«Ρωμαλέοι» Ηλίθιοι προς Πρύτανη: «μέσα ή έξω από το ΝΑΤΟ»*

(*) Επιστροφή των πανεπιστημίων στο προ τριακονταετίας παρελθόν τους [4]

Ο Πολιτισμός των αντιϊμπεριαλιστών (για το καλό μας) έβαψε με κόκκινη μπογιά τα μάρμαρα του πανεπιστημίου

Ντροπή και θλίψη για τα άβατα πανεπιστήμια

Καιρό τώρα στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο της Θεσσαλονίκης – και όχι μόνο – γίνονται πρωτοφανείς αλητείες και η πολιτεία με την κοινωνία υπνώττουν. Το Αριστοτέλειο έχει καταντήσει σκουπιδότοπος, μικρές συμμορίες με κάλυμμα την «επανάσταση» (;), την εξέγερση» και άλλες κοινότοπες μπούρδες, επιτρέπουν την ελεύθερη διακίνηση ναρκωτικών, ληστεύουν βιαιοπραγούν, κατακρατούν τα δωμάτια των φοιτητικών λεσχών και αυτό λογαριάζεται ως πράξη εθνεγερσίας και ξεσηκωμού!

Την ίδια στιγμή, το ρωμαλέο φοιτητικό κίνημα που κάλεσε ο Υπουργός Γαβρόγλου – ως καθ ‘υλη αρμόδιο –  να «καθαρίσει» τα Πανεπιστήμια απ’ όλη αυτή τη βρωμιά, μπουκάρει στην Πρυτανεία και τα κάνει γης μαδιάμ γιατί ο Πρύτανης δεν τοποθετείται στο βασικό ερώτημα «μέσα ή έξω από το ΝΑΤΟ». Μη ξεχνιόμαστε! Αυτό απαιτεί το επαναστατικό τυπικό που εφαρμόζεται απαρεγκλίτως από το υποδειγματικό φοιτητικό ρωμαλέο προοδευτικό κίνημα, το οποίο σημειωτέον, δεν έχει ανάλογο του σε καμιά βαρβαρική χώρα της Δύσης. [η ©Αλίκη Χατζή]

Πρύτανη! Δεν απαντάς για το ΝΑΤΟ; Αδικαιολόγητος!
Αν δεν το γνωρίζατε, το βασικό εθνικό ερώτημα που οφείλει να απασχολεί το πανελλήνιο, είναι ποια γνώμη έχει καθένας μας για το ΝΑΤΟ. Προέρχεται από τα βάθη της μεταπολίτευσης και καθώς δεν έχει απαντηθεί επαρκώς τόσες δεκαετίες τώρα, επανέρχεται αγωνιωδώς από την ιστορική αναγκαιότητα προκειμένου να δοθεί αυτή η λυτρωτική απάντηση που προβληματίζει μερίδα του ρωμαλέου φοιτητικού κινήματος. Το βασικό ερώτημα για τους ρωμαλέους φοιτητές είναι η γνώμη του πρύτανη για το ΝΑΤΟ. Το ερώτημα σε αυτό το απαραίτητο τεστ προοδευτικότητας ήταν παγίδα γιατί ο κάθε σωστός πρύτανης όφειλε να απαντήσει: «Κάτω το ΝΑΤΟ! Είμαι με το Σύμφωνο της Βαρσοβίας!», παρακάμπτοντας τα ευκόλως εννοούμενα. Δυστυχώς, όμως, δεν διέθετε, όπως αποδείχθηκε, τα κατάλληλα αντανακλαστικά. Η μικρή και ασήμαντη λεπτομέρεια ότι το σύμφωνο Βαρσοβίας μάς έχει αφήσει χρόνους, δεν αλλάζει τίποτα. Αν η πραγματικότητα δεν συνάδει με την κομουνιστική θεώρηση της ιστορίας, tant pis για την πραγματικότητα. Ο μπολσεβικισμός ζει και βασιλεύει. Ζήτω ο Λένιν, ζήτω ο Στάλιν, ζήτω ο κόκκινος στρατός…

Ωστόσο, ο πρύτανης έχοντας μια τελείως διεστραμμένη αντίληψη του ιστορικού γίγνεσθαι και του πολιτεύματος της χώρας, είχε το θράσος να δηλώσει ανερυθρίαστα ότι το φλέγον και υψίστης ιστορικής σημασίας αυτό ζήτημα είναι ως θέμα εκτός του πλαισίου των καθηκόντων του. Τέτοιες βασικές εκκρεμότητες δεν επιτρέπει το ρωμαλέο φοιτητικό κίνημα και ως εκ τούτου, έξω από την είσοδο της πρυτανείας τα έκαναν γης μαδιάμ γιατί αυτό απαιτεί το επαναστατικό τυπικό που εφαρμόζεται απαρεγκλίτως από το υποδειγματικό φοιτητικό ρωμαλέο προοδευτικό κίνημα, το οποίο, σημειωτέον, δεν έχει ανάλογό του σε καμιά βαρβαρική χώρα της Δύσης. Εκεί έχουν διεφθαρμένα πανεπιστήμια με ιμπεριαλιστικό προσανατολισμό, με εξασφαλισμένη επαγγελματική αποκατάσταση, δίχως «άσυλο», δίχως καταλήψεις, δίχως μικροπωλητές και χώρους κατασκευής και αποθήκευσης μολότωφ, δίχως κομματικές αφίσες και συνθήματα στους τοίχους, δίχως ελευθέρας βοσκής μπαχαλάκηδες, δίχως εμπόρους ναρκωτικών, δίχως πόρνες και νεκρούς, δίχως στοίβες από σκουπίδια, δίχως ρωμαλέο επαναστατικό νεολαιίστικο κίνημα, δίχως κομματικά πτυχία…

Είναι προφανές και κατάδηλο ότι ο πρύτανης επέδειξε απύθμενο θράσος μην ξεκαθαρίζοντας το ποια είναι η γνώμη του για το ΝΑΤΟ. Δυνατά, όλοι μαζί, για ένα ακόμα πιο ρωμαλέο φοιτητικό κίνημα! [ο ©Ξενοφών Μπρουτζάκης]

Η… προοδευτική(my ass) άποψη του ΚΚΕ (ζει στο 1917) στο 902:
Η στάση του πρύτανη του Πανεπιστημίου Μακεδονίας απέναντι στις διεκδικήσεις Φοιτητικών Συλλόγων είναι ενδεικτική για το πού στοχεύει ο κουρνιαχτός που έχει ξεσπάσει το τελευταίο διάστημα με πρόσχημα το υπαρκτό πρόβλημα της εγκληματικότητας στο ΑΠΘ.

Οι Φοιτητικοί Σύλλογοι Ηλεκτρολόγων, Μηχανολόγων, Γεωλογικού, Αγγλικού, Ιατρικής, ΜΜΕ, Ιστορικού, Νομικής, Φιλοσοφίας Παιδαγωγικής, Γαλλικού του ΑΠΘ καθώς και η Επιτροπή Αγώνα Πανεπιστημίου Μακεδονίας πραγματοποίησαν παράσταση διαμαρτυρίας στον πρύτανη του Πανεπιστημίου Μακεδονίας προκειμένου να ζητήσουν πληροφόρηση για το μνημόνιο συνεργασίας που έχει συνάψει το συγκεκριμένο Πανεπιστήμιο με το ΝΑΤΟ, το πώς αυτό επηρεάζει τις σπουδές τους και να απαιτήσουν την ακύρωσή του, με δεδομένο το δολοφονικό ρόλο του ΝΑΤΟ. [902]

Απίθανα πράγματα!

Διαβάστε:
Επιστροφή των πανεπιστημίων στο προ τριακονταετίας παρελθόν τους [1]
Επιστροφή των πανεπιστημίων στο προ τριακονταετίας παρελθόν τους [2]
Επιστροφή των πανεπιστημίων στο προ τριακονταετίας παρελθόν τους [3]

Advertisements
This entry was posted in Για την Αριστερά, Επάναστἀτες του Κώλου, ανορθολογισμός, κοινωνία/πολιτική. Bookmark the permalink.

8 Responses to «Ρωμαλέοι» Ηλίθιοι προς Πρύτανη: «μέσα ή έξω από το ΝΑΤΟ»*

  1. Ο/Η Παλιός λέει:

    http://www.902.gr/eidisi/neolaia-paideia/132825/proklitiki-stasi-toy-prytani-apenanti-stoys-foititikoys-syllogoys-foto

    Οι φοιτητές αποχώρησαν συγκροτημένα και κατά την έξοδό τους έγραψαν συνθήματα στην είσοδο του κτιρίου «Έξω το ΝΑΤΟ από το ΠΑΜΑΚ», «Έξω το ΝΑΤΟ, καμία εμπλοκή στους ιμπεριαλιστικούς σχεδιασμούς».
    ****
    Έχουν ακούσει αυτοί οι φοιτητές, πως η ίδια η χώρα είναι μέλος του ΝΑΤΟ με τη σύμφωνη γνώμη όλων των κομμάτων πλην ΧΑ και ΚΚΕ;
    Έχουν σκεφτεί σε τι κίνδυνο μπαίνει η χώρα αν βγει από το ΝΑΤΟ;
    Έχουν ακούσει ποτέ οι τοίχοι των δημόσιων κτιρίων είναι περιουσία των πολιτών και τη σεβόμαστε;
    H αστική Δημοκρατία τους δίνει πολλές δυνατότητες να ξεμπροστιάσουν αν το κρίνουν έτσι, τον πρύτανη ή να συζητήσουν δημόσια μαζί του, χωρίς ζημιές και φασαρίες.

  2. Ο/Η Πολυδροσιώτης λέει:

    Υπάρχει και μια καλή κατάληψη

    http://praposquat.espivblogs.net/page/2/

    Γειά σου Μπουμπού… δεν θα ξεχάσουμε ποτέ τα γλυκά σου μάτια
    24/12/2016 praposquat announce

    Το πρωί της Πέμπτης 15 Δεκεμβρίου 2016 η Μπουμπού μας, “αποχώρησε” από τη Συνέλευση της Κατάληψης Κτήματος Πραποπούλου.
    Μετά από κάθε δυνατή προσπάθεια (με αλλεπάλληλες εξετάσεις, φαρμακευτικές αγωγές και την συγκινητική προσπάθεια αρκετών κτηνιάτρων)να αντιμετωπιστεί το πρόβλημα υγείας με τον καρκίνο, που διαγνώστηκε εδώ και έναν χρόνο περίπου, η κατάσταση της υγείας της ήταν τέτοια που κρίθηκε από όλους μας πως ήρθε η ώρα της ευθανασίας.
    Η Μπουμπού έφυγε το ηλιόλουστο αυτό πρωινό στο Κτήμα, ακουμπισμένη στα μαξιλάρια της καθώς δεν μπορούσε να κινηθεί, περιτριγυρισμένη από ανθρώπους που αγάπησε και την αγάπησαν. Τους “Αλογάδες” που την φρόντιζαν καθημερινά, τα μέλη της Συνέλευσης Κατάληψης του Κτήματος αλλά και άλλων ομάδων που στεγάζονται στον χώρο, την προσωπική της κτηνίατρο, τον νέο σκύλο της Κοινότητας Λάκη (Μπόγο), το άλογό μας, τις γάτες και τα δέντρα.
    Θέλουμε να ευχαριστήσουμε όλους τους γιατρούς που προσπάθησαν (άλλοι συντροφικά και άλλοι με συμβολικό αντίτιμο), τον κτηνίατρο που δέχθηκε να πραγματοποιήσει την διαδικασία στο σπίτι της (στο Κτήμα),όλους όσους τη χάιδεψαν, την τάισαν και έπαιξαν μαζί της και να ζητήσουμε και μια συγγνώμη εκ μέρους της από όλες τις γάτες, που με τόση επιμονή κυνηγούσε (χειρότερα και από μπάτσους) στα τέσσερα στρέμματα της Ουτοπίας μας. Όπως θα “έλεγε” και αυτή:
    “Δεν το έκανα επίτηδες… ήταν στη Φύση μου.Γαβ!”

    PREVIOUS
    Σάββατο 17/12 (6μμ) προβολή της ταινίας «Μητριαρχία», κουβέντα σχετικά με το έμφυλο ζήτημα και τον αντισεξισμό (θα ακολουθήσει πάρτυ οικ. ενίσχυσης του χώρου)

    NEXT
    30/12 Party Οικονομικής Ενίσχυσης @23:00 #σε τροχιά σύγκρουσης

  3. Ο/Η Διεθνιστής λέει:

    Μπέρτολτ Μπρεχτ, Πολλοί λατρεύουνε την τάξη

    “Πολλοί λατρεύουνε την τάξη. Για να φάνε βάζουν
    τραπεζομάντηλο απάνω στο τραπέζι, αν έχουν, ή σκουπίζουν
    με το χέρι τους τα ψίχουλα, όταν
    το χέρι τους δεν είναι κουρασμένο. Αλλά το τραπέζι τους
    στήνεται,
    και το σπίτι τους επίσης, σ’ έναν κόσμο που ολοένα βουλιάζει μες
    στο βούρκο.
    Α, τα συρτάρια τους θα ‘ναι πεντακάθαρα. Όμως στην άκρια
    της πόλης
    βρίσκεται το εργοστάσιο που κόκαλα αλέθει, η ματωμένη
    γεννήτρα της υπεραξίας! Α, τι ωφελεί,
    χωμένος μέχρι το λαιμό στη λάσπη, να κρατάς
    τα νύχια των χεριών σου καθαρά;”

    Μετάφραση : Μάριος Πλωρίτης

    • Ο/Η Po λέει:

      Σημαντικός ο Μπρεχτ, αλλά δεν του συγχωρώ ότι έκλεισε τα μάτια μπρος στις θηριωδίες, και το χειρότερο: τις εξύμνησε.
      το «σ’ έναν κόσμο που ολοένα βουλιάζει μες
      στο βούρκο.»

      ίσχυε και για το καθεστώς που τόσο πιστά υπηρέτησε.

      Εμείς εδώ θα τα λέμε όλα γιατί κουραστήκαμε. Δώσαμε πολλά χρόνια της ζωής μας, στο συγκεκριμένο ανορθολογικό και παράλογο νεφέλωμα.

      Δυστυχώς.

      • Ο/Η Διεθνιστής λέει:

        Το καθεστώς «που τόσο πιστά υπηρέτησε», δημιουργήθηκε στην προσπάθεια ανύψωσης από αυτό τον βούρκο, άλλο αν δεν το κατάφερε, με το αποτέλεσμα της αποτυχίας, να εσωτερικεύεται ως ανορθολογικό και παράλογο της πρόθεσης. Τουλάχιστον μας έσωσε από τον ναζισμό, αλλά αυτό το έχουμε από καιρό ξεχάσει σαν να ήταν δεδομένο και εύκολο αλλά και χάρις στην συστηματική προπαγάνδα του «αντι-ολοκληρωτισμού» .

        Αν ο κόσμος σωθεί από την καταστροφή, οι μελλοντικές γενιές (στο βαθμο που θα ασχοληθούν μαζί μας), θα εκτιμήσουν καλύτερα από ότι εσείς τώρα, αυτά ακριβώς τα χρόνια της ζωής μας.

    • Ο/Η Αλέκςισ του 10ου Αμπελοκήπων λέει:

      http://www.lifo.gr/mag/columns/4490

      Ιστορίες απο την Κολιμά

      Ένα συγκλονιστικό, ωμό και ζοφερό ντοκουμέντο από τα στρατόπεδα εργασίας της Σοβιετικής Ένωσης, εκεί όπου ο Σαλάμοφ πέρασε τη μισή ενήλικη ζωή του.

      21.12.2011 | 18:01

      Από τον ΚΩΣΤΗ ΠΑΠΑΓΙΩΡΓΗ

      Το περιβόητο έπος του Σαλάμοφ, που αφηγείται με ανεπανάληπτο τρόπο την υπο-ανθρωπότητα των σταλινικών στρατοπέδων συγκέντρωσης, είναι ένα έργο που, αν μη τι άλλο, ανανεώνει το είδος, ξεπερνώντας κάθε προηγούμενο. Ο συγγραφέας εξορίστηκε για ψύλλου πήδημα (διακίνησε το Γράμμα του Λένιν προς το Συνέδριο, όπου θιγόταν η προσωπικότητα του Στάλιν, και μετά, μια από τις ποινές του, τον καταδίκασε και πάλι επειδή ισχυρίστηκε ότι ο Ιβάν Μπούνιν ήταν κλασικός συγγραφέας!). Η Κολιμά ήταν στρατόπεδο εξόντωσης στον Αρκτικό Βορρά, όπου πήγαιναν (για να μη γυρίσουν) οι «εχθροί του λαού», ήτοι οι κατηγορούμενοι ως τροτσκιστές.

      Το παράδοξο είναι οτι ο Σαλάμοφ, στις 1.968 σελίδες του, δεν αναπτύσσει το αναμενόμενο πολιτικό κατηγορητήριο κατά του σταλινισμού και του κομμουνιστικού καθεστώτος. Άλλωστε, και ο ίδιος ηταν με τον τρόπο του «κομμουνιστής». Βρίσκουμε αναφορές εδώ κι εκεί, αλλά πουθενά – σε καμιά από τις 145 ιστορίες του- ο σταλινισμός δεν γίνεται καθαυτό θέμα. Ο αφηγητής κατεβαίνει πολλά σκαλοπάτια για να βρεθεί στο ύψος του. Αυτό που ανακάλυψε στα στρατόπεδα ήταν ο ίδιος ο άνθρωπος. Γράφει, για παράδειγμα: «Όλα τα ανθρώπινα συναισθήματα -η αγάπη, η φιλία, η ζήλια, η φιλανθρωπία, το έλεος, η δίψα για δόξα, η τιμιότητα- μας είχαν εγκαταλείψει μαζί με το κρέας που στερούμασταν στη διάρκεια της παρατεταμένης λιμοκτονίας μας. Σ’ αυτή την ασήμαντη μυϊκή στοιβάδα που παρέμενε ακόμα πάνω στα κόκαλά μας, που μας έδινε ακόμα τη δυνατότητα να τρώμε, να κινούμαστε και να αναπνέουμε, ακόμα και να πριονίζουμε κορμούς δέντρων και να γεμίζουμε με το φτυάρι τα καρότσια με χώμα και πέτρες, και μάλιστα να σπρώχνουμε τα καρότσια πάνω σε ένα ατελείωτο ξύλινο μονοπάτι μέσα στα ορυχεία του χρυσού (…), σε αυτή, λοιπόν, τη μυϊκή στοιβάδα είχε θέση μόνο ο θυμός, το πιο παλιό ανθρώπινο συναίσθημα». (σ. 76-77) Αποκομμένοι ο ένας απ’ τον άλλον πέθαιναν στη λευκή έρημο της Κολιμά από πείνα, κρύο, πολύωρη δουλειά, ξυλοδαρμούς κι αρρώστιες. Έμαθαν αμέσως να μην υπερασπίζονται τον συνάδελφό τους, να μη στηρίζουν ο ένας τον άλλον. Αυτό ακριβώς επεδίωκαν και οι Αρχές. Οι ψυχές όσων επέζησαν υφίσταντο πλήρη αποσύνθεση και τα σώματά τους δεν διέθεταν τις αναγκαίες για σωματικό μόχθο ιδιότητες

      Δεν είναι τυχαίο ότι ο Σαλάμοφ αντιμετωπίζει με κάποια υποτίμηση τις Αναμνήσεις από το σπίτι των πεθαμένων. Ο Ντοστογιέφσκι, τονίζει ο αφηγητής, δεν συνάντησε και δεν γνώρισε ανθρώπους του αυθεντικού κόσμου των κακοποιών (σ. 280). Επίσης, παρατηρεί με μαύρο χιούμορ: «Η εποχή του Ντοστογιέφσκι ήταν διαφορετική, και το τότε κάτεργο δεν είχε φτάσει σε τέτοια αναβάθμιση, σαν αυτή που διηγήθηκα εδώ. Ό,τι συμβαίνει εδώ είναι υπερβολικά ασυνήθιστο, απίστευτο, και το φτωχό ανθρώπινο μυαλό δεν είναι σε θέση να δώσει συγκεκριμένη μορφή στην εδώ ζωή…». (σ. 179) Περί τίνος ακριβώς πρόκειται; Ενώ θα περίμενε κανείς να διαβάσει για στυγνούς ανθρωποφύλακες του καθεστώτος -που δεν λείπουν βέβαια-, εκείνο που ανακαλύπτει είναι οι κακοποιοί, τα απίθανα ανθρωπάρια (φονιάδες, κλέφτες, ανώμαλοι, αποσαθρωμένες ψυχές, ανθρωποφάγοι στην κυριολεξία) που είχαν ειδικό ρόλο στο στρατόπεδο. Οι κακοποιοί ήταν οι «φίλοι του λαού», ενώ οι πολιτικοί κρατούμενοι αποτελούσαν την απεχθή μάζα των «εχθρών του λαού». Ο τρόμος, με άλλα λόγια, πήγαζε από την καθημερινή συνύπαρξη με τα κατακάθια της κοινωνίας που είχαν ειδικά δικαιώματα στην Κολιμά. Όσο για τους πολιτικούς εξόριστους, αυτούς που υπόκεινταν στην «Γκαρανιάδα», ήτοι την εκκαθάριση των τροτσκιστών, είχαν να αντιμετωπίσουν δυο μέτωπα: τους κακοποιούς που σκότωναν με το έτσι θέλω, και βέβαια τις Αρχές.

      «Η απουσία ενιαίας συνδετικής άποψης αποδυνάμωνε εξαιρετικά την ηθική αντοχή των κρατουμένων. Δεν ήταν ούτε εχθροί της εξουσίας ούτε κρατικοί εγκληματίες, και πεθαίνοντας δεν καταλάβαιναν γιατί έπρεπε να πεθάνουν. Ο εγωισμός τους, ο θυμός τους, δεν είχε πού να στηριχθεί. Κι αποκομμένοι ο ένας απ’ τον άλλον πέθαιναν στη λευκή έρημο της Κολιμά από πείνα, κρύο, πολύωρη δουλειά, ξυλοδαρμούς κι αρρώστιες. Έμαθαν αμέσως να μην υπερασπίζονται τον συνάδελφό τους, να μη στηρίζουν ο ένας τον άλλον. Αυτό ακριβώς επεδίωκαν και οι Αρχές. Οι ψυχές όσων επέζησαν υφίσταντο πλήρη αποσύνθεση και τα σώματά τους δεν διέθεταν τις αναγκαίες για σωματικό μόχθο ιδιότητες». (σ. 602) Το πλέον αποτρόπαιο βασανιστήριο του στρατοπέδου ήταν η αδυναμία του κρατουμένου ν’ απολαύσει έστω και μια ώρα μοναξιάς. Στον ύπνο και στον ξύπνιο, την ώρα της εργασίας και του φαγητού, στο νοσοκομείο ή οιαδήποτε άλλη στιγμή τη ζούσε κάτω απο τα μάτια των συγκρατουμένων. Το ζήτημα του φαγητού ήταν κι αυτό απίθανο μαρτύριο, καθότι, λιμοκτονώντας, δεν έτρωγαν για να επιβιώσουν, αλλά για να μην πεθάνουν.

      Οι σελίδες του Σαλάμοφ για την τροφή αξίζουν ειδικό ανθολόγιο. Ακολουθούν φυσικά οι ασθένειες, η ηθική κατάπτωση και οι φόνοι. Στο στρατόπεδο μόνο οι Ούρκα (οι κακοποιοί στην αργκό των ποινικών) ζουν σχετικά καλά. Αυτούς τους υπολογίζουν, αυτούς φοβάται η πολυάνθρωπη διοίκηση. Αυτοί είναι πάντα ντυμένοι, χορτασμένοι και υποστηρίζουν ο ένας τον άλλον. Ενίοτε σφάζουν κιόλας κάποιον αντίπαλο. «Οι ποινικοί έχουν υπερβολική ροπή προς τη θεατρικότητα και την εισάγουν στη ζωή τους με τρόπο που θα τον ζήλευε κι ο Γιβρέινοφ (ο θεατρικός σκηνοθέτης). Αποφασίστηκε να σκοτώσουν τον ομαδάρχη και η πρόταση ενός απο τους ποινικούς να κόψουν με το πριόνι το κεφάλι του έγινε δεκτή με ενθουσιασμό. Το κεφάλι πριονίστηκε μ’ ένα συνηθισμένο οριζόντιο πριόνι. Γι’ αυτό υπήρχε τώρα διαταγή που απαγόρευε να μένουν στους κρατούμενους τη νύχτα τσεκούρια και πριόνια» (σ. 705).

      Το πλέον αποτρόπαιο βασανιστήριο του στρατοπέδου ήταν η αδυναμία του κρατουμένου ν’ απολαύσει έστω και μια ώρα μοναξιάς. Στον ύπνο και στον ξύπνιο, την ώρα της εργασίας και του φαγητού, στο νοσοκομείο ή οιαδήποτε άλλη στιγμή τη ζούσε κάτω απο τα μάτια των συγκρατουμένων. Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση του Κανονιένκο, που σκότωνε για να τον δέχονται στο νοσοκομείο. «Με το που ερχόταν ο καιρός να βγει από το νοσοκομείο, ο Κανονιένκο σκότωνε κάποιον στη μεταγωγή, του ήταν αδιάφορο ποιον, ένα οποιοδήποτε κορόϊδο – τον στραγγάλιζε με μια πετσέτα. Η πετσέτα, μια κοινή πετσέτα του δημοσίου, ήταν το αγαπημένο όργανο δολοφονίας, η υπογραφή του. Τον συλλαμβάνανε, άνοιγαν εις βάρος του καινούργια υπόθεση, τον ξαναδίκαζαν, του έριχναν μια επιπλέον εικοσιπενταετή κάθειρξη στις πολλές εκατοντάδες χρόνια που είχε ήδη. Μετά τη δίκη, ο Κανονιένκο προσπαθούσε να βρεθεί στο νοσοκομείο για “ξεκούραση”, μετά ξανασκότωνε, κι όλα ξαναρχιζαν.

      Την εποχή εκείνη είχαν καταργηθεί οι εκτελέσεις των ποινικών. Επιτρεπόταν να εκτελούνται μόνο οι “εχθροί του λαού”, οι πενηνταοκτάρηδες – ήτοι οι τροτσκιστές». (σ. 555) Το πρώτο πράγμα που δεν ισχύει στο στρατόπεδο είναι η φιλία. Ο ξεπεσμός είναι τόσο μεγάλος, ώστε ο πιο κοντινός σου είναι ικανός να σε «καρφώσει» για μια μπουκιά ψωμί, για ένα ζευγάρι κάλτσες, για ένα τσιγάρο. Η σατανική διοίκηση ανέχεται μόνο το κατώτερο δυνατό επίπεδο ζωής, ώστε ακόμη και οι ίδιοι οι κρατούμενοι να ζουν μεν, αλλά να μην καταλαβαίνουν τρόπον τινά τον εαυτό τους. Ανάμεσα στους κρατούμενους δεν υπήρχε ούτε ο παραμικρός δεσμός. Λίγο να έστρεφες την κεφαλή, κάτι θα σου έκλεβαν. Το στρατόπεδο ήταν ανθρωποφαγικό, ως εκ τούτου έπρεπε ν’ αναπτύξεις απίθανες δυνάμεις για να επιβιώσεις – περιέργως πώς, πρώτοι πέθαιναν οι άνθρωποι της Βαλτικής: Λετονοί, Λιθουανοί, Εσθονοί…

      Επίσης, ένα θλιβερό στοιχείο του στρατοπέδου ήταν οι ξυλοδαρμοί. Δεν μιλάμε μόνο για τους ξυλοδαρμούς των ανακρίσεων, παρά για τους καθημερινούς ξυλοδαρμούς που εκμηδενίζουν το κύρος του αδύναμου. «Τον διανοούμενο-κρατούμενο τον τσακίζει το στρατόπεδο. Όλα όσα ήταν πολύτιμα ποδοπατούνται τώρα στη λάσπη, σε πολύ μικρό διάστημα, σε κάποιες λίγες εβδομάδες ο άνθρωπος χάνει τον πολιτισμό και την κουλτούρα του. Το επιχείρημα της συζήτησης είναι η γροθιά, το στειλιάρι. Μέσο προτροπής ο υποκόπανος, το χτύπημα κατευθείαν στο πρόσωπο. Έτσι, ο διανοούμενος μετατρέπεται σε δειλό κι ο εγκέφαλός του τού υπαγορεύει δικαιολογίες για τις πράξεις του. Μπορεί να πείσει τον εαυτό του για οτιδήποτε, να συνταχθεί με οποιαδήποτε από τις πλευρές σε μια συζήτηση. Μια σφαλιάρα, μια γροθιά μετατρέπει τον διανοούμενο σε πειθήνιο υπηρέτη κάποιου Σένιετσκα, Κόστετσκα. Η φυσική επίδραση γίνεται ηθική επίδραση. Ο διανοούμενος είναι φοβισμένος για πάντα. Το πνεύμα του έχει τσακιστεί. Αυτόν το φόβο και το τσακισμένο πνεύμα τα κουβαλάει και στην ελεύθερη ζωή του».

      Ο Σαλάμοφ επιμένει ψυχαναγκαστικά στην άποψη ότι ανέκαθεν η λογοτεχνία αντιμετώπιζε τον κόσμο του εγκλήματος με συμπάθεια, προσθέτοντάς του μάλιστα ένα ρομαντικό φωτοστέφανο, όπως συμβαίνει με τον Γιάννη Αγιάννη του Ουγκό και τους κατεργίτες του Ντοστογιέφσκι. Αποφασίζει, λοιπόν, να υποστηρίξει οτι ο άνθρωπος παύει να είναι άνθρωπος, καταλήγοντας Ούρκα, δηλαδή του σχοινιού και του παλουκιού. Σύμφωνα με το βίωμά του, οι άνθρωποι χωρίζονται σε δυο κατηγορίες. Στους «άντρες», τα «αλάνια», στους «ζούκι ζούκι» και στα «κορόιδα», δηλαδή τους αδύναμους. Παρά τις απόψεις κάποιας λογοτεχνίας, «λόγος τιμής» δεν υφίσταται. Τα πάντα θυσιάζονται για τη σκοπιμότητα. Μέσα στο στρατόπεδο, αυτό που ρυθμίζει τη συμπεριφορά του κακοποιού είναι το ανατριχιαστικό «πέθανε εσύ και μετά εγώ». Όσο για τις σαρκικές τους συνήθειες, οι κακοποιοί είναι όλοι παιδεραστές. Γύρω από κάθε ξακουστό κακοποιό κυκλοφορούν νεαροί με πρησμένα, θολά μάτια και γυναικεία ονόματα: διάφορες Μάνκα, Ζόικα, Βέρκα, τις οποίες ταΐζει ο προστάτης και πλαγιάζει μαζί τους. Διόλου παράδοξο το γεγονός ότι σε κάποιο στρατόπεδο οι κακοποιοί διέφθειραν μια σκύλα και πλάγιαζαν μαζί της σαν να ήταν γυναίκα. Η Κολιμά, μπορούμε να πούμε, είναι προσωπική ανακάλυψη του συγγραφέα που διασώζει κάτι αμιγώς ρώσικο, αμιγώς ανθρώπινο, που δεν το προέβαλαν άλλοι κατάδικοι, πιθανώς επειδή η πολιτική βάραινε περισσότερο από την ανθρωπογνωσία. Όπως γράφει, οι αντιλήψεις του ἀλλαξαν τις έννοιες, υπερέβησαν τα όρια του καλού και του κακού.

      • Ο/Η Διεθνιστής λέει:

        https://www.thenation.com/article/why-americans-dont-care-about-prison-rape/

        In June of 2012, the New York Times “Room for Debate” feature considered whether or not convicted youth offenders should be treated differently than adult convicts in the penal system. Those in favor of trying some youth offenders in adult courts included a victims’ advocate, and an attorney from the conservative Heritage Foundation; those against included an inmate at California’s San Quentin prison, and a human rights activist. The victims’ advocate and the attorney from the Heritage Foundation talked about extreme cases of violence and the benefits of stern consequences. The inmate and the human rights activist talked about rape.
        “The suicide and sexual abuse rates of younger prisoners are higher than those of the physically mature,” Gary Scott, the inmate, noted: “how can rehabilitation be possible in such a dangerous environment?” Scott was incarcerated at age sixteen.
        T.J. Parsell, the human rights advocate, put it like this: “In early 2003, I testified on Capitol Hill with Linda Bruntmyer, a mother from Texas whose 17-year-old son was incarcerated after setting a trash bin on fire. In prison, he was raped repeatedly. He later hanged himself inside his cell. I felt a special bond with Linda, because I too had been raped in prison at 17.”
        Taken together, the accounts of the carceral system featured in the Times’s roundtable on youth offenders span the entire American conception of prison itself. On one hand, prisons are understood as the terminus at the end of a long line of injustices adjudicated by a cold bureaucracy. On the other hand, American prisons are infamous for their brutality, especially when it comes to sexual violence. Being sent to prison is, in this sense, not the conclusion of the criminal justice process but the beginning of long-term torture.
        That prisons routinely house thousands upon thousands of instances of sexual exploitation and rape is at the very least tolerated, and at most subtly appreciated as part of their punitive purpose. Our collective meh at the bracing reality of prison rape may be partially premised on the fact that the problem seems contained; but like most severe sicknesses, it only appears that way, and not for long.
        * * *
        Following the passage of the Prison Rape Elimination Act (PREA) of 2003, the Bureau of Justice Statistics (BJS), an office within the Department of Justice, has conducted various surveys of inmates, former inmates and incarcerated youths to calculate the number of prison rapes occurring annually. BJS surveys conducted between 2011 and 2012 found that 32 people per 1,000 were sexually abused in jail; forty people per 1,000 were sexually abused in prison; and ninety-five youths per 1,000 were sexually abused in juvenile detention facilities. In contrast, the National Crime Victimization Survey, also a product of the BJS, found that the rate of rape and sexual assault among free women was 1.3 per 1,000 females over the age of 12 in 2012, meaning that a prisoner’s likelihood of becoming a victim of sexual assault is roughly thirty times higher than that of any given woman on the outside. Allen J. Beck, a senior statistician at BJS, confirmed to The New York Review of Books that nearly 200,000 people total were sexually violated in American detention facilities in 2011. One of the persistent myths surrounding sexual violence inflicted upon prisoners is that other inmates are chiefly responsible; according to the BJS, inmates in state and federal prisons and local jails all reported greater rates of sexual victimization involving staff than other inmates. Despite all this, sexual assaults that take place within prisons are generally not factored into national crime statistics, as if they are somehow expected.
        Certain factors nudge an inmate’s likelihood of being victimized even higher. The BJS reports that inmates with mental health problems and inmates who identified as gay, lesbian or bisexual were all at higher risk for sexual abuse than the general population. Minors contained in juvenile detention facilities were reported to be at much higher risk than adults contained in adult facilities. Vulnerabilities that exist in the free world are magnified in the carceral system.
        Just Detention International, a human rights organization aimed at ending sexual abuse of incarcerated people, collects testimonials from inmates. The accounts are stomach-churning. Micah from California reports residual nerve damage from a torture session involving tasers and stun guns applied to his genitals. He was also anally raped. The prison guard who raped Kimberly in Kentucky to the point of hemorrhaging told her he would hurt her children if she reported the attack, and informed her that he knew their whereabouts. In Louisiana, Rodney was sexually enslaved and prostituted by other inmates, who targeted him because he was gay. Every sickness and pathology in American life—misogyny, homophobia, a legacy of racism and slavery—is amplified in patterns of prison sexual violence.
        Meanwhile, the Prison Rape Elimination Act, which has made prison rape statistics available, has done little in the way of its title. Robert Weisberg and David Mills predicted in their 2003 Slate essay ‘Violence Silence’ that PREA would do little more than gather information about prison sexual assault, and a report submitted by Human Rights Watch to the United Nations Committee against Torture this October seems to bear out their foresight:
        The federal Prison Rape Elimination Act (PREA) was enacted in 2003 to help combat sexual assault in confinement facilities. A landmark piece of legislation designed to prevent, detect, and respond to sexual assault in confinement facilities, PREA has yet to be fully implemented—state governors have only been required to designate whether their state was compliant with PREA. Six states—comprising 20 percent of the US population—have refused to comply with PREA: Arizona, Florida, Idaho, Indiana, Texas, and Utah.
        Recently, the US Congress indicated that it may weaken PREA even further. PREA is structured to elicit state compliance by holding back 5 percent of federal grant funds used for prison purposes from states that refuse to comply. However, in September the Senate Judiciary Committee unanimously passed an amendment that would virtually eliminate the compliance mechanism by protecting several large federal grants from being held back.
        If PREA is mostly toothless, it is only because it is allowed to be. It is difficult to conjure up similar legislation applied to any other population that would be met with such a resounding shrug. It appears that prison rape, by insinuating itself into the very punitive and rehabilitative functions of prison, has produced a deadly nonchalance. We have become a culture that tolerates and potentially lauds the rape and sexual exploitation of hundreds of thousands of people every year, many of them minors, mothers, mentally ill. Why?
        * * *
        Tony Kaye’s 1998 American History X features Edward Norton as Derek Vinyard, a disaffected skinhead locked in a karmic cycle of racially motivated hate crimes. The core drama of the film is Derek’s reform: what could possibly be its source, given how deeply embedded he is in low-income neo-Nazi culture? Even his imprisonment seems to have little effect until he is brutally raped.
        In a now iconic shower scene, Derek encounters aggrieved members of a cinematic cognate of The Aryan Brotherhood, who beat him and rape him in frenzied succession. The scene is drawn out in slow motion, thrust by thrust, and concludes with a shot of blood rushing down the shower drain; viewers later learn that Derek needed six stitches to heal from the attack. It’s during his recovery, when he is immobilized on his stomach, that an old high school mentor arrives to set him straight and snap him out of all this neo-Nazi nonsense like a nasty adolescent phase, which works: duly receptive and humbled by his experience, Derek turns his life around.
        It is hard to imagine another genre in which rape is just a transitional necessity, one of the hurdles a character must navigate to grow. But prison rape has that strange valence in popular culture, and not purely in fictional works. Rape is part of forcing prisoners to change, it’s what makes learning your lesson in prison scary, and scary prisons are what keep bad people in line.
        Beyond Scared Straight is A&E’s reality show based on at-risk-teen behavioral modification. The goal is to expose youths who are at risk for incarceration to what prison life is like in order to deter future delinquency. In a 2011 episode, a former inmate forces a 14-year-old to pat Kool-Aid powder onto his lips and then lunges forward to kiss him, intimating in frantic yelling that this routine would conclude in his sexual exploitation in prison. Interviewed at the end of the episode, the 14-year-old admits he was made uncomfortable by the advance, but still claims the former inmate “doesn’t own [him]”; at the Huffington Post, this was tsk-tsked as evidence “he still doesn’t completely get what a different world prison can be.” Sexual exploitation in prison has its uses, in other words, and one of them is instructive.
        Treatment of prison rape in ordinary television is often, with a few exceptions, bizarrely comical. Law & Order: Special Victims Unit, the iteration of the Law & Order franchise that made its fortune on rape theater, deploys the trope of prison rape with depressing regularity. In a surreal episode involving wild-animal smuggling, Christopher Meloni and Ice-T menace a wannabe hip-hop mogul during his interrogation by rolling dice and suggesting his cellmates will adopt the same procedure to determine the course of his rape. The suspect relents. The same scenario pans out in so many procedural cop dramas, with all due allusions to cellies named Bubba and pretty-boys-like-you. Even The X-Files had a go in a glibly comedic episode, wherein Detective Scully is urged to perjure herself lest she wind up with a Gertrude Stein–reading cellmate called “Large Marge.” The arrests of celebrities like Lindsay Lohan and Paris Hilton produce fantasies disguised as news. Fox News reported in 2010 that “lesbian prison gangs” were itching to get their hands on Lohan; whether the “report” was filed under “entertainment” because of the actress or the feverishly implied rape is unclear.
        The logic perpetuated by ongoing ease with prison rape is that certain bad people in particular bad settings either deserve sexual assault or do not deserve protection from it. That prison simply is a site where rape occurs is given as a deterrent and, in the event that an offender is not deterred, implied to be what they had coming all along. But the notion that prisoners who are raped should have behaved better to be less deserving is the apotheosis of the “asking for it” or “had it coming” arguments so commonly employed to dismiss victims of rape in the free population. Some crimes are so egregiously heinous that knee-jerk, visceral reactions tend toward the violent, but when we codify primal impulse into popular consensus, we wind up in agreement that rape is sometimes an appropriate punishment. Hatred or indifference to people in prison, therefore, affirms a particularly poisonous view of rape itself: that it has its place in the order of things, especially where badly behaved people are concerned. So long as some 200,000 people are sexually violated in detention centers annually, rape will never really retreat into the realm of the unthinkable, no matter how many perpetrators we turn into victims.
        * * *
        And what of those victims of sexual abuse behind bars? Here again, the poisonous effects of prison rape slip the grip of the facilities themselves. While some inmates remain in custody until they die, the majority return at some point to society at large. Currently, reintegration and re-entry programs are generally structured around employment rather than psychologically adjusting to the effects of prison itself, and there is no standardized reintegration program with resources freely available to all former inmates. Bryan Stevenson, the attorney-cum-human rights advocate who founded and directs the Equal Justice Initiative, has spoken about the harm done to communities when inmates return home having suffered severe trauma, noting in an NPR interview that “we can’t continue to have a system of justice defined by error and unfairness and tolerate racial bias and bias against the poor and not confront what we are doing to individuals and to families and to communities and to neighborhoods.” So it goes as well for sexual abuse: What sort of stable sexual culture can we hope to produce in communities already unduly affected by the carceral system when former inmates are re-introduced without any source of treatment for sexual trauma?
        A 2004 study authored by Sheryl Pimlott Kubiak of Wayne State University found that the effects of post-traumatic stress disorder acquired in prison can compromise rehabilitation as former inmates re-enter their communities. Kubiak found that inmates treated for substance abuse struggled with post-prison legal problems and drug relapse in proportion to diagnoses of PTSD. Prison can, of course, be traumatic for a number of reasons, but as Kubiak notes, “while [sexual assault] may be glibly referred to as part of the sentence…it is rarely attended to by clinical professionals during incarceration, or in planning reintegration services.” The echoes of sexual trauma inflicted in prison, therefore, can interfere with former inmates’ efforts to put their lives back together post-prison, and put them at risk for further contact with the correctional system. Sexual assault in prison, in other words, has the destructive power to create a cycle of abuse that extends outside prison walls.
        Kubiak’s observation that few programs for inmates or former inmates attend to the ramifications of sexual assault in prison is also notable. In a 2008 article, James Radford, an AIDS activist and attorney, noted that the stigma of prison sexual assault forms a serious barrier to HIV and AIDS treatment for inmates and former inmates. “Rape itself stigmatizes the individual who is now in fear of yet another stigmatizing marker, an HIV diagnosis,” Radford observed of sexual assault victims in prison who elect not to seek treatment, noting that “should the victim come forward, he would receive a drug regimen that inhibits the spread of HIV as well as tested for other STDs.” Due to the stigma of victimization, inmates who have been sexually assaulted may choose not to seek treatment, which (in the case of HIV) puts them at risk for missing a critical period for medical intervention. When these inmates who have contracted HIV and AIDS via sexual assault re-enter the community without having been tested or treated, they put future sex partners at risk for the spread of HIV, in addition to going without adequate healthcare themselves. It is hard to imagine strong intimate relationships—the sort that anchor many of us in our surrounding communities—developing under conditions like these, where trauma and illness worsen under the burdens of stigma and stress. Here again, prison sexual assault poses a risk to the web of relations former inmates enter into when they leave the confines of penitentiaries.
        The ubiquity of rape in prisons has led to a ubiquity of prison rape nonchalance in popular culture, which promotes a rape-as-punishment framework and normalizes rape itself. There is no other element of carceral life so frequently referenced in television, film, stand-up comedy routines, sleazy gossip rag headlines and second-rate porn scenarios. Meanwhile, despite the efforts of PREA, prison rape numbers have shown little sign of changing; drops have generally corresponded to overall drops in prison population, which isn’t much of a trend to hang one’s hopes on: the United States still has the highest incarceration rate in the world, a distinction we have held since 2002, a year before PREA was enacted. Prison overcrowding, loose oversight and an intensely punitive (as opposed to therapeutic or rehabilitative) carceral system are certainly all tied up in the eager habits of US incarceration, and likewise they all seem to be contributing factors in the prevalence of US prison rape. Eliminating prison sexual abuse will undoubtedly require a total system overhaul, which is necessary on its own merits, and for all our sake.

      • Ο/Η Po λέει:

        Ωραίο κείμενο για την κατηγορία «Βιβλία-ανάγνωση»…

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s