Μακεδόνες» 14 άτομα. Το 1912 ζούσαν εδώ περίπου 1.000 εξαρχικοί Μακεδόνες. Τα πρώτα χρόνια της ελληνικής διοίκησης μερικές οικογένειες μετανάστευσαν στη Βουλγαρία. Το 1928 ο πληθυσμός είχε μειωθεί σε 700 περίπου άτομα. Το 1926 μετονομάστηκε Βυσσινιά και το 1940 Βυσσινέα. Κατά τη διάρκεια του εμφυλίου, αρκετοί από τους κατοίκους εντάχθηκαν στις οργανώσεις της Αριστεράς και τελικά βρέθηκαν με την πλευρά των ηττημένων. Οι πιο πολλοί από αυτούς κατέφυγαν το 1949 στη Γιουγκοσλαβία και σε χώρες της Ανατολικής Ευρώπης. Τα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια, ο πληθυσμός μειώθηκε κατά 250-300 άτομα.

    Καστοριά

    Βλάντοβο [Владобо / Άγρας]

    Vladovo. Και Βλάδοβο(ν) στα ελληνικά κείμενα. Χριστιανικό χωριό του καζά Βοδενών. Το 1912 ζούσαν εδώ περίπου 900 Μακεδόνες (εξαρχικοί και πατριαρχικοί). Με τη συνθήκη της Νεϊγύ δεκατέσσερις εξαρχικές οικογένειες μετανάστευσαν στη Βουλγαρία. Το 1926 ο οικισμός μετονομάστηκε σε Άγρας.

    Βοδενά

    Βογατσικό ή Μπογκάτσικο [Богацко]

    Vogaciko ή Bogacko. Στα ελληνικά Βογατσικό(ν). Χριστιανικό χωριό του ναχιγιέ Χρούπιστα (Hrupišta) του кαζά Καστοριάς. Το 1912 κατοικούσαν εδώ περίπου 2.350 πατριαρχικοί Ρωμιοί.

    Καστοριά

    Βοδενά [Воден / Έδεσσα]

    Voden. Αναφέρεται επίσης ως Vodina (στα Τούρκικα) και Vodena. Βοδενά και Έδεσσα (επίσημη ονομασία) στα ελληνικά. Έδρα του ομώνυμου καζά. Το 1912 είχε περίπου 9.000 κατοίκους. Οι περισσότεροι από αυτούς ήταν χριστιανοί Μακεδόνες (πατριαρχικοί και εξαρχικοί). Οι μουσουλμάνοι (Τούρκοι και Μακεδόνες) ήταν σχεδόν 3.500 άτομα. Υπήρχαν ακόμα Βλάχοι και Τσιγγάνοι. Μεταξύ 1904-1913, 51 άτομα από την πόλη μετανάστευσαν στις ΗΠΑ και δήλωσαν στις εκεί αρχές πως είναι «εθνικά Μακεδόνες». Την περίοδο 1923-1924 το σύνολο των μουσουλμάνων κατοίκων της υποχρεώθηκε να μεταναστεύσει στην Τουρκία. Στη Βουλγαρία μετανάστευσαν, με τη συνθήκη της Νεϊγύ, 47 εξαρχικές οικογένειες. Από την άλλη, η ελληνική διοίκηση εγκατέστησε στα Βοδενά 116 πατριαρχικές οικογένειες. Το 1928 απογράφηκαν στο δήμο Εδέσσης 13.743 άτομα. (εκ των οποίων 5.580 ήταν πρόσφυγες). Μεταξύ των απογραφέντων υπήρχαν και 1.723 χριστιανοί Τούρκοι.

    Βοδενά

    Βόλτσιστα [Волчишта / Υδρέα]

    Volčista, Vlčista, Vlčiste. Στις ελληνικές πηγές αναφέρεται σαν Βούλτσιστα και Βόλτσιστα. Χριστιανικό χωριό της περιοχής Μογλενών (Meglen) του καζά Γιανιτσών και στη συνέχεια του καζά Καρατζά Αμπάτ ή Καρατζόβας. Το 1912 ζούσαν εδώ περίπου 100 πατριαρχικοί Μακεδόνες. Το 1920 ο οικισμός μετονομάστηκε Υδρέα και το 1940 Υδραία. Μεταξύ 1923-1924 εγκαταστάθηκαν στη Βόλτσιστα και 37 οικογένειες πατριαρχικών προσφύγων. Το 1928 απογράφηκαν στο χωριό 291 άτομα (εκ των οποίων 132 ήταν πρόσφυγες).

    Γιανιτσά

    Βούντριστα ή Σαρή Καντή [В’дриста или Сари Кади / Παλαιός Μυλότοπος]

    V’drišta, Vadrišta, Sari Kadi. Στα ελληνικά κείμενα τη βρίσκουμε σαν Βούδριστα ή Σαρή Καδή. Χωριό του καζά Γενιτζέ Βαρντάρ ή Γιανιτσών. Το 1912 είχε περίπου 350 κατοίκους (εξαρχικοί Μακεδόνες και μουσουλμάνοι Τσιγγάνοι). Με τη συνθήκη της Νεϊγύ, οκτώ εξαρχικές οικογένειες έφυγαν για τη Βουλγαρία. Με τη συνθήκη της Λοζάνης, όλοι οι μουσουλμάνοι υποχρεώθηκαν να φύγουν για την Τουρκία. Από την άλλη, η ελληνική διοίκηση εγκατέστησε στο χωριό 226 οικογένειες πατριαρχικών προσφύγων. Το 1927 ο οικισμός μετονομάζεται Μυλότοπος και το 1940 Παλαιός Μυλότοπος. Το 1928 απογράφηκαν εδώ 1.098 άτομα (εκ των οποίων 700 ήταν πρόσφυγες).

    Γιανιτσά

    Βρανιέβτσι [Вранјевци]

    Vranjevci. Το βρίσκουμε και ως Vranjavci. Στα ελληνικά κείμενα αναφέρεται σαν Βράνεφτσι. Χριστιανικό χωριό του καζά Μπιτολίων ή Μοναστηρίου. Το 1912 κατοικούσαν εδώ περίπου 230 Μακεδόνες (εξαρχικοί και πατριαρχικοί).

    Μοναστήρι

    Βρέζοτ ή Βρες [Брежот или Врес / Άγιος Λουκάς]

    Vrežot, Vres, Vireš. Στις ελληνικές πηγές αναφέρεται σαν Βρες, Βρέσι, Βρεζ, Βρέζι. Χωριό του καζά Γενιτζέ Βαρντάρ ή Γιανιτσών. Οι κάτοικοί του ήταν μουσουλμάνοι Τσιγγάνοι και πατριαρχικοί Μακεδόνες. Το 1912 ζούσαν εδώ περίπου 330 άτομα. Με τη συνθήκη της Λοζάνης, όλοι οι μουσουλμάνοι του χωριού υποχρεώθηκαν να φύγουν στην Τουρκία. Το 1926 ο οικισμός μετονομάστηκε Άγιος Λουκάς. Το 1928 κατοικούσαν στο χωριό σχεδόν 150 Μακεδόνες.

    Γιανιτσά

    Γενί Κιόι [Ени Ќој / Κριθέα]

    Eni Kjoj, Jeni Kjoj, Jenikjoj, Bogorodica. Στις ελληνικές πηγές αναφέρεται ως Γενή Κιόι, Γενίκιοϊ, Βακούφ Γενίκιοϊ. Χωριό του καζά Λαγκαδά. Το 1862 είχε 7 σπίτια χριστιανών. Πριν τους βαλκανικούς πολέμους ζούσαν εδώ περίπου 50 χριστιανοί Μακεδόνες. Στη συνέχεια, οι κάτοικοί του εγκατέλειψαν το χωριό. Η ελληνική διοίκηση εγκατέστησε στο Γενί Κιόι 310 προσφυγικές οικογένειες (κυρίως από την Ανατολική Θράκη). Το 1927 ο οικισμός μετονομάστηκε Κριθιά.

    Λαγκαδά

    Γενί Κιόι ή Νόβο Σέλο ή Μουσταφάγκοβο Σέλο [Ени Ќој или Ново Село или Мустафагово Село / Αρχάγγελος]

    Eni Kjoj, Jenikej, Mustafagovo Selo, Novo Selo. Στα ελληνικά κείμενα αναφέρεται ως Γενί Κιόι ή Γενίκιοι. Οικισμός του καζά Βέροιας και στη συνέχεια του καζά Βοδενών. Το 1912 ζούσαν εδώ περίπου 110 πατριαρχικοί Μακεδόνες. Την περίοδο 1923-1924 η ελληνική διοίκηση εγκατέστησε στο χωριό και 16 οικογένειες πατριαρχικών προσφύγων. Στην απογραφή του 1928, ο πληθυσμός ήταν 174 άτομα, 65 από τα οποία ήταν προσφυγικής καταγωγής. Το 1926 μετονομάστηκε Βάλτος και το 1940 Αρχάγγελος.

    Βοδενά

    Γενί Μαχαλέ ή Ενί Μαχαλά [Ени Махала / Πεπονιά]

    Eni Mahala ή Jeni Mahala ή Nova Mahala. Και Γενί Μαχαλ(λ)έ στα ελληνικά. Χριστιανικό χωριό του καζά Σερρών. Το 1912 ζούσαν εδώ περίπου 400 εξαρχικοί Μακεδόνες. Τα επόμενα χώρια 167 άτομα από το χωριό μετανάστευσαν στη Βουλγαρία (σε Sveti Vrač και Plovdiv). Στα σπίτια τους εγκαταστάθηκαν 34 οικογένειες πατριαρχικών προσφύγων. Το 1927 ο οικισμός μετονομάστηκε Πεπονιά. Το 1928 απογράφηκαν 441 άτονα, 192 εκ των οποίων ήταν προσφυγικής καταγωγής.

    Σέρρες

    Γευγελή [Гевгелија]

    Gevgelija. Το συναντάμε και ως Gjevgjelija, Gjevgjeli, Gevgelij. Στις ελληνικές πηγές το βρίσκουμε με την ονομασία Γευγελή ή και Γεβγελή. Έδρα του ομώνυμου καζά. Το 1912 ζούσαν εδώ περίπου 5.200 άτομα. Η μεγάλη πλειοψηφία τους ήταν χριστιανοί Μακεδόνες. Υπήρχαν λίγοι Βλάχοι, Αλβανοί, Τσιγγάνοι και Ρωμιοί χριστιανοί. Οι πατριαρχικοί αποτελούσαν τα 2/3 του χριστιανικού πληθυσμού. Ο μουσουλμανικός πληθυσμός ανερχόταν σχεδόν σε 1.200 άτομα. Οι περισσότεροι ήταν Τούρκοι. Υπήρχαν ωστόσο ανάμεσά τους Τσερκέζοι, Μακεδόνες και Τσιγγάνοι.

    Γευγελή

    Γιαβόρενι [Јаворени / Πλατάνη]

    Javorjani και Javoreni. Στα ελληνικά κείμενα αναφέρεται ως Γιαβόριαν(ν)η, Γιαβόργιαννη, Γιαβόργιανι. Χριστιανικό χωριό του καζά Βοδενών. Το 1912 ζούσαν εδώ περίπου 140 Μακεδόνες (εξαρχικοί και πατριαρχικοί). Το 1926 ο οικισμός μετονομάστηκε Πλατάνη.

    Βοδενά

    Γιανάκοβο [Јанаково / Γιαννακοχώρι]

    Janakovo. Και Γιαν(ν)άκοβο(ν) στις ελληνικές πηγές. Χριστιανικό χωριό του καζά Βοδενών. Το 1912 ζούσαν εδώ περίπου 50 πατριαρχικοί Μακεδόνες. Το 1923-1924 η ελληνική διοίκηση εγκατέστησε εδώ και 80 πατριαρχικούς πρόσφυγες. Το 1926 ο οικισμός μετονομάστηκε Γιαννακοχώρι και το 1940 Γιαννακοχώριον.

    Βοδενά

    Γιανιτσά [Ениџе Вардар или Пазар / Γιαννιτσά]

    (J)enidže Vardar ή Pazar. Στα ελληνικά κείμενα το βρίσκουμε σαν Γενιτσά, Γιανετσά, Γιανιτσά και Γιαννιτσά (επίσημη ονομασία, από το 1926). Έδρα του ομώνυμου καζά. Οι κάτοικοι του ήταν κυρίως μουσουλμάνοι Τούρκοι και χριστιανοί Μακεδόνες (εξαρχικοί και πατριαρχικοί). Υπήρχαν ακόμα λίγοι μουσουλμάνοι Τσιγγάνοι και Εβραίοι. Το 1913 η πόλη είχε πληθυσμό 7.167 άτομα. Με τη συνθήκη της Νεϊγύ, 448 εξαρχικές οικογένειες μετανάστευσαν στη Βουλγαρία. Με τη συνθήκη της Λοζάνης, όλοι οι μουσουλμάνοι κάτοικοί της αναγκάστηκαν να φύγουν στην Τουρκία. Από την άλλη, η ελληνική διοίκηση εγκατέστησε στα Γιανιτσά 1.390 οικογένειες πατριαρχικών προσφύγων (από τη Βουλγαρία, τη Θράκη, τον Πόντο, τη Μικρά Ασία και τον Καύκασο). Το 1928 απογράφηκαν στην πόλη 9.128 άτομα, από τα οποία 4.929 ήταν προσφυγικής καταγωγής.

    Γιανιτσά

    Γιάντσιστα [Јанчишта / Άγιος Γεώργιος]

    Jančišta ή Jančiščta. Και Γιάντσιστα στα ελληνικά. Χριστιανικός οικισμός του καζά Βέροιας ή Μπερ ή Καραφέριας. Το 1912 ζούσαν εδώ περίπου 300 Μακεδόνες (εξαρχικοί και πατριαρχικοί). Το 1923-1924 η ελληνική διοίκηση εγκατέστησε στη Γιάντσιστα και 131 οικογένειες πατριαρχικών προσφύγων. Το 1926 ο οικισμός μετονομάστηκε Γιάνισσα και το 1940 Άγιος Γεώργιος.

    Βέροια

    Γκαϊτανίνοβο [Гајтаниново]

    Gajtaninovo και Гайтаниново (επίσημη βουλγαρική γραφή). Στα ελληνικά κείμενα το βρίσκουμε ως Γκαϊτανίνοβο(ν), Γαϊτανίνοβο(ν) και Γαϊτανίνα. Χριστιανικό χωριό του καζά Νευροκοπίου. Πριν τους βαλκανικούς πολέμους ζούσαν εδώ περίπου 1.000 εξαρχικοί Μακεδόνες.

    Νευροκόπι

    Γκάλιστα [Галишта / Ομορφοκκλησιά]

    Gališta. Και Γκάλ(λ)ιστα στα ελληνικά κείμενα. χωριό της περιοχής Νέστραμ ή Νέσραμ (Nestram και Nesram) του καζά Καστοριάς. Ήταν ένας μικτός οικισμός χριστιανών και μουσουλμάνων. Το σύνολο του πληθυσμού είχε ως μητρική γλώσσα τη μακεδονική. Οι χριστιανοί είχαν διχαστεί σε πατριαρχικούς και εξαρχικούς. Το 1912 ζούσαν εδώ περίπου 350 χριστιανοί και 400 μουσουλμάνοι. Το 1923-1924 οι τελευταίοι αναγκάστηκαν να μεταναστεύσουν υποχρεωτικά στην Τουρκία. Στα σπίτια τους εγκαταστάθηκαν πρόσφυγες από τον Πόντο. Το 1928 ο πληθυσμός του χωριού ήταν περίπου 350 γηγενείς Μακεδόνες και 120 πρόσφυγες. Το 1926 μετονομάστηκε Ωμορφοκκλησιά και το 1940 Ομορφοκκλησιά. Στο τέλος του εμφυλίου πολέμου αρκετές οικογένειες γηγενών (κυρίως), κατέφυγαν στη Γιουγκοσλαβία και σε χώρες της Ανατολικής Ευρώπης.

    Καστοριά

    Γκάμπρεσι ή Γκάμπρες [Габреш / Γάβρος]

    Gabreš. Στα ελληνικά το βρίσκουμε σαν Γκάμπρες, Γκαμπρές, Γκαμπρέσι, Γαβρέσι, Γάβρεση, Γαβρέσιον. Χριστιανικό χωριό της περιοχής Κορεστίων (Korešta) του καζά Κόστουρ ή Καστοριάς. Πολλοί από το Γκάμπρες συμμετείχαν στην επανάσταση του Ίλιντεν. Μεταξύ 1906-1912 μετανάστευσαν από το χωριό στις ΗΠΑ και δήλωσαν στις αρχές πως είναι «εθνικά Μακεδόνες» πέντε άτομα. Ο πληθυσμός του το 1912 ήταν περίπου 650 εξαρχικοί Μακεδόνες. Το 1926 ο οικισμός μετονομάζεται Γάβρος. Στο τέλος του εμφυλίου πολέμου, αρκετοί κάτοικοί του γίνονται πολιτικοί πρόσφυγες.

    Καστοριά

    Γκάμπροβο [Габрово]

    Gabrovo. Γάβροβο(ν) και Γαύροβο(ν) στα ελληνικά. Χωριό του καζά Στρούμιτσας. Το 1910 ζούσαν εδώ 480 πατριαρχικοί Μακεδόνες και 245 μουσουλμάνοι Τούρκοι.

    Στρούμιτσα

    Γκέρμαν [Герман / Άγιος Γερμανός]

    German. Το βρίσκουμε και ως Jerman (Gherman). Στις ελληνικές πηγές το συναντάμε πάντα ως Γέρμαν. Χωριό του ναχιγιέ της Ντόλνα Πρέσπα (Dolna Prespa), του καζά Μοναστηρίου ή Μπιτολίων. Το Γκέρμαν συμμετείχε στην επανάσταση του Ίλιντεν και γνώρισε τα αντίποινα του οθωμανικού στρατού στις 29 Αυγούστου 1903: το χωριό κάηκε και 100 «κομίτες» σκοτώθηκαν. Το 1912 ήταν ένας μικτός οικισμός, 1.450 χριστιανών Μακεδόνων (οι περισσότεροι των οποίων ήταν εξαρχικοί) και 130 μουσουλμάνων Αλβανών. Οι μουσουλμάνοι αναγκάστηκαν μέχρι το 1924 να εγκαταλείψουν τα σπίτια τους. Μεταξύ 1904-1920 μετανάστευσαν από το χωριό στις ΗΠΑ και κατά την εκεί άφιξη τους δήλωσαν στις αρχές πως είναι «εθνικά Μακεδόνες» 26 άτομα. Το 1928 ζούσαν εδώ 1.650 Μακεδόνες. Στο τέλος του εμφυλίου το σύνολο του πληθυσμού οδηγήθηκε στην πολιτική προσφυγιά. Μεταπολεμικά, η ελληνική διοίκηση εποίκησε το έρημο χωριό με Πόντιους και ελληνόφρονες Βλάχους από την Ήπειρο.

    Μοναστήρι

    Γκέρμαν [Герман / Σχιστόλιθος]

    German. Στα ελληνικά κείμενα αναφέρεται ως Γέρμαν, Γέρμανι, Γερμάνι και Γέρμανη. Χωριό του καζά Ντεμίρ Ισάρ (ή Δεμίρ Ισσάρ). Το 1912 ζούσαν εδώ περίπου 550 χριστιανοί Μακεδόνες (οι περισσότεροι εξαρχικοί). Στο δεύτερο βαλκανικό πόλεμο το χωριό κάηκε από τον ελληνικό στρατό. Στη συνέχεια, οι κάτοικοί του μεταναστεύουν στη Βουλγαρία. Συνολικά έφυγαν από το Γκέρμαν, με τη συνθήκη της Νεϊγύ, 138 οικογένειες. Από την άλλη, ήρθαν και εγκαταστάθηκαν στο χωριό 121 πατριαρχικοί πρόσφυγες. Το 1927 ο προσφυγικός πια οικισμός μετονομάστηκε Σχιστόλιθος.

    Ντεμίρ Χισάρ

    Γκέρτσιστε [Грчиште]

    Grčište. Αναφέρεται επίσης ως Grčišta, Garčište. Το βρίσκουμε σαν Γκέρτσιστα και Γκίρτσιστα στα ελληνικά κείμενα. Χωριό του καζά Γευγελής. Οι κάτοικοί του ήταν χριστιανοί Μακεδόνες (εξαρχικοί και πατριαρχικοί). Στη σερβική απογραφή του 1914 είχε πληθυσμό 426 άτομα.

    Γευγελή

    Γκιάβατο ή Διαβατό [Ѓабато /Διαβατός]

    Gjavato, Javatos. Διαβατό και Διαβατός (επίσημη ονομασία) στα ελληνικά. Οικισμός του καζά Βέροιας ή Μπερ ή Καραφέριας. Το 1912 ζούσαν εδώ περίπου 220 πατριαρχικοί Ρωμιοί. Το 1923-1924 εγκαταστάθηκαν στο χωριό και 45 οικογένειες πατριαρχικών προσφύγων.

    Βέροια

    Γκιούβεζνα [Ѓувезна / Άσσηρος]

    Gjuvezna, Gjuvezne, Givezne, Gvozdovo. Στις ελληνικές πηγές αναφέρεται ως Γιουβέσνα, Γκιουβέσνα, Γκιουβέζνα, Γκιβέζνα. Χωριό του καζά Λαγκαδά. Το 1862 είχε 11 σπίτια μουσουλμάνων και 84 σπίτια χριστιανών. Το 1910 ζούσαν εδώ περίπου 970 άτομα: 870 πατριαρχικοί Ρωμιοί και 100 μουσουλμάνοι Τούρκοι. Μετά τους βαλκανικούς πολέμους οι μουσουλμάνοι κάτοικοί του έφυγαν για την Τουρκία. Στη θέση τους ήρθαν 31 οικογένειες πατριαρχικών προσφύγων (κυρίως από την Ανατολική Θράκη). Το 1927 ο οικισμός μετονομάστηκε Άσσηρος. Το 1928 απογράφηκαν 1.412 άτομα, 167 εκ των οποίων ήταν προσφυγικής καταγωγής.

    Λαγκαδά

    Γκιούπτσεβο [Гјупчево / Γυψοχώρι]

    Gjupčevo. Γιούψεβο(ν) και Γιούψοβο(ν) στα ελληνικά. Χωριό του καζά Γενιτζέ Βαρντάρ ή Γιανιτσών. Το 1912 ζούσαν εδώ 200 περίπου χριστιανοί Μακεδόνες (εξαρχικοί και πατριαρχικοί). Με τη συνθήκη της Νεϊγύ, 33 κάτοικοί του μετανάστευσαν στη Βουλγαρία. Στα σπίτια τους η ελληνική διοίκηση εγκατέστησε 13 οικογένειες πατριαρχικών προσφύγων, από τον Πόντο. Το 1928 απογράφηκαν 286 άτομα (43 από τα οποία ήταν προσφυγικής καταγωγής). Το 1926 ο οικισμός μετονομάστηκε Γυψοχώρι και το 1940 Γυψοχώριον.

    Γιανιτσά

    Γκιούρετζικ [Ѓуреџик / Γρανίτης]

    Gjuredžik, Giredžik, Ruždene. Στις ελληνικές πηγές αναφέρεται ως Γκιουρεντζήκι, Γιουρουτζούκι, Γιουρεδζίκ, Γιουρετζίκ. Χωριό του καζά Δράμας. Το 1912 ζούσαν εδώ περίπου 479 εξαρχικοί Μακεδόνες. Το χωριό κάηκε στο δεύτερο βαλκανικό πόλεμο από τον ελληνικό στρατό. Με τη συνθήκη της Νεϊγύ, οι μισοί κάτοικοί του μετανάστευσαν στη Βουλγαρία (σε Nevrokop, Plovdiv, Sadovo, Koprivlen, Mečkjur). Από την άλλη, ήρθαν και εγκαταστάθηκαν 44 οικογένειες πατριαρχικών προσφύγων. Το 1927 ο οικισμός μετονομάστηκε Γρανίτης. Το 1928 απογράφηκαν 573 άτομα, 209 εκ των οποίων ήταν προσφυγικής καταγωγής.

    Δράμα

    Γκλίσικι [Глишиќ]

    Glišikj και Gališik. Γκαλισίκ και Γλισσίκι στις ελληνικές πηγές. Χωριό του καζά Τίκφες. Οι κάτοικοι ήταν του Μακεδόνες, χριστιανοί (εξαρχικοί) και μουσουλμάνοι. Στη σερβική απογραφή του 1914 είχε πληθυσμό 240 άτομα.

    Τίκφες

    Γκνίλεζ [Гнилеж]

    Gnilež. Στα ελληνικά έγγραφα αναγράφεται σαν Γκνήλες ή Γνήλες. Χριστιανικό χωριό του καζά Μπιτολίων ή Μοναστηρίου. Το 1912 κατοικούσαν εδώ περίπου 100 πατριαρχικοί Μακεδόνες.

    Μοναστήρι

    Γκόλεμα Λίβαντα [Голема Ливада / Μεγάλα Λιβάδια]

    Golema Livada, Golemo Livadi, Livadja. Λιβάδια και Μεγάλα Λειβάδια (επίσημη ονομασία). Οικισμός της περιοχής Καρατζόβας ή Βλαχομογλενών, του καζά Γευγελής. Τη θερινή περίοδο ζούσαν εδώ περίπου 850 οικογένειες χριστιανών Βλάχων (πατριαρχικών και ρουμανιστών). Το 1913 ο πληθυσμός τους ήταν 3.823 άτομα.

    Γευγελή

    Γκολίσανι [Голишани / Λευκάδια]

    Golišani. Αναφέρεται επίσης ως Gulišane και Gališan. Στις ελληνικές πηγές την συναντάμε σαν Γκολέσανη, Γκολουσάνη, Γκολουσιάνη, Γκολεσιάνι, Γκολέσιανη, Γκολεσιάνη, Γκολισιάν. Χριστιανικό χωριό του καζά Βοδενών. Το 1912 ζούσαν εδώ περίπου 130 Μακεδόνες (εξαρχικοί και πατριαρχικοί). Το 1923-1924 η ελληνική διοίκηση εγκατέστησε στον οικισμό και 64 οικογένειες πατριαρχικών προσφύγων. Το 1926 μετονομάστηκε Γυμνοτόπι και μετά Λευκάδι. Το 1928 η ονομασία άλλαξε πάλι και έγινε Λευκάδια.

    Βοδενά

    Γκόλο Σέλο [Голо Село / Ακρολίμνη]

    Golo Selo και Goloto Selo. Και Γκόλο Σέλο στα ελληνικά. Χωριό του καζά Γενιτζέ Βαρντάρ ή Γιανιτσών. Οι κάτοικοί του ήταν εξαρχικοί Μακεδόνες και μουσουλμάνοι Τσιγγάνοι. Το 1912 ζούσαν εδώ περίπου 320 άτομα. Με τη συνθήκη της Νεϊγύ υπήρξε μετανάστευση εξαρχικών από το Γκόλο Σέλο στη Βουλγαρία. Οι μουσουλμάνοι του χωριού αναγκάστηκαν να μεταναστεύσουν στην Τουρκία, με τη συνθήκη της Λοζάνης. Από την άλλη, η ελληνική διοίκηση εγκατέστησε, στα σπίτια αυτών που έφυγαν, 31 οικογένειες πατριαρχικών προσφύγων (κυρίως από τον Καύκασο). Το 1928 απογράφονται 425 άτομα (143 από τα οποία ήταν πρόσφυγες). Το 1913 ο οικισμός μετονομάστηκε Γυμνοχώρι, το 1926 Γυμνά και το 1966 Ακρολίμνη.

    Γιανιτσά

    Γκόργκοπικ ή Γκόργκοπ [Горгопик или Горгоп / Γοργόπη]

    Gorgopik και Gorgop. Στα ελληνικά κείμενα αναφέρεται ως Γοργόπ, Γοργόπι, Γοργώπη και Γοργόπη (επίσημη ονομασία). Χριστιανικό χωριό του καζά Γευγελής. Το 1912 ζούσαν εδώ περίπου 700 εξαρχικοί Μακεδόνες. Με τη συνθήκη της Νεϊγύ, 484 κάτοικοί του μετανάστευσαν στη Βουλγαρία. Στα σπίτια τους, η ελληνική διοίκηση εγκατέστησε 533 πατριαρχικούς πρόσφυγες, από τον Ανατολική Θράκη, τη Μικρά Ασία και τον Πόντο.

    Γευγελή

    Γκόρεντσι [Горенци / Κορησός]

    Gorenci. Στις ελληνικές πηγές αναφέρεται ως Γκορέντση, Γκορέντσι, Γκόρεντσι. Χωριό της περιοχής Πόπολε (Popole) του καζά Καστοριάς. Ήταν ένας μικτός οικισμός χριστιανών Μακεδόνων και μουσουλμάνων Τούρκων. Οι χριστιανοί είχαν διαιρεθεί σε πατριαρχικούς και εξαρχικούς. Το 1912 ζούσαν εδώ περίπου 800 μουσουλμάνοι και 1.200 χριστιανοί. Το 1919 μετονομάστηκε Κορησός. Όλοι οι μουσουλμάνοι κάτοικοί του, μετανάστευσαν υποχρεωτικά στην Τουρκία το 1923-1924. Στη θέση τους η ελληνική διοίκηση εγκατέστησε πρόσφυγες, κυρίως Μικρασιάτες. Το 1928 ο πληθυσμός του χωριού ήταν σχεδόν 1.200 ντόπιοι Μακεδόνες και 400 πρόσφυγες.

    Καστοριά

    Γκορνίτσεβο [Горничево / Κέλλα]

    Gorničevo. Στις ελληνικές πηγές αναγράφεται ως Γκορνίτσοβο(ν) ή Γορνίτσοβο(ν). Χωριό του καζά Λέριν ή Φλώρινας. Μεταξύ 1905-1910 μετανάστευσαν από το Γκορνίτσεβο στις ΗΠΑ και δήλωσαν στις αρχές πως είναι «εθνικά Μακεδόνες» 26 άτομα. Το 1912, ζούσαν εδώ 1.050 χριστιανοί Μακεδόνες (οι περισσότεροι εξαρχικοί). Μετονομάστηκε σε Κέλλη το 1926 και σε Κέλλα το 1940. Στο τέλος του εμφυλίου πολέμου, 300 σχεδόν άτομα από το χωριό εγκατέλειψαν τη χώρα.

    Φλώρινα

    Γκόρνο Γκραματίκοβο [Горно Граматиково / Άνω Γραμματικό]

    Gorno Gramatikovo. Στα ελληνικά κείμενα αναφέρεται ως Άνω Γραμματίκοβο(ν) και Καλύβια Γραμματίκοβου. Χωριό του καζά Καϊλαρίων. Το 1912 ζούσαν εδώ περίπου 550 χριστιανοί Βλάχοι. Το 1927 ο οικισμός. μετονομάστηκε Άνω Γραμματικόν.

    Καϊλάρια

    Γκόρνο Κάλενικ [Горно Каленик / Άνω Καλλινίκη]

    Γκόρνο Κάλενικ. Στις ελληνικές πηγές αναγράφεται ως Άνω Κάλ(λ)ενικ ή Άνω Καλλίνικον ή Άνω Καληνίκη ή Άνω Καλλινίκη (τελευταία επίσημη ονομασία). Ήταν χωριό του καζά Λέριν ή Φλώρινας. Μεταξύ 1904-1912 μετανάστευσαν από το Κάλενικ στις ΗΠΑ και δήλωσαν στις αρχές πως είναι «εθνικά Μακεδόνες» δώδεκα άτομα. Το 1912 κατοικούσαν στο χωριό περίπου 300 εξαρχικοί Μακεδόνες.

    Φλώρινα

    Γκόρνο Καράτζοβο [Горно Караџово / Μονοκκλησιά]

    Gorno Karadžovo ή Karadža Kjoj. Στις ελληνικές πηγές αναφέρεται σαν Καρατζάκιοϊ ή Καρατζά Κιόι ή Άνω Καρατζάκιοϊ. Χριστιανικό χωριό του καζά Σερρών. Το 1912 ζούσαν εδώ περίπου 500 εξαρχικοί Μακεδόνες. Με τη συνθήκη της Νεϊγύ, 59 οικογένειες έφυγαν από το χωριό για τη Βουλγαρία (στο Petrič). Η ελληνική διοίκηση εγκατέστησε στο Γκόρνο Καράτζοβο 79 οικογένειες πατριαρχικών προσφύγων. Το 1926 ο οικισμός μετονομάστηκε Μονοκκλησιά. Το 1928 απογράφηκαν 427 άτομα, 363 εκ των οποίων ήταν προσφυγικής καταγωγής.

    Σέρρες

    Γκόρνο Κλέστινο [Горно Клештино / Άνω Κλεινές]

    Gorno Kleštino. Το βρίσκουμε και ως Gorna Kleština. Στις ελληνικές πηγές αναφέρεται σαν Άνω Κλέστινα. Το 1912 ζούσαν εδώ περίπου 850 μουσουλμάνοι Αλβανοί. Το 1923-1924 οι Αλβανοί μουσουλμάνοι κάτοικοί του αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν η χώρα. Στα σπίτια τους εγκαταστάθηκαν χριστιανοί πρόσφυγες (κυρίως από τη Θράκη). Το 1926 το χωριό μετονομάστηκε Άνω Κλειναί.

  34. Ο/Η Λιάνα Κουτσούμπα λέει:

    Γκόρνο Κοπάνοβο [Горно Копаново / Άνω Κοπανός]

    Gorno Kopanovo, Gorno Kupanovo, Jokari Kopanova. Και Άνω Κοπανός στα ελληνικά. Χριστιανικό χωριό του καζά Βέροιας ή Μπερ ή Καραφέριας. Το 1912 ζούσαν εδώ περίπου 220 Μακεδόνες (εξαρχικοί και πατριαρχικοί). Το 1923-1924 εγκαταστάθηκαν στον οικισμό και 112 προσφυγικές οικογένειες (κυρίως από τον Πόντο).

    Βέροια

    Γκόρνο Κότορι [Горно Котори / Άνω Υδρούσα]

    Gorno Kotori. Στις ελληνικές πηγές το βρίσκουμε ως Άνω Κότ(τ)ρι. Χωριό του καζά Λέριν ή Φλώρινας. Το 1912 κατοικούσαν εδώ 260 χριστιανοί, εκ των οποίων 220 ήταν εξαρχικοί Μακεδόνες και 40 πατριαρχικοί Αλβανοί. Μεταξύ 1903 -1913 μετανάστευσαν από το Κότορι (χωρίς διευκρίνιση από Ντόλνο ή Γκόρνο) στις ΗΠΑ και δήλωσαν στις αρχές πως είναι «εθνικά Μακεδόνες» 32 άτομα. Το 1928 το χωριό μετονομάστηκε Άνω Υδρούσα και το 1940 Άνω Υδρούσσα.

    Φλώρινα

    Γκόρνο Κουφάλοβο [Горно Куфалово / Άνω Κουφάλια]

    Gorno Kufalovo. Στις ελληνικές πηγές αναφέρεται ως Άνω Κουρφάλι, Άνω Κουφάλοβο(ν), Άνω Κοφάλοβο(ν), Άνω Κουφάλια (επίσημη ονομασία). Χωριό της περιοχής Βαρδαρίου (Vardarija) του καζά Θεσσαλονίκης. Πριν τους βαλκανικούς πολέμους, ζούσαν εδώ περίπου 1.500 εξαρχικοί Μακεδόνες. Με τη συνθήκη της Νεϊγύ το μεγαλύτερο μέρος των κατοίκων του μετανάστευσε στη Βουλγαρία. Η ελληνική διοίκηση εγκατέστησε στα σπίτια τους πατριαρχικούς πρόσφυγες (κυρίως από τη Βουλγαρία).

    Θεσσαλονίκη

    Γκόρνο Μπρόντι [Горно Броди / Άνω Βροντού]

    Gorno Brodi ή Gorno Vrondi. Άνω Βροντού στα ελληνικά. Οικισμός του καζά Σερρών. Το 1912 οι κάτοικοί του ήταν περίπου 6.000 χριστιανοί Μακεδόνες (κυρίως εξαρχικοί). Στο δεύτερο βαλκανικό πόλεμο το χωριό βομβαρδίστηκε από τον ελληνικό στρατό. Τα επόμενα χρόνια μετανάστευσαν στη Βουλγαρία 1.281 εξαρχικές οικογένειες, που εγκαταστάθηκαν σε Sofja, Nevrokop (Goče Delčev), Plovdiv, Stanimaka (Asenovgrad), Kornica και Hadžidimovo. Η ελληνική διοίκηση έφερε να ζήσουν, στο σχεδόν εγκαταλειμμένο χωριό, 285 πατριαρχικούς πρόσφυγες. Σύμφωνα με τη βουλγάρικη στατιστική του 1941, οι μισές (από τις 100) οικογένειες του χωριού, ήταν προσφυγικής καταγωγής.

    Σέρρες

    Γκόρνο Νεβόλιανη [Горно Неволјани / Σκοπιά]

    Gorno Nevoljani ή απλώς Nevoljani. Το συναντάμε και σαν Nevoljan ή και Nevoleni. Στις ελληνικές πηγές το βρίσκουμε ως Άνω Νεβόλιανη ή Άνω Νεβολιάνη. Χωριό του καζά Λέριν ή Φλώρινας. Κατά την επανάσταση του Ίλιντεν (την 1η Αυγούστου 1903) ένα οθωμανικό στρατιωτικό απόσπασμα πλιατσικολόγησε την εκκλησία του χωριού και έκλεψε αντικείμενα αξίας 15 λιρών. Το 1912 κατοικούσαν εδώ περίπου 1.350 χριστιανοί Μακεδόνες (οι περισσότεροι εξαρχικοί) και 350 μουσουλμάνοι Τούρκοι. Μεταξύ 1903 -1915 μετανάστευσαν από το χωριό στις ΗΠΑ και δήλωσαν στις αρχές πως είναι «εθνικά Μακεδόνες» 36 άτομα. Το 1923-1924, οι μουσουλμάνοι αναγκάστηκαν να φύγουν στην Τουρκία. Στα σπίτια τους, η ελληνική διοίκηση εγκατέστησε 100 χριστιανούς πρόσφυγες (κυρίως από τη Μικρά Ασία). Το 1928 το χωριό μετονομάστηκε Σκοπιά.

    Φλώρινα

    Γκόρνο Πόζαρ [Горно Пожар / Άνω Λουτράκι]

    Gorno Požar και Gorno Požarsko. Στις ελληνικές πηγές το βρίσκουμε σαν Άνω Πόζαρ. Χωριό της περιοχής Μογλενών (Meglen) του καζά Βοδενών και στη συνέχεια του καζά Καρατζά Αμπάτ ή Καρατζόβας. Το 1907 επτά άτομα από το Πόζαρ μετανάστευσαν στις ΗΠΑ και δήλωσαν στις αρχές πως είναι «εθνικά Μακεδόνες». Το 1912 ζούσαν εδώ περίπου 2.000 εξαρχικοί Μακεδόνες. Μετά τον πρώτο παγκόσμιο πόλεμο οι περισσότεροι κάτοικοί του κατέβηκαν λίγο πιο χαμηλά, στο Ντόλνο Πόζαρ (Dolno Požar). Το 1922 ο οικισμός μετονομάστηκε Άνω Λουτράκιον. Το 1928 είχε 157 κατοίκους (Μακεδόνες). Το Μάρτιο του 1947, ο ελληνικός στρατός έκαψε το χωριό. Στο τέλος του εμφυλίου πολέμου ερήμωσε, καθώς οι περισσότεροι κάτοικοί του κατέβηκαν στο Ντόλνο Πόζαρ (Κάτω Λουτράκι), ενώ αρκετοί άλλοι κατέφυγαν, σαν πολιτικοί πρόσφυγες, στη Γιουγκοσλαβία.

    Βοδενά

    Γκόρνο Πορόι [Горно Порој / Άνω Πορόια]

    Gorno Poroj, Gorni Poroi, Gornji Poroi. Στα ελληνικά κείμενα αναφέρεται ως Άνω Πορόγια, Άνω Πορρόια και Άνω Πορόια (επίσημη ονομασία). Οικισμός του καζά Ντεμίρ Ισάρ ή Δεμίρ Ισσάρ. Τα τελευταία χρόνια της οθωμανικής περιόδου, ζούσαν εδώ περίπου 1.050 Βλάχοι (πατριαρχικοί και ρουμανίζοντες), 450 μουσουλμάνοι Τούρκοι και 2.500 εξαρχικοί Μακεδόνες. Ο ελληνικός στρατός έκαψε το χωριό στο δεύτερο βαλκανικό πόλεμο (στις 9 Ιουλίου 1913). Μεταξύ των ετών 1913-1915 εγκατέλειψαν το χωριό σχεδόν 1.500 Μακεδόνες (που έφυγαν για τη Βουλγαρία) και 45 Τούρκοι. Από την άλλη, ήρθαν και εγκαταστάθηκαν 85 οικογένειες πατριαρχικών προσφύγων. Τον Αύγουστο του 1915 είχε 2.833 κατοίκους: 1.050 Βλάχους, 1.000 Μακεδόνες, 405 μωαμεθανούς, και 378 πρόσφυγες. Τα επόμενα χρόνια, έφυγαν και άλλοι Μακεδόνες για τη Βουλγαρία. Ο συνολικός αριθμός τους (από το 1913) έφτασε τις 365 οικογένειες. Έφυγαν επίσης υποχρεωτικά και όλοι οι μουσουλμάνοι για την Τουρκία. Η ελληνική διοίκηση εγκατέστησε στο χωριό και άλλους πατριαρχικούς πρόσφυγες. Έτσι ο αριθμός των προσφύγων έφτασε τις 208 οικογένειες. Το 1928 απογράφηκαν εδώ 2.173 άτομα, 837 εκ των οποίων ήταν προσφυγικής καταγωγής.

    Ντεμίρ Χισάρ

    Γκόρνο Σέλο ή Γκόρνο Σελ [Горно Село или Горно Шел / Άνω Βέρμιο]

    Gorno Selo, Gorno Šel, Drugo Selja. Και Άνω Σέλι στα ελληνικά. Οικισμός του καζά Βέροιας ή Μπερ ή Καραφέριας. Πριν τους βαλκανικούς πολέμους ζούσαν εδώ περίπου 1.200 χριστιανοί Βλάχοι. Το 1926 μετονομάστηκε σε Άνω Βέρμιον και το 1951 σε Βέρμιον.

    Βέροια

    Γκούγκοβο [Гугово / Βρυτά]

    Guguvo. Και Γκούγκοβο(ν) στα ελληνικά. Χριστιανικό χωριό του καζά Βοδενών. Το 1912 ζούσαν εδώ περίπου 220 εξαρχικοί Μακεδόνες. Με τη συνθήκη της Νεϊγύ πολλοί κάτοικοι μετανάστευσαν στη Βουλγαρία. Το 1923-1924 εγκαταστάθηκαν στο Γκούγκοβο δεκατέσσερις οικογένειες πατριαρχικών προσφύγων. Το 1926 ο οικισμός μετονομάστηκε Βρυτά.

    Βοδενά

    Γκούμεντζα ή Γκούμεντζε [Гкуменџе / Γουμένισσα]

    Gumendže και Gumendža. Γουμέντσα, Γουμέντζα και Γουμένδζα στα ελληνικά κείμενα. Οικισμός του καζά Γενιτζέ Βαρντάρ ή Γιανιτσών. Πριν τους βαλκανικούς πολέμους ζούσαν εδώ περίπου 5.000 χριστιανοί Μακεδόνες (εξαρχικοί και πατριαρχικοί). Με τη συνθήκη της Νεϊγύ μετανάστευσαν στη Βουλγαρία 286 εξαρχικές οικογένειες. Στα σπίτια τους, η ελληνική διοίκηση εγκατέστησε 427 οικογένειες πατριαρχικών προσφύγων από τη Βουλγαρία, τη Μικρά Ασία και τον Πόντο. Το 1926 ο οικισμός μετονομάστηκε Γουμένισσα. Το 1928 απογράφηκαν εδώ 4.433 άτομα (1.328 εκ των οποίων ήταν πρόσφυγες).

    Γιανιτσά

    Γκραντέσνιτσα ή Γκραέσνιτσα [Граешница]

    Graešnica. Αναφέρεται στις πηγές και ως Gradešnica. Στα ελληνικά κείμενα το βρίσκουμε σαν Γκραδέσνιτσα. Χριστιανικό χωριό του καζά Μπιτολίων ή Μοναστηρίου (βρίσκεται δίπλα στο χωριό Dragoš). Μεταξύ 1903-1913 μετανάστευσαν από το χωριό στις ΗΠΑ και κατά την εκεί άφιξη τους δήλωσαν στις αρχές πως είναι «εθνικά Μακεδόνες» 48 άτομα. Το 1912 ζούσαν εδώ περίπου 570 πατριαρχικοί Μακεδόνες.

    Μοναστήρι

    Γκράντομπορ [Градобор / Πεντάλοφος]

    Gradobor. Στις ελληνικές πηγές αναφέρεται ως Γραδομπόρι, Γραδοβόρι, Γραδοβόρι, Γραδιμπόριον, Γραδεμπόριον. Χριστιανικό χωριό του καζά Θεσσαλονίκης. Το 1912 ζούσαν εδώ περίπου 800 Μακεδόνες (εξαρχικοί και Πατριαρχικοί). Με τη συνθήκη της Νεϊγύ μετανάστευσαν στη Βουλγαρία έξι οικογένειες. Το 1923-1924 εγκαταστάθηκαν στο χωριό λίγες χριστιανικές οικογένειες προσφύγων. Το 1928 ζούσαν εδώ περίπου 900 άτομα, από τα οποία 70 ήταν πρόσφυγες. Το 1953 ο οικισμός μετονομάζεται σε Πεντάλοφος.

    Θεσσαλονίκη

    Γκράτσα [Граца]

    Graca. Και Γκράτσα στα ελληνικά. Χωριό του καζά Κορυτσάς. Πριν τους βαλκανικούς πολέμους ζούσαν εδώ περίπου 380 μουσουλμάνοι Αλβανοί.

    Κορυτσά

    Γκράτσεν ή Γκράτσανι [Грачен или Грачани / Αγιοχώρι]

    Gračen, Gračani, Gračan. Στις ελληνικές πηγές αναφέρεται σαν Γράτσανη, Γράτσιανη και Γράτζενη. Χωριό του καζά Ζίχνας. Πριν τους βαλκανικούς πολέμους ζούσαν εδώ περίπου 370 πατριαρχικοί Μακεδόνες. Με τη συνθήκη της Νεϊγύ, 15 οικογένειες από το χωριό μετανάστευσαν στη Βουλγαρία (σε Sveti Vrač, Nevrokop και Plovdiv). Το 1928 απογράφηκαν 478 άτομα, 17 εκ των οποίων ήταν προσφυγικής καταγωγής. Το ίδιο έτος, ο οικισμός μετονομάστηκε Αγιοχώριον.

    Ζίχνα

    Γκρέντσι ή Γκράτσε [Граче / Πτελέα, Φτελιά]

    Grače. Το βρίσκουμε επίσης ως Gr’če, Groče, Gratče, Granč. Πρόκειται για το Γκρέντσι ή Γκρέντση ή Γορέντσι των ελληνικών πηγών. Χριστιανικό χωριό της περιοχής Νέστραμ ή Νέσραμ (Nestram και Nesram) του καζά Καστοριάς. Το 1912 ζούσαν εδώ περίπου 320 Μακεδόνες (εξαρχικοί και πατριαρχικοί). Το 1928 μετονομάστηκε Φτελιά και το 1940 Πτελέα. Ο πληθυσμός του χωριού αυξήθηκε μέχρι το 1940 σε 460 άτομα. Στο τέλος του εμφυλίου πολέμου, οι περισσότεροι κάτοικοι του έγιναν πολιτικοί πρόσφυγες.

    Καστοριά

    Γκρίτζαλι ή Γκρίσελ [Гриџали или Грисел / Αγκαθιά]

    Gridžali, Grisel, Grizul, Grical. Στις ελληνικές πηγές αναφέρονται ως Γκριζάλι, Γκριζιάλι, Γκριτζάλη, Γκριτζιάλη. Οικισμός του καζά Βέροιας ή Μπερ ή Καραφέριας. Οι κάτοικοι του ήταν πατριαρχικοί χριστιανοί, υπάρχουν ωστόσο αντιφατικές πληροφορίες για το αν ήταν Ρωμιοί ή Μακεδόνες. Το 1912 ο πληθυσμός του ήταν περίπου 550 άτομα. Το 1926 μετονομάστηκε Αγκαθιά.

    Βέροια

    Γράμμοστα ή Γκράμουστα [Грамушта, Γράμμος]

    Gramušta. Αναφέρεται και ως Gramošte Gramos, Gramosti, Gramosta. Η Γράμμοστα των ελληνικών πηγών. Xωριό της περιοχής Νέστραμ ή Νέσραμ (Nestram και Nesram) του καζά Καστοριάς. Πρόκειται για ένα μεγάλο χριστιανικό βλάχικο οικισμό (τόπος θερινής διαμονής), που σταδιακά εγκαταλείφθηκε από τους κατοίκους του και τελικά ερήμωσε. Την τελευταία περίοδο της οθωμανικής διοίκησης ο πληθυσμός του πρέπει να ήταν γύρω στα 500 άτομα. Μετονομάστηκε Γράμμος το 1927 και Γράμος το 1951. Κατά τη διάρκεια του μεσοπολέμου ζούσαν εδώ 300 περίπου Βλάχοι, όλοι δηλωμένων ρουμανικών φρονημάτων.

    Καστοριά

    Δοϊράνης [Стар Дојран]

    Dojran, Pulin, Poleni, Poljanin. Στις ελληνικές πηγές αναφέρεται ως Δοϊράνη, Δοηράνη, Δοβιράνη και Πολυανή. Έδρα του ομώνυμου καζά. Πριν τους βαλκανικούς πολέμους είχε πληθυσμό 7.000 περίπου άτομα. Από αυτούς περίπου 3.000 ήταν Τούρκοι και άλλοι τόσοι χριστιανοί Μακεδόνες (εξαρχικοί, πατριαρχικοί, προτεστάντες και σερβίζοντες). Κατοικούσαν επίσης εδώ αρκετοί Εβραίοί και Τσιγγάνοι. Στη σερβική απογραφή του 1914 είχε πληθυσμό 4.032 άτομα.

    Δοϊράνη

    Δράμα [Драма]

    Drama και Δράμα στα ελληνικά. Έδρα του ομώνυμου καζά (Драмска). Πριν τους βαλκανικούς πολέμους ζούσαν εδώ περίπου 15.000 άτομα. Οι μουσουλμάνοι Τούρκοι και οι πατριαρχικοί Ρωμιοί ήταν οι δυο μεγαλύτερες πληθυσμιακές ομάδες της πόλης. Στη Δράμα κατοικούσαν επίσης Εβραίοι, Μακεδόνες, Βλάχοι, Τσερκέζοι και Τσιγγάνοι. Με τις ανταλλαγές των πληθυσμών, όλοι οι μουσουλμάνοι (περίπου 10.000) μετανάστευσαν στην Τουρκία. Μετανάστευσαν επίσης 61 εξαρχικές οικογένειες στη Βουλγαρία. Η ελληνική διοίκηση εγκατέστησε στην πόλη, χιλιάδες πατριαρχικούς πρόσφυγες (από την Μικρά Ασία, τον Πόντο, την Ανατολική Θράκη, τη Βουλγαρία, τον Καύκασο). Το 1928 απογράφηκαν εδώ 29.339 άτομα (εκ των οποίων 16.664 ήταν πρόσφυγες που ήλθαν στη Δράμα μετά το 1922).

    Δράμα

    Δρεμιγκλάβα ή Ντρεμίγκλαβα [Дремиглава / Δρυμός]

    Dremiglava ή Dremi Glava. Αναφέρεται ακόμα σαν Dirmil και Darmos. Στις ελληνικές πηγές το βρίσκουμε ως Δερμίλ, Δριμύλ, Δρυμίγκλαβα, Δρυμιγκλάβα, Δριμύγλαβα. Χριστιανικό χωριό του καζά Θεσσαλονίκης. Το 1912 κατοικούσαν εδώ περίπου 2.200 πατριαρχικοί Ρωμιοί. Το 1926 ο οικισμός μετονομάστηκε Σιδηροκέφαλο και το 1927 Δρυμός.

    Θεσσαλονίκη

    Δριάνοβο ή Ντριάνοβο [Дрјаново / Δρυόβουνο]

    Drjanovo. Δριάνοβο(ν) και Δρυάνοβο(ν) στις ελληνικές πηγές. Χωριό του καζά του καζά Ανασελίτσας. Οι κάτοικοί του ήταν πατριαρχικοί Ρωμιοί. Το 1912 ζούσαν εδώ περίπου 660 άτομα. Το 1927 ο οικισμός μετονομάζεται Δρυόβουνο και το 1940 Δρυόβουνον.

    Ανασελίτσα

    Έγκρι Ντερέ [Егри Дере / Καλλιθέα]

    Egri Dere, Krivodol. Και Εγρί Δερέ στις ελληνικές πηγές. Μικτός οικισμός του καζά Ζίχνας. Οι περισσότεροι κάτοικοί του (πάνω από 1.000) ήταν χριστιανοί Μακεδόνες (εξαρχικοί και πατριαρχικοί). Υπήρχαν επίσης 120 χριστιανοί Τούρκοι (Γκαγκαούζηδες), 120 μουσουλμάνοι Τούρκοι και 70 χριστιανοί Βλάχοι. Μετά τους βαλκανικούς πολέμους, αρκετοί εξαρχικοί κάτοικοί του μετανάστευσαν στη Βουλγαρία (σε Nevrokop, Pazardžik, Plovdiv). Όλοι επίσης οι μουσουλμάνοι έφυγαν στην Τουρκία. Από την άλλη, ήρθαν και εγκαταστάθηκαν εδώ 246 πατριαρχικοί πρόσφυγες. Το 1921 ο οικισμός μετονομάστηκε Καλλιθέα.

    Ζίχνα

    Έζερετς [Езерец / Πετροπουλάκιον ή Πετροπουλάκι]

    Ezerec. Το Έζερετς ή Εζερέτσι των ελληνικών κειμένων. Χριστιανικό χωριό της περιοχής Καστανοχωρίων (Kostenarija) του καζά Καστοριάς. Το 1912 υπήρχαν εδώ περίπου 210 εξαρχικοί Μακεδόνες. Το 1926 μετονομάστηκε Πετροπουλάκι και το 1928 Πετροπουλάκιον. Στο του εμφυλίου πολέμου, οι περισσότεροι κάτοικοί του έγιναν πολιτικοί πρόσφυγες.

    Καστοριά

    Ελέσνιτσα [Елешница / Φαιά Πέτρα]

    Elešnica. Αναφέρεται και ως Jelešnica. Στα ελληνικά κείμενα το συναντάμε σαν Ελέσνιτσα ή Λέσνιτσα. Χωριό του καζά Ντεμίρ Ισάρ (ή Δεμίρ Ισσάρ). Το 1913 ζούσαν εδώ περίπου 380 εξαρχικοί Μακεδόνες. Τον Αύγουστο του 1915, ο πληθυσμός του χωριού ανερχόταν σε 400 άτομα. Με τη συνθήκη της Νεϊγύ μετανάστευσαν στη Βουλγαρία 34 οικογένειες, που εγκαταστάθηκαν στις πόλεις Sveti Vrač (Sandanski), στα χωριά Kulata και Ploski (της περιφέρειας Petrič) και στο χωριό Sklave (της περιφέρειας Sandanki). Από την άλλη η ελληνική διοίκηση εγκατέστησε εδώ δέκα οικογένειες πατριαρχικών προσφύγων. Το 1927 ο οικισμός μετονομάστηκε Φαιά Πέτρα. Το 1928 απογράφηκαν 279 άτομα, 41 εκ των οποίων ήταν προσφυγικής καταγωγής. Στη ελληνική απογραφή του 1940 και τη βουλγάρικη στατιστική του 1941, το χωριό είχε 325 κατοίκους.

    Ντεμίρ Χισάρ

    Ελέσνιτσα [Елешница]

    Elešnica. Και Ελέσνιτσα στα ελληνικά. Χωριό του καζά Πετριτσίου [Петричка]. Πριν τους βαλκανικούς πολέμους ζούσαν εδώ περίπου 230 μουσουλμάνοι Τούρκοι και 600 εξαρχικοί Μακεδόνες. Το 1960 ο οικισμός μετονομάστηκε Беласица (Belasica).

    Πετρίτσι

    Έλσανη ή Έλσεν [Елшани или Елшен / Καρπερή]

    Elšen, Elisan, Elšani, Elšan. Έλσανη, Έλσιανη και Έλσιανι, στις ελληνικές πηγές. Χωριό του καζά Σερρών. Το 1912 ζούσαν εδώ περίπου 1.100 χριστιανοί Μακεδόνες (εξαρχικοί και πατριαρχικοί) και 200 μουσουλμάνοι (γλωσσικά απροσδιόριστοι). Οι τελευταίοι, υποχρεώθηκαν να μεταναστεύσουν στην Τουρκία, με τη συνθήκη της Λοζάνης. Επίσης, με τη συνθήκη της Νεϊγύ, 100 εξαρχικοί κάτοικοι του χωριού μετανάστευσαν στη Βουλγαρία, στις πόλεις Petrič και Gorna Džumaja (Blagoevgrad). Στο χωριό εγκαταστάθηκαν, από την άλλη, 89 οικογένειες πατριαρχικών προσφύγων. Το 1927 ο οικισμός μετονομάστηκε Καρπερή. Το 1928 απογράφηκαν στο χωριό 1.133 άτομα, 251 εκ των οποίων ήταν προσφυγικής καταγωγής.

    Σέρρες

    Εμπόριο ή Έμπορε [Емборе / Εμπόριο]

    Embore, Embori, Emboria. Στα ελληνικά Εμπόριο(ν). Χωριό του καζά Καϊλαρίων. Το 1912 ζούσαν εδώ περίπου 1.200 χριστιανοί Μακεδόνες (εξαρχικοί και πατριαρχικοί) και 170 μουσουλμάνοι Τούρκοι. Με τη συνθήκη της Νεϊγύ, 143 οικογένειες εξαρχικών μετανάστευσαν στην Βουλγαρία. Επίσης μεταξύ 1923-1924 όλοι οι μουσουλμάνοι κάτοικοί του αναγκάστηκαν να μεταναστεύσουν στην Τουρκία. Από την άλλη, ή ελληνική διοίκηση εγκατέστησε στον οικισμό 45 οικογένειες πατριαρχικών προσφύγων.

    Καϊλάρια

    Έξι Σου ή Γκόρνο Βέρμπενι [Екси Су или Горно Врбени / Ξυνό Νερό]

    Eksi Su ή Gorno Vrbeni. Το βρίσκουμε και ως Ekšisu ή Vrbeni. Στις ελληνικές πηγές συνήθως το συναντάμε σαν Εξί-Σου ή Εξή-Σου ή Εξίσου. Χωριό του ναχιγιέ Ρούντνικ (Rudnik) του καζά Λέριν ή Φλώρινας. Λίγες μέρες πριν το Ίλιντεν, η ομάδα του καπετάν Βαγγέλη (μισθοφόροι του μητροπολίτη Καστοριάς), μαζί με το στρατιωτικό απόσπασμα από το χωριό Νέγκοβαν, έστησαν ενέδρα κοντά στο Ντόλνο Κότορι και σκότωσαν πέντε άντρες του βοεβόδα Λέκο από το Έξι Σου. Την πρώτη ημέρα της επανάστασης του Ίλιντεν, στις 20 Ιουλίου 1903, οι κάτοικοι Έξι Σου χτύπησαν τη στρατιωτική φρουρά που βρισκόταν στο χωριό. Στις 29 Ιουλίου διεξήχθη νέα μάχη, κοντά στο χωριό, μεταξύ των εξεγερμένων κατοίκων του και ενός οθωμανικού αποσπάσματος. Στις 31 Αυγούστου τέσσερα τάγματα του στρατού από Σόροβιτς, με τέσσερα κανόνια, κύκλωσαν το Έξι Σου και επιτέθηκαν σε αυτό. Έκαψαν ένα σπίτι, τρεις αχυρώνες και λεηλάτησαν το χωριό για πολλές ώρες. Το 1912 ζούσαν εδώ περίπου 1.600 εξαρχικοί Μακεδόνες και 100 χριστιανοί Τσιγγάνοι. Μεταξύ 1904-1922 μετανάστευσαν από το χωριό στις ΗΠΑ και δήλωσαν στις αρχές πως είναι «εθνικά Μακεδόνες» 60 άτομα. Το 1926 το Έξι Σου μετονομάστηκε σε Ξυνό Νερό και το 1940 σε Ξινόν Νερόν. Στο τέλος του εμφυλίου 60 οικογένειες από το χωριό κατέφυγαν στη Γιουγκοσλαβία.

    Φλώρινα

    Έρνι Κιόι [Ерни Ќој / Ποντισμένο]

    Erni Kjoj και Ernikjoj. Ερνί Κιόι ή Ερνή Κιόι ή Ερνίκιοϊ στα ελληνικά κείμενα. Χωριό του καζά Σερρών. Πριν τους βαλκανικούς πολέμους ζούσαν εδώ περίπου 1.100 άτομα: μουσουλμάνοι (Τούρκοι και Τσερκέζοι), χριστιανοί Μακεδόνες (εξαρχικοί και πατριαρχικοί) και Τσιγγάνοι. Στη συνέχεια, με τις ανταλλαγές των πληθυσμών, 160 εξαρχικοί έφυγαν για τη Βουλγαρία (στους οικισμούς Petrič και Sveti Vrač) και 200 μουσουλμάνοι για την Τουρκία. Από την άλλη, εγκαταστάθηκαν στο Έρνικιοϊ 188 πατριαρχικοί πρόσφυγες. Το 1927 το χωριό μετονομάστηκε Ποντισμένος και το 1940 Ποντισμένον.

    Σέρρες

    Ζαγορίτσανη ή Ζαγκορίτσανη [Загоричани / Βασιλειάδα]

    Zagoričani. Και Ζαγοριτσάνη ή Ζαγορίτσανη στις ελληνικές πηγές. Μεγάλο χριστιανικό μακεδονικό χωριό της περιοχής Πόπολε (Popole) του καζά Καστοριάς. Πριν το Ίλιντεν τα 2/3 του χωριού είχαν προσχωρήσει στην εξαρχία. Οι κάτοικοί του πρωτοστάτησαν στην αυτονομιστική επανάσταση. Τα αντίποινα των Οθωμανών υπήρξαν σκληρά. Στις 15 Αυγούστου 1903 η Ζαγκορίτσανη κάηκε από το στρατό και αρκετοί χωρικοί σκοτώθηκαν. Στις 25 Μαρτίου 1905 το χωριό δέχτηκε τη μεγαλύτερη επίθεση που πραγματοποίησαν τα ελληνικά σώματα, κατά τη διάρκεια του αντιμακεδονικού αγώνα. Σχεδόν 200 μισθοφόροι, υπό την ηγεσία ελλήνων αξιωματικών, σκότωσαν περισσότερα από πενήντα άτομα (μεταξύ των οποίων υπήρχαν γέροι, γυναίκες και παιδιά) και έκαψαν όσα σπίτια και αποθήκες είχαν απομείνει όρθια από το Ίλιντεν. Τα σώματα αναχώρησαν μόνο όταν πλησίασε ο οθωμανικός στρατός. Η σφαγή στη Ζαγκορίτσανη σκόρπισε φρίκη σε όλη την Ευρώπη και αποκάλυψε τις αληθινές προθέσεις της ελληνικής εμπλοκής στο μακεδονικό ζήτημα. Μεταξύ 1906-1913 μετανάστευσαν από το χωριό στις ΗΠΑ και δήλωσαν στις αρχές «εθνικά Μακεδόνες» έντεκα άτομα. Το 1912 υπήρχαν στη Ζαγκορίτσανη περίπου 2.300 άτομα. Με τη συνθήκη της Νεϊγύ, πολλές οικογένειες μετανάστευσαν στη Βουλγαρία. Η ελληνική διοίκηση εγκατέστησε στα σπίτια τους 32 οικογένειες χριστιανών προσφύγων από τον Πόντο. Το 1928 μετονομάστηκε Βασιλειάς. Το 1928 ζούσαν στη Ζαγκορίτσανη περίπου 700 Μακεδόνες και 100 πρόσφυγες. Κατά τον εμφύλιο πόλεμο σκοτώθηκαν 62 κάτοικοι του χωριού. Με τη λήξη των εχθροπραξιών 242 άτομα κατέφυγαν στη Γιουγκοσλαβία και σε χώρες της Ανατολικής Ευρώπης.

    Καστοριά

    Ζαμπάρντενι [Забрдени / Λόφοι]

    Zabrdeni και Zabardeni. Στις ελληνικές πηγές το συναντάμε σαν Ζαμπέρδανι ή Ζαμπέρδανη ή Ζαπύρδανη. Χριστιανικό χωριό του καζά Λέριν ή Φλώρινας. Οι κάτοικοι του χωριού συμμετείχαν στην επανάσταση του Ίλιντεν και τις πρώτες μέρες της επανάστασης πήραν τα βουνά. Το 1912 ζούσαν εδώ περίπου 400 εξαρχικοί Μακεδόνες. Μεταξύ 1905-1915 μετανάστευσαν από το χωριό στις ΗΠΑ και δήλωσαν στις αρχές πως είναι «εθνικά Μακεδόνες» δεκατρία άτομα. Το 1926 το χωριό μετονομάστηκε Λόφοι.

    Φλώρινα

    Ζάντσικο [Занцико / Ζώνη]

    Zansko και Zanciko. Ζάνσκο και Ζάντσικον στις ελληνικές πηγές. Χωριό του καζά του καζά Ανασελίτσας. Οι κάτοικοί του ήταν πατριαρχικοί Ρωμιοί. Το 1912 ζούσαν εδώ περίπου 560 άτομα. Το 1927 ο οικισμός μετονομάζεται Γερακοχώριον και το 1928 Ζώνη.

    Ανασελίτσα

    Ζάροβο [Зарово / Νικόπολη]

    Zarovo, Žarovo, Zarova. Στις ελληνικές πηγές αναφέρεται ως Ζάροβα και Ζάροβο(ν). Χωριό του καζά Λαγκαδά. Το 1862 είχε 98 σπίτια χριστιανών. Το 1910 ζούσαν εδώ 996 χριστιανοί Μακεδόνες: 964 εξαρχικοί και 32 πατριαρχικοί. Μετά τους βαλκανικούς πολέμους, οι κάτοικοί του εγκατέλειψαν το χωριό και μετανάστευσαν στη Βουλγαρία. Η ελληνική διοίκηση εγκατέστησε στα σπίτια τους 89 οικογένειες πατριαρχικών προσφύγων. Το 1927 ο οικισμός μετονομάστηκε Νικόπολις.

    Λαγκαδά

    Ζέλενιτς [Зеленич / Σκλήθρο]

    Želenič. Στις ελληνικές πηγές αναγράφεται Ζέλενιτς ή Ζελενίτσι(ον). Χωριό του ναχιγιέ Νέβεσκα, του καζά Λέριν ή Φλώρινας. Στα τέλη της οθωμανικής περιόδου είχε περίπου 2.000 κατοίκους. Οι μισοί από αυτούς ήταν χριστιανοί Μακεδόνες (οι περισσότεροι εξαρχικοί) και οι άλλοι μισοί μουσουλμάνοι Τούρκοι. Στις 30 Ιουνίου 1903, ο μητροπολίτης Καστοριάς Γερμανός Καραβαγγέλης μπήκε στο Ζέλενιτς συνοδευόμενος από στρατιωτικό απόσπασμα και έλληνες μισθοφόρους. Τρομοκράτησε τους κατοίκους, έβαλε τον Καούδη να δείρει το Μουχτάρη (προκειμένου να παραδώσει τα κλειδιά της εξαρχικής εκκλησίας) και οδήγησε τους χωρικούς με το ζόρι στη λειτουργία που έκανε. Τις μέρες του Ίλιντεν, πολλοί χωρικοί βγήκαν στο βουνό. Το χωριό επισκέφτηκε στρατιωτικό απόσπασμα και συνέλαβε έντεκα άοπλους αυτονομιστές, που είχαν βρει καταφύγιο στο σπίτι ενός Τούρκου. Το Ζέλενιτς δέχτηκε, στις 13 Νοεμβρίου 1904, μία από τις μεγαλύτερες επιθέσεις που πραγματοποίησαν οι Έλληνες εναντίον μακεδονικού χωριού. Το σώμα του ανθυπολοχαγού Γιώργου Κατεχάκη (Ρούβα) σκότωσε 47 άτομα που διασκέδαζαν σε γάμο στο σπίτι μιας εξαρχικής οικογένειας. Εκείνο το βράδυ, βρισκόταν στο Ζέλενιτς, χωρίς να κάνει τίποτα, ο οθωμανός Καϊμακάμης με έναν αξιωματικό και δεκαπέντε στρατιώτες. Μεταξύ 1907-1915 μετανάστευσαν από το χωριό στις ΗΠΑ και δήλωσαν στις αρχές πως είναι «εθνικά Μακεδόνες» έντεκα άτομα. Το 1923-1924 όλοι οι μουσουλμάνοι του χωριού υποχρεώθηκαν να μεταναστεύσουν στην Τουρκία. Στα σπίτια τους εγκαταστάθηκαν σχεδόν 90 χριστιανικές οικογένειες (κυρίως από τη Μικρά Ασία και τη Θράκη). Το 1927 το χωριό μετονομάστηκε Σκλήθρον. Μετά το τέλος του εμφυλίου, 200 περίπου Μακεδόνες από το χωριό έγιναν πολιτικοί πρόσφυγες.

  35. Ο/Η Κυριάκος Βορίδης λέει:

    Ζέλοβο ή Ζέλεβο [ Желево / Ανταρτικό]

    Želevo ή Želovo. Στις ελληνικές πηγές αναφέρεται ως Ζέλοβο(ν). Ήταν ένα από τα χωριά της περιοχής Κορεστίων (Korešta) του καζά Κόστουρ ή Καστοριάς. Το 1912 ζούσαν εδώ περίπου 1.500 χριστιανοί Μακεδόνες (πατριαρχικοί και εξαρχικοί). Μεταξύ 1904-1922 μετανάστευσαν από το χωριό στις ΗΠΑ και δήλωσαν στις αρχές πως είναι «εθνικά Μακεδόνες» έντεκα άτομα. Το 1927 το χωριό μετονομάστηκε Ανταρτικόν. Στο τέλος του εμφυλίου πολέμου, σχεδόν 250 κάτοικοί του εγκατέλειψαν τη χώρα.

    Καστοριά

    Ζέρβενι [Жервени / Άγιος Αντώνιος]

    Žerveni. Στα ελληνικά κείμενα της βρίσκουμε σαν Ζέρβενη, Ζέρβενι, Ζέρβαινη, Ζιέρβενι. Μουσουλμανικό χωριό της περιοχής Κορεστίων (Korešta) του καζά Κόστουρ ή Καστοριάς. Το 1912 ζούσαν εδώ περίπου Μακεδόνες. Το 1923-1924 οι κάτοικοι του χωριού υποχρεώθηκαν να φύγουν (ως μουσουλμάνοι) στην Τουρκία. Στα σπίτια τους η ελληνική διοίκηση εγκατέστησε 180 χριστιανούς πρόσφυγες (οι περισσότεροι των οποίων ήταν τουρκόφωνοι) από την περιοχή του Πόντου. Το 1928 το χωριό μετονομάστηκε Άγιος Αντώνιος.

    Καστοριά

    Ζέρβη [Жерви]

    Žervi. Ζέρβι και Ζέρβη (επίσημη ονομασία) στα ελληνικά. Χριστιανικό χωριό του καζά Βοδενών. Το 1912 ζούσαν εδώ περίπου 240 εξαρχικοί Μακεδόνες.

    Βοδενά

    Ζερβοχώρι [Жербохор]

    Staro Žervohor, Crvor, Servohor. Στα ελληνικά αναφέρεται σαν Ζερβοχώρι(ον). Χριστιανικός οικισμός του καζά Βέροιας ή Μπερ ή Καραφέριας. Το 1912 ζούσαν εδώ περίπου 240 Μακεδόνες (εξαρχικοί και πατριαρχικοί). Το 1923-1924 εγκαταστάθηκαν στον οικισμό και 65 προσφυγικές οικογένειες (κυρίως από τον Πόντο). Το 1949 μετονομάζεται Παλαιόν Ζερβοχώριον.

    Βέροια

    Ζιβόινο [Живојно]

    Zivojno. Το βρίσκουμε και ως Zivojna ή Zivina. Στις ελληνικές πηγές το συναντάμε σαν Ζιβόνια ή Ζηβόνια. Χωριό του καζά Λέριν ή Φλώρινας. Στα τέλη της οθωμανικής περιόδου, το χωριό είχε περίπου 800 κατοίκους. Από αυτούς οι μισοί σχεδόν ήταν εξαρχικοί Μακεδόνες και οι άλλοι μισοί μουσουλμάνοι Τούρκοι. Μεταξύ 1905-1907, εννέα άτομα από το χωριό που μετανάστευσαν στις ΗΠΑ, δήλωσαν πως είναι εθνικά Μακεδόνες.

    Φλώρινα

    Ζιλιάχοβο [Зилјахово / Νέα Ζίχνη]

    Ziljahovo, Zeljahovo, Zihna. Στις ελληνικές πηγές αναφέρεται ως Ζηλιάχοβα και Ζηλιάχωβα. Έδρα του καζά Ζίχνας. Οι περισσότεροι κάτοικοί του οικισμού, γύρω στα 1.700 άτομα, ήταν χριστιανοί Τούρκοι (Γκαγκαούζηδες). Υπήρχαν επίσης περίπου 800 μουσουλμάνοι Τούρκοι και 250 άλλοι χριστιανοί (Μακεδόνες, Ρωμιοί και Αλβανοί). Μετά τους βαλκανικούς πολέμους, όλοι οι μουσουλμάνοι, έφυγαν σταδιακά για την Τουρκία. Στα σπίτια τους, εγκαταστάθηκαν 229 οικογένειες πατριαρχικών προσφύγων. Το 1926 ο οικισμός μετονομάστηκε Ζήλεια και το 1927 Νέα Ζίχνη. Το 1928 απογράφηκαν εδώ 3.135 άτομα, 922 εκ των οποίων ήταν προσφυγικής καταγωγής.

    Ζίχνα

    Ζίρνοβο [Зрново / Κάτω Νευροκόπι]

    Zernovo, Zrnovo, Zirnovo. Στις ελληνικές πηγές αναφέρεται ως Ζίρνοβο(ν), Ζύρνοβο(ν), Ζέρνοβο(ν). Μικτός οικισμός του καζά Νευροκοπίου, αποτελούμενος από χριστιανούς Μακεδόνες (οι περισσότεροι εξαρχικοί) και (200-300) μουσουλμάνους Τούρκους. Υπήρχαν επίσης λίγοι Βλάχοι και Τσιγγάνοι. Στο δεύτερο βαλκανικό πόλεμο, ο ελληνικός στρατός έκαψε δέκα μακεδονικά σπίτια του χωριού. Στην απαρίθμηση του 1913, ζούσαν εδώ 2.105 άτομα. Με τη συνθήκη της Νεϊγύ, 234 εξαρχικές οικογένειες μετανάστευσαν από το χωριό στη Βουλγαρία (και εγκαταστάθηκαν σε Nevrokop, Plovdiv, Pažardžik, Jambol). Με τη συνθήκη της Λοζάνης, όλοι οι μουσουλμάνοι κάτοικοί του υποχρεώθηκαν να φύγουν στην Τουρκία. Από την άλλη, εγκαταστάθηκαν στο Ζίρνοβο 99 οικογένειες πατριαρχικών προσφύγων. Το 1927 ο οικισμός μετονομάστηκε Κάτω Νευροκόπιον. Το 1928 απογράφηκαν εδώ 2.268 άτομα, 506 εκ των οποίων ήταν προσφυγικής καταγωγής.

    Νευροκόπι

    Ζίχοβο ή Ζίβοβο [Живово]

    Živovo. Αναφέρεται και ως Živo. Στα ελληνικά κείμενα το συναντάμε σαν Ζίχοβο(ν), Ζίοβο(ν) και Ζήοβο(ν). Χριστιανικό χωριό του ναχιγιέ Μοριχόβου (Mariovo ή Moriovo) του καζά Πρίλεπ ή Περλεπέ. Οι κάτοικοί του ήταν εξαρχικοί Μακεδόνες. Στη σερβική απογραφή του 1914 είχε πληθυσμό 173 άτομα.

    Πρίλεπ

    Ζορμπάτοβο [Зорбатово / Μικρό Μοναστήρι]

    Zorbatovo, Zorbat. Και Ζορμπάς στα ελληνικά. Χωριό της περιοχής Ρουμλουκίου (Urumluk) του καζά Θεσσαλονίκης. Το 1912 ζούσαν εδώ 230 περίπου χριστιανοί Μακεδόνες (εξαρχικοί και πατριαρχικοί) και 60 Τσιγγάνοι. Μετά το δεύτερο βαλκανικό πόλεμο, 47 εξαρχικοί κάτοικοί του μετανάστευσαν στη Βουλγαρία. Από την άλλη, ήρθαν και εγκαταστάθηκαν εδώ 79 οικογένειες πατριαρχικών προσφύγων. Το 1928 απογράφηκαν 607 άτομα, 303 εκ των οποίων ήτα προσφυγικής καταγωγής. Το 1926 ο οικισμός μετονομάστηκε Μικρό Μοναστήρι και το 1940 Μικρόν Μοναστήριον.

    Θεσσαλονίκη

    Ζούζελτσι [Жужелци / Σπήλαια]

    Žuželci ή Žuželce. Στα ελληνικά έγγραφα το βρίσουμε ως Ζούζελτσι, Ζούζελτση, Ζουζέλτσι, Ζούζιλτση. Χριστιανικό χωριό της περιοχής Καστανοχωρίων (Kostenarija) του καζά Καστοριάς. Το 1912 ζούσαν εδώ περίπου 500 εξαρχικοί Μακεδόνες. Το 1928 μετονομάστηκε σε Σπήλαια. Την περίοδο του μεσοπολέμου μετανάστευσαν στη Βουλγαρία 326 κάτοικοί του. Το 1928 ο πληθυσμός του ήταν 240 γηγενείς Μακεδόνες. Στο τέλος του εμφυλίου πολέμου, οι μισοί από το χωριό έγιναν πολιτικοί πρόσφυγες.

    Καστοριά

    Ζουπάνιστα [Жупаништа / Άνω Λεύκη]

    Županišta. Στις ελληνικές πηγές αναφέρεται ως Ζουπάνιστα και Ζιουπάνιστα. Το 1927 ο οικισμός μετονομάστηκε Άνω Λεύκη. Χριστιανικό μακεδονικό χωριό της περιοχής Κορεστίων (Korešta) του καζά Κόστουρ ή Καστοριάς. Η Ζουπάνιστα συμμετείχε στην επανάσταση του Ίλιντεν και κάηκε γι αυτό από τον οθωμανικό στρατό. Τότε κάηκαν τα 120 σπίτια του χωριού και σκοτώθηκαν δώδεκα άτομα. Το 1912 και το 1928 ζούσαν αντίστοιχα εδώ περίπου 550 και 500 άτομα. Πολλοί κάτοικοι του χωριού κατέφυγαν στο τέλος του εμφυλίου στη Γιουγκοσλαβία και σε χώρες της Ανατολικής Ευρώπης. Μεταπολεμικά το χωριό ερήμωσε, όταν όσοι απέμειναν στη Ζουπάνιστα μετοίκησαν κυρίως στο Όρμαν και την Καστοριά.

    Καστοριά

    Θεσσαλονίκη [Солун]

    Saloniki, Solun, Selanik, Thesaloniki. Στα Ρωμαίικα Σαλονίκη και στα ελληνικά Θεσσαλονίκη (επίσημη ονομασία). Έδρα του ομώνυμου καζά και βιλαετίου. Ο πληθυσμός της πρωτεύουσας της Μακεδονίας είναι δύσκολο να προσδιοριστεί με ακρίβεια. Σύμφωνα πάντως με τις πηγές, πριν τους βαλκανικούς πολέμους φαίνεται πως ζούσαν στη Θεσσαλονίκη, σε στρογγυλούς αριθμούς και με κάθε επιφύλαξη, 60.000 ισπανόφωνοι Εβραίοι, 35.000 μουσουλμάνοι (οι περισσότεροι Τούρκοι, δευτερευόντως εξισλαμισμένοι Εβραίοι ή Ντονμέδες, καθώς επίσης και ένας αριθμός Τσιγγάνων), 16.000 χριστιανοί Ρωμιοί, 8.000 χριστιανοί Μακεδόνες, 2.000 χριστιανοί Βλάχοι και μερικές χιλιάδες άτομα από διάφορες άλλες γλωσσο-θρησκευτικές ομάδες. Μετά τις υποχρεωτικές και «εθελούσιες» ανταλλαγές των πληθυσμών, η εικόνα που παρουσιάζεται στην απογραφή του 1928 είναι η εξής: Στην πόλη απογράφονται 244.680 άτομα, μεταξύ των οποίων 117.041 πρόσφυγες. Περίπου 20.000 άτομα έχουν γεννηθεί σε κάποιο οικισμό της Μακεδονίας, εκτός της πόλης. Άλλα 20.000 περίπου άτομα έχουν γεννηθεί σε κάποιο γεωγραφικό διαμέρισμα της Ελλάδας, εκτός της Μακεδονίας (προφανώς τα περισσότερα από τα τελευταία στελεχώνουν τον κρατικό μηχανισμό). Επίσημα απογράφονται 54.196 ισπανόφωνοι Εβραίοι, στην πλειοψηφία τους παλαιοί κάτοικοι της πόλης. Την τουρκική έχουν για μητρική γλώσσα 6.452 χριστιανοί (οι πιο πολλοί πρόσφυγες) και 364 μουσουλμάνοι (εξαιρεθέντες της υποχρεωτικής ανταλλαγής). Μεγάλη ομάδα αποτελούν οι 5.109 χριστιανοί Αρμένιοι (σχεδόν όλοι πρόσφυγες). Από τους αλβανόφωνους, εμφανίζονται μόνο οι 486 εξαιρεθέντες της ανταλλαγής μουσουλμάνοι, αλλά όχι και οι χριστιανοί. Η στατιστική υπηρεσία μειώνει τα νούμερα, αλλά καταγράφει την ύπαρξη κατοίκων της πόλης που έχουν ως μητρική γλώσσα την «μακεδονοσλαυϊκή» (: μακεδονική), την «κουτσοβλαχική» (: βλαχική ή αρουμάνικη), την αλβανική, την «αθιγγανική» (: τσιγγάνικα). Χωριστά εμφανίζονται 602 καθολικοί Ιταλοί και 340 ορθόδοξοι Ρώσοι.

    Θεσσαλονίκη

    Ίβεν [Ивен]

    Iven. Αναφέρεται και ως Iveni. Ίβεν και Ίβενι στις ελληνικές πηγές. Χωριό του καζά Πρίλεπ ή Περλεπέ. Οι κάτοικοί του ήταν χριστιανοί Μακεδόνες (εξαρχικοί και πατριαρχικοί). Στη σερβική απογραφή του 1914 είχε πληθυσμό 161 άτομα.

    Πρίλεπ

    Ίζβορ [Извор / Ανάβρα]

    Izvor. Ίσβορ και Ίσβορο(ν) στις ελληνικές πηγές. Χωριό της περιοχής Μογλενών (Meglen) του καζά Γιανιτσών και στη συνέχεια του καζά Καρατζά Αμπάτ ή Καρατζόβας. Πριν τους βαλκανικούς πολέμους ζούσαν εδώ περίπου 100 εξαρχικοί Μακεδόνες. Στη συνέχεια το Ίζβορ ερήμωσε. Ο έρημος οικισμός μετονομάστηκε το 1919 Ανάβρα. Το 1926 ο έρημος οικισμός μετονομάστηκε Ανάβρα.

    Γιανιτσά

    Ίζβορ [Извор / Πηγή]

    Izvor. Και Ίσβορ(ον) στα ελληνικά. Χριστιανικό χωριό του καζά Γευγελής. Το 1912 ζούσαν εδώ περίπου 150 εξαρχικοί Μακεδόνες. Το 1921 ο οικισμός μετονομάστηκε Πηγή. Με τη συνθήκη της Νεϊγύ οι κάτοικοι του μετανάστευσαν στη Βουλγαρία. Στα σπίτια τους, η ελληνική διοίκηση εγκατέστησε 47 πατριαρχικές οικογένειες (από τον Πόντο και τον Καύκασο).

    Γιανιτσά

    Ίζγκλιμπε [Изглибе / Πορειά]

    Izglibe και Izglibi. To Ίζγκλιμπι, Ίσγλιμπι και Ίζγλιμπι των ελληνικών κειμένων. Χριστιανικό μακεδονικό χωριό της περιοχής Νέστραμ ή Νέσραμ (Nestram και Nesram) του καζά Καστοριάς. Μερικοί κάτοικοί του συμμετείχαν στο Ίλιντεν. Το 1912 ζούσαν εδώ περίπου 170 εξαρχικοί Μακεδόνες. Το 1926 μετονομάστηκε Ποριά και το 1940 Πορειά. Κατά τη διάρκεια του εμφυλίου πολέμου, μερίδα του πληθυσμού προσχώρησε στην Αριστερά. Αρκετοί κάτοικοί του κατέφυγαν το 1949 σε χώρες της Ανατολικής Ευρώπης. Μεταπολεμικά το κράτος εγκατέστησε στο χωριό Πόντιους και τουρκόφωνους πρόσφυγες από τα χωριά Νίκη και Μελάνθιο, στους οποίους και έδωσε τις περιουσίες των μακεδόνων πολιτικών προσφύγων. Εδώ εγκαταστάθηκαν επίσης Βλάχοι και Κατσαούνηδες από τα Γραμοχώρια.

    Καστοριά

    Ιλιτζίεβο ή Γιαλιτζίκ [Илиџиево или Јалиџик / Χαλκηδόα]

    Ilidžievo ή Ilindžievo ή Jalidžik ή Jajladžik. Και στις ελληνικές πηγές Γιαλιατζίκ ή Γιαλιντζίκ ή Γιαϊλατζήκ. Χριστιανικό χωριό του καζά Θεσσαλονίκης. Το 1912 κατοικούσαν εδώ περίπου 280 εξαρχικοί Μακεδόνες. Το 1926 ο οικισμός μετονομάζεται Χαλκηδών και το 1928 Νέα Χαλκηδών. Το 1928 το χωριό είχε πληθυσμό 1.191 άτομα, εκ των οποίων 976 ήταν πρόσφυγες που ήρθαν μετά το 1922-1923.

    Θεσσαλονίκη

    Ίνγκλις [Ингкиш / Αγχίαλος]

    Ingliz, Inglizovo και Inglis Čiflik. Στις ελληνικές πηγές αναφέρεται ως Ίγγλις και Ιγγλίζ Τσιφλίκ. Οικισμός της περιοχής Βαρδαρίου (Vardarija) του καζά Θεσσαλονίκης. Μέχρι τους βαλκανικούς πολέμους, ήταν ιδιοκτησία μουσουλμάνου τσιφλικά και ζούσαν εδώ περίπου 90 εξαρχικοί Μακεδόνες. Στη συνέχεια ο οικισμός ερήμωσε. Η ελληνική διοίκηση εγκατέστησε εδώ, μέχρι το 1924, πατριαρχικούς πρόσφυγες από τη Βουλγαρία. Το 1927 μετονομάστηκε Αγχίαλος.

    Θεσσαλονίκη

    Ίσβορ [Извор / Στρατονίκη]

    Izvor. Ίζβορο(ν) και Ίσβορος στα ελληνικά. Χριστιανικό χωριό του καζά Κασσάνδρας ή Πολύγυρου. Οι κάτοικοί του ήταν πατριαρχικοί Ρωμιοί. Το 1913 ζούσαν εδώ 1.235 άτομα. Το 1924 ο οικισμός μετονομάστηκε Στρατονίκη.

    Κασσάνδρα

    Καβακλή Γκόρνο [Кавакли Горно / Άγιος Αθανάσιος]

    Gorno Kavakli. Αναφέρεται ακόμα ως Gorno Kavakliovo και Gorno Kavaklijevo. Στα ελληνικά κείμενα το βρίσκουμε σαν Άνω Καβακλί ή Άνω Καβακλή. Χωριό της περιοχής Βαρδαρίου (Vardarija) του καζά Θεσσαλονίκης. Το 1912 ήταν ένα τσιφλίκι στο οποίο ζούσαν 80 πατριαρχικοί Μακεδόνες και 30 μουσουλμάνοι Τσιγγάνοι. Μετά τους βαλκανικούς πολέμους, εγκατέλειψαν τον οικισμό οι χριστιανοί κάτοικοί του. Τους ακολούθησαν οι μουσουλμάνοι, μέχρι το 1924. Το ελληνικό κράτος εγκατέστησε στα σπίτια τους, πρόσφυγες Ρωμιούς από διάφορα χωριά της Μικράς Ασίας και της Θράκης. Το 1928 κατοικούσαν εδώ περίπου 2.100 πρόσφυγες. Το 1928 ο οικισμός μετονομάζεται σε Άγιος Αθανάσιος.

    Θεσσαλονίκη

    Καβάλα [Кавала]

    Kavala. Και Καβάλ(λ)α στα ελληνικά κείμενα. Έδρα του ομώνυμου καζά. Το 1912 ο πληθυσμός της πόλης ήταν κυρίως Πατριαρχικοί Ρωμιοί (9.000), μουσουλμάνοι Τούρκοι (7.000), Ισπανόφωνοι Εβραίοι και Τσιγγάνοι. Το 1913 είχε 23.278 κατοίκους. Το 1923-1924 οι μουσουλμάνοι κάτοικοί της υποχρεώθηκαν να μεταναστεύσουν στην Τουρκία. Από την άλλη εγκαταστάθηκαν εδώ χιλιάδες πατριαρχικοί πρόσφυγες. Το 1928 στο δήμο Καβάλλας απογράφηκαν 50.852 άτομα. Από αυτά, 28.927 ήταν πρόσφυγες. Μεταξύ των απογραφέντων του 1928, υπήρχαν 1.893 χριστιανοί Τούρκοι, 1.991 ισπανόφωνοι Εβραίοι και 1.016 χριστιανοί Αρμένιοι.

    Καβάλα

    Καβάνταρτσι [Кавадарци]

    Kavadarci ή Kafadarci. Καφαντάρ ή Καφαδάρ ή Τίκφες στα ελληνικά κείμενα. Έδρα του καζά Τίκφες ή Τίκφεσι (Тиквеш). Οι κάτοικοί του ήταν κυρίως εξαρχικοί Μακεδόνες και μουσουλμάνοι Τούρκοι. Υπήρχαν επίσης λίγοι Βλάχοι και Τσιγγάνοι. Στη σερβική απογραφή του 1914 είχε πληθυσμό 5.861 άτομα.

    Τίκφες

    Κάζαντολ [Казандол]

    Kazandol, Kazandoli, Kizil Doganli, Kazal Duali. Και Κιζίλ Δογανλή στις ελληνικές πηγές. Χωριό του καζά Δοϊράνης. Το 1910 ζούσαν εδώ 905 μουσουλμάνοι Τούρκοι. Στη σερβική απογραφή του 1914 είχε πληθυσμό 864 άτομα.

    Δοϊράνη

    Κάλαποτ [Калапот / Πανόραμα]

    Kalapot. Στις ελληνικές πηγές αναφέρεται σαν Καλαπότι, Καλαπόδι, Καλαπόδιον, Παλαιόν Καλαπότι. Χωριό του καζά Ζίχνας. Οι 1.500 περίπου κάτοικοί του ήταν εξαρχικοί Μακεδόνες. Το χωριό κάηκε στο δεύτερο βαλκανικό πόλεμο από τον ελληνικό στρατό. Μέχρι το 1918, το σύνολο του πληθυσμού του μετανάστευσε στη Βουλγαρία, στις πόλεις Nevrokop (Goče Delčev) και Stanimaka (Asenovgrad). Η ελληνική διοίκηση εγκατέστησε στο Κάλαποτ 46 οικογένειες πατριαρχικών προσφύγων. Το 1953 ο οικισμός μετονομάστηκε Πανόραμα.

    Ζίχνα

    Κάλεν [Кален]

    Kalen. Στις ελληνικές πηγές το συναντάμε ως Κάλιανη ή Κάλεν. Χριστιανικό χωριό του ναχιγιέ Μοριχόβου (Mariovo ή Moriovo) του καζά Πρίλεπ ή Περλεπέ. Οι κάτοικοί του ήταν εξαρχικοί Μακεδόνες. Πριν του βαλκανικούς πολέμους ζούσαν εδώ περίπου 380 άτομα.

    Πρίλεπ

    Καλουγκέριτσα [Калугерица / Καλογερίτσα]

    Kalugerica. Στις ελληνικές πηγές αναφέρεται ως Καλογερίτσα. Ήταν καλύβια του χριστιανικού μακεδονικού χωριού Τίρσιε / Trsje. Οικισμός του καζά Λέριν ή Φλώρινας. Ο πληθυσμός του το 1912 ήταν περίπου 130 άτομα.

    Φλώρινα

    Κάμενικ [Каменик / Πετραία]

    Kamenik. Στα ελληνικά το συναντάμε ως Κάμενικ, Καμενίκι και Καμενίκη. Χωριό του καζά Βοδενών. Οι μισοί κάτοικοί του ήταν χριστιανοί Μακεδόνες (εξαρχικοί και πατριαρχικοί) και οι άλλοι μισοί Τσιγγάνοι. Το 1912 ζούσαν εδώ περίπου 110 άτομα. Η ελληνική διοίκηση εγκατέστησε, μεταξύ 1923-1924, στο Κάμενικ και 89 οικογένειες πατριαρχικών προσφύγων. Το 1926 ο οικισμός μετονομάστηκε Πετριάς και το 1940 Πετραία.

    Βοδενά

    Καμπάσνιτσα [Кабасница]

    Kabasnica. Στις ελληνικές πηγές το βρίσκουμε συνήθως σαν Καμπάσνιτσα. Χωριό του καζά Λέριν ή Φλώρινας. Το 1912 ζούσαν εδώ περίπου 650 πατριαρχικοί Μακεδόνες. Μεταξύ 1904-1915 μετανάστευσαν από το χωριό στις ΗΠΑ και δήλωσαν στις αρχές πως είναι «εθνικά Μακεδόνες» δέκα άτομα. Το 1928 μετονομάστηκε Πρώτη.

    Φλώρινα

    Καντίνοβο [Кадиново / Γαλατάδες]

    Kadinovo. Το βρίσκουμε ακόμα σαν Kadino Selo, Sujukli, Sukjutli, Sigidli. Στα ελληνικά κείμενα αναφέρεται ως Σουγιουκλή, Σουκιουτζή, Καδίνοβο(ν). Χωριό του καζά Γενιτζέ Βαρντάρ ή Γιανιτσών. Οι κάτοικοί του ήταν Μακεδόνες (εξαρχικοί και Πατριαρχικοί). Φαίνεται πως υπήρχαν στο χωριό και κάποιοι Τσιγγάνοι. Το 1912 ζούσαν εδώ περίπου 350 άτομα. Με τη συνθήκη της Νεϊγύ έφυγαν για τη Βουλγαρία εννέα εξαρχικές οικογένειες. Το 1923-1924 εγκαταστάθηκαν στο Καντίνοβο 98 οικογένειες πατριαρχικών προσφύγων (από την Ανατολική Θράκη και τη Μικρά Ασία). Το 1926 ο οικισμός μετονομάστηκε σε Γαλατάδες. Το 1928 απογράφηκαν 828 άτομα, 389 εκ των οποίων ήταν πρόσφυγες.

    Γιανιτσά

    Καρά Κιόι ή Μαναστίρ [Кара Ќој или Манастир / Κατάφυτο]

    Kara Kjoj ή Manastir. Και Καρά Κιόι ή Καράκιοϊ στα ελληνικά κείμενα. Χωριό του καζά Νευροκοπίου. Οι κάτοικοί του ήταν εξαρχικοί Μακεδόνες. Το 1912 ζούσαν εδώ περίπου 1.300 άτομα. Στο δεύτερο βαλκανικό πόλεμο, ο ελληνικός στρατός έκαψε 40 σπίτια του χωριού. Στη συνέχεια, όλοι οι κάτοικοί του εγκατέλειψαν το Καρά Κιόι και μετανάστευσαν στη Βουλγαρία (σε Sveti Vrač, Nevrokop, Blatska, Korniča, Kričim, Banja). Στα σπίτια τους, η ελληνική διοίκηση εγκατέστησε 124 οικογένειες πατριαρχικών προσφύγων. Το 1927 ο οικισμός μετονομάστηκε Κατάφυτον.

    Νευροκόπι

    Καρατζά Κιόι [Караџа Ќој / Καρτεραί]

    Karadža Kjoj, Karadžakjoj, Karadzia. Στις ελληνικές πηγές αναφέρεται ως Καρατζά Κιόι, Καραδζά Κιόι, Καρατζάκιοϊ. Χωριό του καζά Λαγκαδά. Το 1862 είχε 105 σπίτια μουσουλμάνων. Το 1910 ζούσαν εδώ 920 μουσουλμάνοι Τούρκοι. Μετά τους βαλκανικούς πολέμους, οι κάτοικοί του έφυγαν για την Τουρκία. Στη θέση τους εγκαταστάθηκαν 78 οικογένειες πατριαρχικών προσφύγων (από την Ανατολική Θράκη και τη Μικρά Ασία). Το 1927 ο οικισμός μετονομάστηκε Καρτερά και το 1940 Καρτεραί.

    Λαγκαδά

    Καριότιτσα [Кариотица / Καρυώτισσα]

    Karjotica. Και Καρυώτισσα στα ελληνικά κείμενα. Χωριό του καζά Γενιτζέ Βαρντάρ ή Γιανιτσών. Οι κάτοικοί του ήταν χριστιανοί Μακεδόνες (εξαρχικοί και Πατριαρχικοί) και μουσουλμάνοι Τσιγγάνοι. Το 1913 ζούσαν εδώ περίπου 300 άτομα. Με τη συνθήκη της Νεϊγύ, 71 εξαρχικοί από το χωριό έφυγαν στη Βουλγαρία. Έφυγαν επίσης αναγκαστικά όλοι οι μουσουλμάνοι για την Τουρκία. Από την άλλη, η ελληνική διοίκηση εγκατέστησε εδώ 244 οικογένειες πατριαρχικών προσφύγων (κυρίως από την Ανατολική Θράκη). Το 1928 απογράφηκαν στον οικισμό 1.009 (εκ των οποίων 869 ήταν πρόσφυγες)

    Γιανιτσά

    Καρλίκοβο [ Карликово / Μικρόπολη]

    Karlikovo, Karlukovo, Kirlikova. Και Καρλίκοβα στα ελληνικά. Χωριό του καζά Ζίχνας. Πριν τους βαλκανικούς πολέμους ζούσαν εδώ περίπου 2.000 άτομα. Οι μισοί κάτοικοί του ήταν χριστανοί Μακεδόνες (εξαρχικοί και πατριαρχικοί) και οι άλλοι μισοί μουσουλμάνοι Τούρκοι. Με τη συνθήκη της Νεϊγύ 106 εξαρχικές οικογένειες μετανάστευσαν στη Βουλγαρία, στις πόλεις Nevrokop (Goče Delčev) και Stanimaka (Asenovgrad) και στο χωριό Kuklen. Με τη συνθήκη της Λοζάνης, όλοι οι μουσουλμάνοι υποχρεώθηκαν να φύγουν στην Τουρκία. Στα σπίτια των φυγάδων εγκαταστάθηκαν 1.117 πατριαρχικοί πρόσφυγες. Το 1927 οι οικισμός μετονομάστηκε Μικρόπολις. Το 1.928 στο χωριό απογράφηκαν συνολικά 2.176 άτομα.

    Ζίχνα

    Καστοριά [Костур, Касторија]

    Kostur, Kastoria, Kesrije, Kastorja. Η Καστοριά ή Καστορία των ελληνικών κειμένων. Έδρα του ομώνυμου καζά. Το 1912 είχε πληθυσμό περίπου 7.400 άτομα. Οι χριστιανοί Ρωμιοί και οι μουσουλμάνοι Τούρκοι ήταν οι μεγαλύτερες κοινότητες της Καστοριάς. Ακολουθούσαν οι ισπανόφωνοι Εβραίοι. Μικρότερες πληθυσμιακές ομάδες της πόλης είχαν ως μητρική γλώσσα τη μακεδονική, την αλβανική, τη βλάχικη και την τσιγγάνικη.

    Καστοριά

    Κατερίνη [Катерина]

    Katerini και Katerina. Κατερίνα και Κατερίνη (επίσημη ονομασία) στα ελληνικά. Έδρα του ομώνυμου καζά. Οι κάτοικοί της ήταν πατριαρχικοί χριστιανοί (Ρωμιοί και Βλάχοι) και μουσουλμάνοι (Τούρκοι, Τσερκέζοι, Ρωμιοί). Το 1913 απογράφηκαν εδώ 7.393 άτομα.

    Κατερίνη

    Κατράνιτσα [Катраница / Πύργοι]

    Katranica. Και Κατράνιτσα στα ελληνικά. Χωριό του καζά Καϊλαρίων. Το 1912 ζούσαν εδώ περίπου 1.000 πατριαρχικοί Μακεδόνες και 1.100 μουσουλμάνοι Τούρκοι. Μεταξύ 1923-1924, όλοι οι μουσουλμάνοι κάτοικοι του οικισμού υποχρεώθηκαν να μεταναστεύσουν στην Τουρκία. Στη θέση τους, η ελληνική διοίκηση εγκατέστησε 500 πατριαρχικούς πρόσφυγες (από τον Πόντο και τη Μικρά Ασία). Το 1927 η Κατράνιτσα μετονομάστηκε σε Πύργοι.

    Καϊλάρια

    Κάτω Σέλι [Долно Шел]

    Dolno Šel, Dolno Selo, Selja. Στα ελληνικά αναφέρεται ως Κάτω Σέλι. Χριστιανικό χωριό του καζά Βέροιας. Πριν το 1912 κατοικούσαν εδώ περίπου 3.000 Βλάχοι. Το 1926 μετονομάστηκε Κάτω Βέρμιον.

    Βέροια

    Κεραμίδι [Керамиди / Παλαιό Κεραμίδι]

    Keramidhi. Κεραμύδι, Κεραμίδιο(ν) στα ελληνικά. Χωριό του καζά Κατερίνης. Το 1913 ζούσαν εδώ 242 πατριαρχικοί Ρωμιοί.

    Κατερίνη

    Κέρπενι [Крпени / Κρεπενή]

    Krpeni ή Karpeni. Στις ελληνικές πηγές αναφέρεται ως Κρεπενή. Χριστιανικό μακεδονικό χωριό της περιοχής Νέστραμ ή Νέσραμ (Nestram και Nesram) του καζά Καστοριάς. Το 1912 ζούσαν εδώ περίπου 70 πατριαρχικοί Μακεδόνες. Το χωριό εμφανίζεται έρημο στις ελληνικές απογραφές πληθυσμού που ακολουθούν. Αναφέρεται ξανά μετά το 1961.

    Καστοριά

    Κέσετζι Τσιφλίκ [Кесеџи Чифлик / Σιδηροχώρι]

    Kesidži Čiflik ή Kesedži Čiflik. Και στα ελληνικά Κεσετζή Τσιφλίκ ή Κεσιτζή Τσιφλίκ. Χριστιανικό χωριό του καζά Ντεμίρ Ισάρ (ή Δεμίρ Ισσάρ). Το 1912 ζούσαν εδώ 240 εξαρχικοί Μακεδόνες. Με τη συνθήκη της Νεϊγύ, οι κάτοικοί του (59 οικογένειες) μετανάστευσαν στη Βουλγαρία. Η ελληνική διοίκηση εγκατέστησε στα σπίτια τους 159 πατριαρχικούς πρόσφυγες. Το 1923 ο οικισμός μετονομάστηκε Σιδηροχώριον.

    Ντεμίρ Χισάρ

    Κιουπ Κιόι [Ќуп Ќој / Πρώτη]

    Kjup kjoj, Kjupkjoj. Κιούπκιοϊ και Κιουπ Κιόι στα ελληνικά. Χωριό του καζά Ζίχνας. Οι περισσότεροι κάτοικοι του ήταν πατριαρχικοί Ρωμιοί. Υπήρχαν επίσης και περίπου 300 μουσουλμάνοι Τούρκοι. Το 1913 ζούσαν εδώ 2.363 άτομα. Με τις ανταλλαγές των πληθυσμών, όλοι οι μουσουλμάνοι έφυγαν για την Τουρκία. Στα σπίτια τους εγκαταστάθηκαν 31 οικογένειες πατριαρχικών προσφύγων. Το 1927 ο οικισμός μετονομάστηκε Πρώτη. Το 1928 απογράφηκαν 2.871 άτομα, 151 εκ των οποίων ήταν προσφυγικής καταγωγής.

    Ζίχνα

    Κιούπρι [Ќупри / Γεφυρούδι]

    Kjupri ή Kjuprija. Στις ελληνικές πηγές αναφέρεται ως Κιπρή και Κιουπρή. Χωριό του καζά Ντεμίρ Ισάρ (ή Δεμίρ Ισσάρ). Οι κάτοικοί του ήταν χριστιανοί Μακεδόνες (οι περισσότεροι πατριαρχικοί) και μουσουλμάνοι (Τούρκοι και λίγοι Τσιγγάνοι). Το 1913 ο πληθυσμός του ήταν 482 άτομα. Στη συνέχεια εγκατέλειψαν το χωριό όλοι οι μουσουλμάνοι και 30 εξαρχικοί Μακεδόνες. Οι τελευταίοι εγκαταστάθηκαν στις πόλεις Petrič, Plovdiv και Gorna Džumaja (Blagoevgrad). Το 1915 ζούσαν στο χωριό 320 Μακεδόνες και 98 πατριαρχικοί πρόσφυγες. Το 1923-1924, η ελληνική διοίκηση έφερε και εγκατέστησε και άλλους πρόσφυγες. Έτσι ο συνολικός αριθμός τους έφτασε τα 172 άτομα. Το 1927 ο οικισμός μετονομάστηκε Γεφυρούδι και το 1940 Γεφυρούδιον.

    Ντεμίρ Χισάρ

    Κίρκλινο [Крклино]

    K’rklino και Kirklino. Κύρκλινο στα ελληνικά κείμενα. Χωριό του καζά Μπιτολίων ή Μοναστηρίου. Το 1912 ζούσαν εδώ περίπου 420 χριστιανοί Μακεδόνες.

    Μοναστήρι

    Κίσαβα [Кишава]

    Kišava. Και Κισσάβα στα ελληνικά κείμενα. Χωριό του καζά Μπιτολίων ή Μοναστηρίου. Το 1912 κατοικούσαν εδώ περίπου 700 μουσουλμάνοι Αλβανοί.

    Μοναστήρι

    Κλαντόρομπι [Кладороби / Κλαδορράχη]

    Kladorobi. Το βρίσκουμε και σαν Kladorabi ή Kladorabi ή Kladorabi. Στις ελληνικές πηγές το συναντάμε ως Κλαδοράπι, Κλαδοράπη, Κλάδεροπ και Κλαδοράπ. Χριστιανικό χωριό του καζά Λέριν ή Φλώρινας. Μεταξύ 1904-1912 μετανάστευσαν από το χωριό στις ΗΠΑ και δήλωσαν στις αρχές πως είναι «εθνικά Μακεδόνες» δεκαοκτώ άτομα. Το 1912 κατοικούσαν εδώ περίπου 350 χριστιανοί Μακεδόνες (εξαρχικοί και πατριαρχικοί). Μετονομάστηκε σε Κλαδοράχη το 1926 και στη συνέχεια σε Κλαδορράχη το 1940.

    Φλώρινα

    Κλεισούρα [Клисура]

    Klisura και Vlahoklisura. Η Κλεισούρα (επίσημη ονομασία) ή Βλαχοκλεισούρα των ελληνικών πηγών. Έδρα του ομώνυμου ναχιγιέ του καζά Καστοριάς. Μεγάλο βλάχικο χριστιανικό χωριό. Το 1912 ζούσαν εδώ περίπου 3.000 πατριαρχικοί και 100 ρουμανίζοντες Βλάχοι.

    Καστοριά

    Κλέπουσνα [Клепушна / Αγριανή]

    Klepušna. Κλεπούσνα στις ελληνικές πηγές. Χωριό του καζά Ζίχνας. Πριν τους βαλκανικούς πολέμους ζούσαν εδώ περίπου 800 χριστιανοί Μακεδόνες (εξαρχικοί και πατριαρχικοί). Με τη συνθήκη της Νεϊγύ, 38 εξαρχικές οικογένειες μετανάστευσαν στη Βουλγαρία (σε Nevrokop, Kornica, Plovdiv, Peruštica, Pazardžik). Το 1927 ο οικισμός μετονομάστηκε Αγριανή. Το 1928 απογράφηκαν 716 άτομα, 9 εκ των οποίων ήταν πατριαρχικοί πρόσφυγες που ήρθαν στο χωριό μετά το 1922.

    Ζίχνα

    Κλίσαλι [Клисали / Προφήτης]

    Klisali και Kliseli. Στα ελληνικά κείμενα το βρίσκουμε σαν Κλήσσαλι, Κλείσαλι, Κλείσαλη, Κλείσελι. Οικισμός του καζά Λαγκαδά. Το 1862 είχε ένα σπίτι μουσουλμάνων και 55 σπίτια χριστιανών. Το 1910 κατοικούσαν εδώ 486 πατριαρχικοί Μακεδόνες. Το 1923 εγκαταστάθηκαν στο Κλίσαλι και τρεις οικογένειες πατριαρχικών προσφύγων. Το 1927 το χωριό μετονομάστηκε Προφήτης. Το 1928 απογράφηκαν 784 άτομα, 13 εκ των οποίων ήταν προσφυγικής καταγωγής.

    Λαγκαδά

    Κόβαντσι ή Κόβανετς [Кованци или Кованеч]

    Kovanci. Αναφέρεται επίσης ως Kovanec. Στις ελληνικές πηγές το βρίσκουμε σαν Κοβάντσι και Κοβάντσα. Χριστιανικό χωριό της περιοχής Καρατζόβας ή Βλαχομογλενών, του καζά Γευγελής. Οι κάτοικοι του ήταν εξαρχικοί Μακεδόνες. Στη σερβική απογραφή του 1914 είχε πληθυσμό 484 άτομα.

    Γευγελή

    Κολέσινο [Колешино]

    Kolešino, Kolešin, Kulešino. Κολέσινο(ν) στα ελληνικά. Χωριό του καζά Στρούμιτσας. Το 1910 ζούσαν εδώ 768 χριστιανοί Μακεδόνες (κυρίως πατριαρχικοί).

    Στρούμιτσα

    Κονίκοβο [ Кониково / Δυτικό]

    Konikovo. Και Κονίκοβο(ν) στα ελληνικά. Χριστιανικό χωριό του καζά Γενιτζέ Βαρντάρ ή Γιανιτσών. Το 1912 ζούσαν εδώ περίπου 120 εξαρχικοί Μακεδόνες. Όλοι οι κάτοικοί του μετανάστευσαν στη Βουλγαρία, με τη συνθήκη της Νεϊγύ. Στα σπίτια τους, η ελληνική διοίκηση εγκατέστησε 402 πατριαρχικούς πρόσφυγες. Το 1926 ο οικισμός μετονομάστηκε Στίβα, το 1940 Στοίβα και το 1950 Δυτικόν.

    Γιανιτσά

    Κονομλάντι [Кономлади / Μακροχώρι]

    Konomladi. Το συναντάμε και σαν Konomlati. Στις ελληνικές πηγές το βρίσκουμε ως Κονομπλάτι, Κονομπλάτη, Κονομπλάτ. Χριστιανικό μακεδονικό χωριό της περιοχής Κορεστίων (Korešta) του καζά Κόστουρ ή Καστοριάς. Οι περισσότεροι κάτοικοί του ήταν εξαρχικοί. Κατά την επανάσταση του Ίλιντεν σκοτώθηκαν οκτώ αυτονομιστές κάτοικοί του, σε μάχες με το στρατό. Το 1912 ζούσαν εδώ περίπου 1.200 άτομα. Μεταξύ 1905-1922 μετανάστευσαν από το χωριό στις ΗΠΑ και δήλωσαν στις αρχές πως είναι «εθνικά Μακεδόνες» δεκαοκτώ άτομα.Το 1928 ο πληθυσμός είχε μειωθεί στα 800 άτομα. Το 1928 μετονομάστηκε σε Μακροχώρι και το 1940 σε Μακροχώριον. Το μεσοπόλεμο, πολλοί κάτοικοί του μετανάστευσαν στη Βουλγαρία. Κατά τη διάρκεια του εμφυλίου πολέμου, αρκετοί από το χωριό σκοτώθηκαν. Το 1949 μεγάλο μέρος του πληθυσμού κατέφυγε στη Γιουγκοσλαβία και σε χώρες της Ανατολικής Ευρώπης.

    Καστοριά

    Κόνσκο [Конско]

    Konsko. Το βρίσκουμε επίσης ως Konjsko και Konjska. Στα ελληνικά κείμενα αναφέρεται σαν Κόνσκο. Χωριό της περιοχής Καρατζόβας ή Βλαχομογλενών, του καζά Γευγελής. Οι πηγές είναι αντιφατικές ως προς τη σύνθεση του πληθυσμού. Άλλες εμφανίζουν τους κατοίκους τους ως χριστιανούς Βλάχους και άλλες ως Μακεδόνες (εξαρχικούς και πατριαρχικούς). Στη σερβική απογραφή του 1914 το Κόνσκο είχε πληθυσμό 484 άτομα.

    Γευγελή

    Κοντόρομπι [Кондороби / Μεταμόρφωση]

    Kondorobi και Klandorop. Το Κλαντορόπι ή Κονδορ(ρ)όπη των ελληνικών κειμένων. Χριστιανικό μακεδονικό χωριό της περιοχής Πόπολε (Popole) του καζά Καστοριάς. Το χωριό συμμετέχει το 1903 στην επανάσταση του Ίλιντεν και ο οθωμανικός στρατός, προχωρώντας σε αντίποινα, λεηλατεί και στη συνέχεια καίει όλα τα σπίτια του. Το 1912 ζούσαν εδώ περίπου 200 εξαρχικοί Μακεδόνες. Μερικοί από τους κατοίκους εντάσσονται κατά τον εμφύλιο στις αριστερές οργανώσεις και καταφεύγουν το 1949, ως πολιτικοί πρόσφυγες, σε χώρες της Ανατολικής Ευρώπης. Το 1950 ο οικισμός μετονομάζεται Μεταμόρφωσις.

    Καστοριά

    Κοντσικό ή Κόνσκο [Конско / Γαλατινή]

    Konsko. Κόνσκο, Κοντσικό(ν) και Κωντσικό(ν). στις ελληνικές πηγές. Χωριό του ναχιγιέ Σιάτιστα ή Σάτιστα (Šatista) του καζά Ανασελίτσας. Οι κάτοικοί του ήταν πατριαρχικοί Ρωμιοί. Το 1912 ζούσαν εδώ περίπου 1.000 άτομα. Το 1927 ο οικισμός μετονομάζεται Γαλατινή.

    Ανασελίτσα

    Κοστούρινο [Костурино]

    Kosturino, Kostrum, Kastrino. Στις ελληνικές πηγές αναφέρεται σαν Κωστούρινο ή Κουστούρινο. Χωριό του καζά Στρούμιτσας. Το 1910 ζούσαν εδώ 660 εξαρχικοί Μακεδόνες.

    Στρούμιτσα

    Κότσιστε [Кочиште]

    Kočište και Kočišta. Και Κότσιστα στα ελληνικά. Χωριό του ναχιγιέ Ντεμίρ Χισάρ του καζά Μπιτολίων ή Μοναστηρίου. Οι κάτοικοί του ήταν μουσουλμάνοι Αλβανοί και εξαρχικοί Μακεδόνες. Στη σερβική απογραφή του 1914 είχε πληθυσμό 202 άτομα.

    Μοναστήρι

    Κούκλις [Куклиш]

    Kukliš και Kuklič. Στα ελληνικά κείμενα αναφέρεται σαν Κουκλίς ή Κουκλίτς. Χωριό του καζά Στρούμιτσας. Το 1910 ζούσαν εδώ 548 εξαρχικοί Μακεδόνες

    Στρούμιτσα

    Κούλα [Кула / Παλαιόκαστρο]

    Kula ή Kulata. Και Κούλα στα ελληνικά. Χριστιανικό χωριό του καζά Σερρών. Το 1912 ζούσαν εδώ περίπου 300 εξαρχικοί Μακεδόνες. Με τη συνθήκη της Νεϋγύ 13 οικογένειες από το χωριό μετανάστευσαν στη Βουλγαρία (στους οικισμούς Petrič, Damjanica και Pernik). Η ελληνική διοίκηση εγκατέστησε στην Κούλα 46 οικογένειες πατριαρχικών προσφύγων. Το 1927 ο οικισμός μετονομάστηκε Παλαιόκαστρον. Το 1928 απογράφηκαν 462 άτομα, 182 εκ των οποίων ήταν προσφυγικής καταγωγής.

    Σέρρες

    Κουμανίτσεβο ή Κομανίτσεβο [Куманичево / Λιθιά]

    Kumaničevo και Komaničevo. Στα ελληνικά έγγραφα το βρίσκουμε σαν Κουμανίτσοβο(ν) και Κομανίτσοβο(ν). Χωριό της περιοχής Πόπολε (Popole) του καζά Καστοριάς. Χωριζόταν σε Πάνω και Κάτω Μαχαλά (Gorno και Dolno). Στο Γκόρνο Κουμανίτσεβο κατοικούσαν εξαρχικοί Μακεδόνες. Στο Ντόλνο Κουμανίτσεβο κατοικούσαν χριστιανοί Μακεδόνες (εξαρχικοί και Πατριαρχικοί) και μουσουλμάνοι Τούρκοι. Το 1912 ζούσαν εδώ περίπου 1.250 άτομα. Οι 260 μουσουλμάνοι του χωριού υποχρεώθηκαν, το 1923-1924, να εγκαταλείψουν τα σπίτια τους και να μεταναστεύσουν στην Τουρκία. Η ελληνική διοίκηση εγκατέστησε στη θέση τους 23 οικογένειες χριστιανών προσφύγων (οι περισσότεροί τους ήταν Ρωμιοί που μιλούσαν την ποντιακή διάλεκτο). Το 1926 ο οικισμός μετονομάστηκε Λιθιά. Στο τέλος του εμφυλίου πολέμου, περισσότεροι από εκατό κάτοικοι του χωριού έγιναν πολιτικοί πρόσφυγες.

    Καστοριά

    Κουμλί [Кумли / Αμμουδιά]

    Kumli. Αναφέρεται επίσης σαν Kušli. Και Κουμλή στα ελληνικά. Χωριό του καζά Ντεμίρ Ισάρ (ή Δεμίρ Ισσάρ). Το 1912 ζούσαν εδώ περίπου 900 άτομα. Από αυτά περίπου 700 ήταν χριστιανοί Μακεδόνες (κυρίως εξαρχικοί) και 200 μουσουλμάνοι (Τούρκοι και λίγοι Τσιγγάνοι). Με τη συνθήκη της Νεϊγύ, μετανάστευσαν στη Βουλγαρία οκτώ εξαρχικές οικογένειες (που εγκαταστάθηκαν στα χωριά Kulata, Čučuligovo και Marino Pole της περιφέρειας Petričko). Επίσης, όλοι οι μουσουλμάνοι του χωριού υποχρεώθηκαν, με τη συνθήκη της Λοζάνης, να εγκαταλείψουν το χωριό και να φύγουν για την Τουρκία. Από την άλλη, η ελληνική διοίκηση εγκατέστησε εδώ 30 οικογένειες πατριαρχικών προσφύγων. Το 1927 το Κουμλή μετονομάστηκε σε Αμμουδιά. Το 1928 απογράφηκαν στον οικισμό 820 άτομα, 161 εκ των οποίων ήταν προσφυγικής καταγωγής.

    Ντεμίρ Χισάρ

    Κούπα [Купа]

    Kupa. Και Κούπα στα ελληνικά. Χωριό της περιοχής Καρατζόβας ή Βλαχομογλενών, του καζά Γευγελής. Πριν τους βαλκανικούς πολέμους ζούσαν εδώ 116 οικογένειες Βλάχων (78 πατριαρχικές και 38 ρουμανίζουσες). Το 1913 απογράφηκαν στην Κούπα 626 άτομα.

    Γευγελή

    Κουσίνοβο ή Ίκιζλερ [Кушиново или Икизлер / Πολύπετρο]

    Kušinovo, Košinovo, Ikizler. Κοσίνοβο(ν) και Κασίνοβο(ν) στις ελληνικές πηγές. Χριστιανικό χωριό του καζά Γενιτζέ Βαρντάρ ή Γιανιτσών. Το 1912 ζούσαν εδώ περίπου 240 Μακεδόνες (εξαρχικοί και Πατριαρχικοί). Με τη συνθήκη της Νεϊγύ, μετανάστευσαν στη Βουλγαρία 137 εξαρχικοί. Από την άλλη, η ελληνική διοίκηση εγκατέστησε στον οικισμό 168 πατριαρχικούς πρόσφυγες από τη Μικρά Ασία (που μιλούσαν μια τουρκική διάλεκτο με πολλές σλαβικές λέξεις). Το 1927 το Κουσίνοβο μετονομάστηκε Πολύπετρον.

    Γιανιτσά

    Κουτσκόβενι [Кучковени / Πέρασμα]

    Kučkoveni. Στις ελληνικές πηγές αναφέρετε ως Κουτσκόβαινι ή Κουτσκοβαίνη ή Κοτσκόβιανι ή Κουτσκόβιανι. Χριστιανικό χωριό του καζά Λέριν ή Φλώρινας. Οι κάτοικοι του χωριού συμμετείχαν στο Ίλιντεν και γι’ αυτό γνώρισαν την εκδίκηση του οθωμανικού στρατού, που έκαψε πολλά σπίτια του στα τέλη Αυγούστου 1903. Το 1912 ζούσαν εδώ περίπου 550 εξαρχικοί Μακεδόνες. Το χωριό μετονομάστηκε σε Πέραμα το 1926 και σε Πέρασμα το 1928.

    Φλώρινα

    Κούτσος [Куцос / Ευκαρπία]

    Kucos. Κούτσος, Κούτσιους και Κούτσιος στα ελληνικά κείμενα. Χριστιανικό χωριό του ναχιγιέ Νιγρίτας, του καζά Καστοριάς. Το 1912 ζούσαν στον Κούτσο περίπου 450 πατριαρχικοί Ρωμιοί. Στη συνέχεια εγκαταστάθηκαν εδώ και 51 οικογένειες πατριαρχικών προσφύγων. Το 1927 ο οικισμός μετονομάστηκε Ευκαρπία. Το 1928 απογράφηκαν εδώ 752 άτομα, 205 εκ των οποίων ήταν προσφυγικής καταγωγής.

    Σέρρες

    Κραπέστινα [Крапештина / Ατραπός]

    Krapeština. Το βρίσκουμε και σαν Krapešino. Στις ελληνικές πηγές αναγράφεται ως Κραπέστινα. Χριστιανικό χωριό του καζά Λέριν ή Φλώρινας. Το χωριό συμμετείχε στο αυτονομιστικό κίνημα και γι αυτό το λόγο, γνώρισε τα αντίποινα του οθωμανικού στρατού, που στις 18 Απριλίου 1903 σκότωσε εδώ 28 άτομα. Το 1912 κατοικούσαν εδώ περίπου 450 μακεδόνες (οι περισσότεροι εξαρχικοί). Το 1926 μετονομάστηκε Ατραπός. Στο τέλος του εμφυλίου πολέμου σχεδόν 150 κάτοικοί του έγιναν πολιτικοί πρόσφυγες.

    Φλώρινα

    Κρέστιλτσι [Кръстилци]

    Krestilci και Krastilici. Κριτσίλτσα στα ελληνικά. Χριστιανικό χωριό του καζά Πετριτσίου. Πριν τους βαλκανικούς πολέμους ζούσαν εδώ περίπου 500 εξαρχικοί Μακεδόνες.

    Πετρίτσι

    Κρέστοαρ ή Χριστόφορος [Крстоар]

    Krstoar. Το βρίσκουμε επίσης με τις ονομασίες Kr’stevo, Kr’stofor, Krestofor, Kristofor. Στα ελληνικά κείμενα αναφέρεται ως Χριστόφορο(ς). Χριστιανικό χωριό του καζά Μπιτολίων ή Μοναστηρίου. Το 1912 ο πληθυσμός του ήταν περίπου 280 εξαρχικοί Μακεδόνες.

    Μοναστήρι

    Κρίβα [Крива / Γρίβα]

    Kriva. Και Κρίβα ή Κρύβα στα ελληνικά. Χριστιανικό χωριό του καζά Γενιτζέ Βαρντάρ ή Γιανιτσών. Το 1912 ζούσαν εδώ περίπου 1.000 Μακεδόνες (οι περισσότεροι εξαρχικοί). Με τη συνθήκη της Νεϊγύ, 94 εξαρχικές οικογένειες μετανάστευσαν στη Βουλγαρία. Από την άλλη, η ελληνική διοίκηση εγκατέστησε εδώ 16 πατριαρχικές οικογένειες. Το 1926 ο οικισμός μετονομάστηκε σε Γρίβα. Το 1928 απογράφηκαν 877 άτομα, εκ των οποίων 154 ήταν προσφυγικής καταγωγής.

    ΤΑ ΥΠΟΛΟΙΠΑ ΕΔΩ
    http://www.lithoksou.net/p/0-i-geografia-toy-ellinikoy-antimakedonikoy-agona-0?fbclid=IwAR0H9GR9fkffLJABWYhjAqh4Qeo0OEuumjUK-4fsjaM6hacYBm-msUbP-Nw

  36. Ο/Η laskaratos λέει:

    https://nomadicuniversality.com/2017/03/28/%CE%BA%CE%B1%CE%B9%CF%81%CF%8C%CF%82-%CE%BD%CE%B1-%CE%BA%CE%B1%CF%84%CE%B1%CF%81%CF%81%CE%B5%CF%8D%CF%83%CE%B5%CE%B9-%CF%84%CE%BF-%CF%83%CF%80%CE%AF%CF%84%CE%B9-%CF%84%CE%BF%CF%8D-%CE%B1%CF%80%CE%BF/?fbclid=IwAR3VK3Pug94Le_shNGcsQ8VAx36PhbEiQ-O1hfpK3Q4M88SfCHzeAfa8ZWs

    28 Μαρτίου 2017

    7 Σχόλια
    Καιρός να καταρρεύσει το σπίτι τού (αποτυχημένου) αρχισφαγέα Μελά

    του Άκη Γαβριηλίδη

    Με αφορμή την έναρξη λειτουργίας του μουσείου Μπελογιάννη, νεοναζιστές και νεοναζίστριες διαφόρων κομμάτων άρχισαν να ωρύονται σκανδαλισμένοι/-ες ότι, ενώ το μουσείο για τον «αρχισφαγέα τού ΚΚΕ» εγκαινιάζεται, «το σπίτι του Παύλου Μελά στην Κηφισιά, καταρρέει».

    Η σύγκριση αυτή είναι μία καλή αφορμή για να αναρωτηθούμε: τι τέλος πάντων έκανε ο Μελάς ώστε να του αξίζει να ανακηρύξουμε «εθνικό μνημείο» ένα εξοχικό σπιτάκι όπου έζησε για κάποιους μήνες, και να δώσουμε το όνομά του σε οδούς σε όλη την Ελλάδα, αλλά και σε έναν δήμο;

    Το μόνο που φαίνεται να κατάφερε όσο ζούσε ο Μελάς, ήταν ότι … πέθανε. Κάτι άλλο αξιόλογο ή ωφέλιμο για οποιονδήποτε δεν φαίνεται να έκανε.

    Στα δημοσιεύματα που καταγγέλλουν την «αδιαφορία της πολιτείας» για το εξοχικό, παρατίθεται και ένα βιογραφικό σημείωμα του υποτιθέμενου «ήρωα». Η βιογραφία αυτή είναι πραγματικά για γέλια· είναι μία διαδοχή από γκάφες και αδεξιότητες, αντάξια ταινίας Μίστερ Μπην.

    Μετά από την –κυρίως συμβολική και εξ αποστάσεως- συμμετοχή του στην παταγωδώς αποτυχημένη εισβολή του ελληνικού στρατού στη Θεσσαλία το 1897, ο Μελάς μαθαίνουμε ότι … «συνέλαβε δύο φιλοβούλγαρους στο χωριό Σρέμπερνο» (κατά σχετικό λήμμα της Wikpedia, επρόκειτο για «έναν ηλικιωμένο και δύο παιδιά 8 και 15 ετών»!) και τους «έπεισε να επιστρέψουν στο Πατριαρχείο».

    Αυτό το φοβερό επίτευγμα όμως δεν χρειάζεται να είναι κανείς στρατιωτικός για να το πετύχει. Ένας ιεροκήρυκας αρκούσε.

    Προηγουμένως μαθαίνουμε ότι είχε επιχειρήσει ξανά να εισέλθει στη Μακεδονία, (και αυτό όχι για να διεξάγει κάποια επιχείρηση, αλλά απλώς για να «μελετήσει την κατάσταση»), αλλά … ούτε καν αυτό δεν κατάφερε! Δεν αναφέρεται τι ακριβώς τον εμπόδισε.

    Με τη δεύτερη, μπόρεσε να «εισέλθει» στη Μακεδονία μεταμφιεσμένος σε ζωέμπορο. Τον επόμενο μήνα ανέλαβε «την αρχηγία του Μακεδονικού αγώνα», αλλά η αρχηγία αυτή τον «καταπόνησε ιδιαίτερα» επειδή ήταν … ασυνήθιστος σε κακουχίες (αυτοί τα λένε –και δεν ντρέπονται-, δεν τα λέω εγώ). Ως αρχηγός, μπήκε σε ένα σλαβόφωνο/ βλαχόφωνο χωριό και «υποχρέωσε τον ρουμανοδάσκαλο σε φυγή» (!!!-sic), ενώ οι άντρες του εκτέλεσαν δύο αόπλους, πράγμα που «τον συγκλόνισε». Δεν πέρασαν όμως ούτε είκοσι μέρες, και … βρέθηκε νεκρός «υπό αδιευκρίνιστες συνθήκες» κατά τη διάρκεια «αψιμαχιών».

    Θα πρέπει να πρόκειται για το μεγαλύτερο ποσοστό ευστοχίας στο πρωτάθλημα των εθνικών ηρώων: ο Παύλος Μελάς ήταν ένας ατζαμής και περιορισμένων ικανοτήτων παίκτης, που ευνοήθηκε σκανδαλωδώς και σκόραρε χωρίς να δημιουργήσει ούτε μισή ευκαιρία. Αγωνίστηκε για έναν σκοπό ανελεύθερο και βίαιο, την κατάκτηση ξένων εδαφών, και αγωνίστηκε άσχημα. Ούτε καν του χαρακτηρισμού «αρχισφαγέας» δεν είναι άξιος. Αυτός βέβαια πολύ θα ήθελε να είναι αρχισφαγέας (όπως και οι θαυμαστές του)· δεν έγινε όμως επειδή απλούστατα τα θαλάσσωσε.

    armata_brancaleone_vittorio_gassman_mario_monicelli_069_jpg_cbhk

    Ένας άλλος δεξιός βουλευτής, στην ίδια συζήτηση, εξέφρασε ενδοιασμούς για το αν πρέπει να τιμάται ο Μπελογιάννης καθόσον «δεν αγωνίστηκε για τη δημοκρατία».

    Μήπως όμως Παύλος Μελάς αγωνίστηκε για τη δημοκρατία;

    Ας καγχάσω.

    Ο Μελάς ήταν αριστοκρατικών και μοναρχικών πεποιθήσεων, και δηλωμένος αντιδημοκράτης.

    Όπως εξάλλου και οι περισσότεροι απ’ όσους τιμά τη μνήμη τους το ελληνικό κράτος.

    Θεωρώ λοιπόν ευπρόσδεκτο το ενδιαφέρον των δεξιών βουλευτών για τη δημοκρατία, και προτείνω να υιοθετήσουμε το κριτήριό τους και να το γενικεύσουμε. Ας πάρουμε π.χ. ένα ένα τα αγάλματα που υπάρχουν στις ελληνικές πόλεις και ας τα κρίνουμε με βάση αυτό το κριτήριο: εάν ο τιμώμενος ήταν δημοκράτης. Θα διαπιστώσουμε τότε ότι στην Αθήνα είναι αμφίβολο εάν συμπληρώνουν διψήφιο αριθμό όσα θα μπορέσουν να μείνουν (και αυτό χάρη σε προσθήκες που έγιναν από τη δεκαετία του 80 και μετά). Στη Θεσσαλονίκη δεν παίρνω όρκο ότι θα μας μείνει έστω ένα· για δε κάτι Φλώρινες, Γιαννιτσά, Κιλκίς κ.λπ. θα πρέπει να ξηλωθούν όλα.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.