[βιβλίο] Olivier Roy, Η τζιχάντ και ο θάνατος

[Μετάφραση: Κίττυ Ξενάκη, εκδόσεις Πόλις]

φωτογραφία: «Τα Νέα»

Περιγραφή
Από τον Χαλίντ Κελκάλ το 1995 έως την επίθεση της Νίκαιας το 2016, όλοι οι τρομοκράτες ανατινάζονται μόνοι τους ή σκοτώνονται από την αστυνομία, χωρίς να επιδιώξουν στ’ αλήθεια να διαφύγουν και χωρίς ο θάνατός τους να είναι οπωσδήποτε απαραίτητος για την επιτυχία της επίθεσης. Ο Μοχάμεντ Μερά θα επαναλάβει τη διάσημη φράση που αποδίδεται στον Οσάμα μπιν Λάντεν και επανέρχεται συστηματικά σε διάφορες παραλλαγές: «Εμείς αγαπάμε τον θάνατο, εσείς αγαπάτε τη ζωή». Ο θάνατος του τρομοκράτη δεν είναι μια πιθανότητα ή μια ατυχής συνέπεια της πράξης του, αλλά βρίσκεται στην καρδιά του σχεδίου του. Την ίδια έλξη προς τον θάνατο παρατηρούμε και στον τζιχαντιστή που προσχωρεί στο Daech. Οι τζιχαντιστές αντιλαμβάνονται την επίθεση αυτοκτονίας ως τον κατεξοχήν σκοπό της στράτευσής τους. Κι αν είναι αυτός ο πραγματικός κίνδυνος; Όχι η καταστροφή που προκαλείται, αλλά το κλίμα τρόμου που δημιουργείται. Γιατί η δύναμη του Daech έγκειται στο ότι εκμεταλλεύεται τους φόβους μας. Και αυτός ο φόβος είναι ο φόβος του Ισλάμ. Ο μόνος στρατηγικός αντίκτυπος των επιθέσεων είναι το ψυχολογικό τους αποτέλεσμα: δεν πλήττουν τη στρατιωτική ικανότητα των Δυτικών· δεν πλήττουν την οικονομία παρά ελάχιστα· δεν θέτουν σε κίνδυνο τους θεσμούς παρά μόνο στον βαθμό που εμείς οι ίδιοι τους θέτουμε υπό αμφισβήτηση, με την ατελείωτη συζήτηση περί σύγκρουσης μεταξύ ασφάλειας και κράτους δικαίου. Ο φόβος είναι ο φόβος της έκρηξης των ίδιων μας των κοινωνιών.

Δύο κρίσεις του βιβλίου

Κίττυ Ξενάκη, Ο τζιχαντισμός των λούζερ, «Τα Νέα», 29.3.2017
Οσο και αν έψαξε, παρά τη διεκδίκηση της ευθύνης από την οργάνωση Ισλαμικό Κράτος, η αστυνομία του Λονδίνου «δεν εντόπισε στοιχεία που να πιστοποιούν μια σύνδεση» του Χαλίντ Μασούντ, του προσήλυτου στο Ισλάμ Βρετανού, ο οποίος σκότωσε την περασμένη Τετάρτη τέσσερις ανθρώπους στο κέντρο του Λονδίνου, με το ISIS ή και με την Αλ Κάιντα – παρότι, όπως ανακοίνωσε η ίδια τη Δευτέρα, «είναι σαφές πως ο δράστης έδειχνε ενδιαφέρον για την τζιχάντ». Αντίθετα με τις θεωρίες που διατυπώθηκαν την επομένη της επίθεσης, επισημαίνει στη «Monde» ο γνωστός γάλλος ισλαμολόγος Ολιβιέ Ρουά, η ριζοσπαστικοποίηση δεν πηγάζει από την πολυπολιτισμικότητα ή από «σαλαφοποιημένες γειτονιές» αλλά από αποτυχημένους και απομονωμένους ανθρώπους -είναι «ο τζιχαντισμός των λούζερ».
Καθηγητής στο Ευρωπαϊκό Πανεπιστημιακό Ινστιτούτο της Φλωρεντίας, συγγραφέας πολυάριθμων βιβλίων (με πιο πρόσφατο το «Η τζιχάντ και ο θάνατος», που αναμένεται να κυκλοφορήσει σύντομα στα ελληνικά από τις εκδόσεις Πόλις), ο Ρουά έχει μελετήσει σε βάθος το φαινόμενο της ισλαμιστικής ριζοσπαστικοποίησης. Επί είκοσι χρόνια, μέχρι και τις πολύνεκρες επιθέσεις στο Παρίσι, τον Νοέμβριο του 2015, γράφει στη «Monde», το προφίλ των τρομοκρατών παρέμενε σχετικά σταθερό: οι περισσότεροι ήταν μετανάστες δεύτερης γενιάς που έγιναν θρήσκοι έπειτα από ένα παρελθόν κοσμικότητας, συχνά μάλιστα και εγκληματικότητας∙ ήταν μέλη μιας μικρής ομάδας φίλων και αδελφών με κάποιους προσήλυτους στο υπόβαθρο∙ καθεμία από αυτές τις ομάδες είχε άμεση σχέση με την παγκόσμια τζιχάντ (αρχικά με την Αλ Κάιντα, κατόπιν με το ISIS).
Από το Παρίσι και εξής, ωστόσο, οι επιθέσεις που διαπράττονται στην Ευρώπη ανταποκρίνονται σε ένα μοντέλο αρκετά διαφορετικό και οι δράστες τους είναι περισσότερο παράταιροι. Οι επιθέσεις αυτές (από την επίθεση στην εκκλησία του Σεντ-Ετιέν-ντι-Ρουβρέ και στη Νίκαια μέχρι τις επιθέσεις στη χριστουγεννιάτικη αγορά του Βερολίνου και το βρετανικό Κοινοβούλιο) φέρουν το σημάδι ενός μεγάλου ερασιτεχνισμού. Δεν υπάρχουν πλέον δομημένες ομάδες αλλά μάλλον ασταθή ή και περιθωριακά άτομα, σε σημείο που η αστυνομία δυσκολεύεται να τους συνδέσει με το ISIS, ακόμα και αν ταυτίζονται με την οργάνωση και αυτή αναλαμβάνει την ευθύνη.

Η πιο πρόσφατη περίπτωση δεν ξεχωρίζει παρά μόνο λόγω της ηλικίας του (52 χρόνων, κάτι πρωτοφανές): ο Χαλίντ Μασούντ είναι ένας αγγλο-τζαμαϊκανός μιγάς, που γεννήθηκε ως Αντριαν Ελμς και μεγάλωσε με το όνομα Αντριαν Ατζάο. Έκανε μια αλλοπρόσαλλη ζωή πριν καταλήξει στη φυλακή όπου προσηλυτίστηκε στο Ισλάμ. Λένε πως είχε μετακομίσει 14 φορές μέχρι να εγκατασταθεί – καθυστερημένα – στο Μπέρμιγχαμ. Οπως ισχύει και για τους προκατόχους του, λοιπόν, η ριζοσπαστικοποίησή του δεν είχε καμία σχέση με μία κοινωνικοποίηση σε μία σαλαφοποιημένη μουσουλμανική κοινότητα που εκμεταλλεύεται την αγγλική πολυπολιτισμικότητα. Τα γεγονότα είναι αδιαμφισβήτητα: ο Μασούντ είναι ένας προσήλυτος μιγάς.
Σε κάποια δεδομένη στιγμή αυτοί οι εξεγερμένοι εγγράφουν τη βία στο αφηγηματικό οικοδόμημα του ISIS, που διεκδικεί με χαρά την πατρότητα της επίθεσής τους, γιατί αυτό το κάνει να φαίνεται σαν παγκόσμια οργάνωση ικανή να ανάψει τη φωτιά της κόλασης ανά πάσα στιγμή.
Εδώ όμως, επισημαίνει ο Ολιβιέ Ρουά, υπάρχει ένα πρόβλημα. Διότι από το 1985 μέχρι σήμερα, υπάρχει μια σταθερά στις τζιχαντιστικές επιθέσεις, σχεδόν όλοι οι δράστες πεθαίνουν εθελοντικά. Ο θάνατος είναι μέρος του σχεδίου τους. Κανένας δεν έχει plan B ώστε να διαφύγει και να ξεκινήσει από την αρχή, κεφαλαιοποιώντας την αποκτηθείσα εμπειρία του. Το ISIS δεν έχει φυσικά τίποτα να χάσει από τον χαμό αυτών των λούζερ, ενώ είχε σαφώς περισσότερα να χάσει από εκείνον σκληραγωγημένων και πειθαρχημένων τρομοκρατών όπως η ομάδα που ευθύνεται για τις επιθέσεις στο Παρίσι και τις Βρυξέλλες.
Τώρα είναι που θέλει να χτυπήσει το ISIS διότι ο κλοιός γύρω του σφίγγει στη Συρία, αλλά ο αριθμός των «επαγγελματικών» δικτύων περιορίζεται. Δεν μπορεί κανείς να αποκλείσει το ενδεχόμενο να προετοιμάζεται κάποια μεγάλη επίθεση κρυμμένη πίσω από το παραπέτασμα καπνού ατομικών, «ερασιτεχνικών» επιθέσεων. Η ίδια η τεχνική της επίθεσης αυτοκτονίας, ωστόσο, ή μάλλον της αυτοκτονικής επίθεσης, τόσο στο Λονδίνο όσο και στη Μοσούλη, αποστραγγίζει τη δεξαμενή των εθελοντών. Δεν είναι τυχαίο που οι εθελοντές για την τζιχάντ είναι ολοένα και περισσότερο νέοι. Για το πέρασμα στη βίαιη πράξη, δεν απομένουν παρά μόνο οι λούζερ, οι χαμένοι, οι απομονωμένοι, οι ξεριζωμένοι και τα παιδάκια. Πόρρω απέχουμε από την οποιαδήποτε κοινοτική εξέγερση και τον οποιονδήποτε εμφύλιο πόλεμο, καταλήγει ο Ολιβιέ Ρουά: «Αν όμως κάποιοι διανοούμενοι των καλών συνοικιών πιστεύουν στον εμφύλιο πόλεμο, αυτό είναι ήδη για το ISIS μια μεγάλη παρηγοριά».
*
Σίσσυ Αλβνιστιώτου, «Εμείς αγαπάμε τον θάνατο, εσείς τη ζωή», «Η Καθημερινή»/ «Τέχνες και Γράμματα», 23.4.2017
«Οι τρομοκράτες θέλουν να μας φοβίσουν, μας θέλουν φοβισμένους να αλλάζουμε τη συμπεριφορά μας, να μη ζούμε την καθημερινότητά μας φυσιολογικά, αλλά εμείς ακριβώς αυτό θα κάνουμε. Οι τρομοκράτες δεν θα νικήσουν ποτέ τη Σουηδία. Ποτέ!», δήλωσε ο Σουηδός πρωθυπουργός μετά το τρομοκρατικό χτύπημα στη Στοκχόλμη.

Στον επίλογο του βιβλίου «Η τζιχάντ και ο θάνατος», ο Olivier Roy μας επισημαίνει ακριβώς αυτό το ζήτημα του φόβου: « Η δύναμη του Daesh (ISIS) είναι ότι εκμεταλλεύεται τους φόβους μας. Και αυτός ο φόβος είναι ο φόβος του Ισλάμ. Ο μόνος στρατηγικός αντίκτυπος των επιθέσεων είναι το ψυχολογικό τους αποτέλεσμα: δεν πλήττουν τη στρατιωτική ικανότητα των Δυτικών, δεν πλήττουν την οικονομία παρά ελάχιστα, δεν θέτουν σε κίνδυνο τους θεσμούς παρά μόνο στον βαθμό που εμείς οι ίδιοι τους θέτουμε υπό αμφισβήτηση, με την ατελείωτη συζήτηση περί σύγκρουσης μεταξύ ασφάλειας και κράτους δικαίου. Ο φόβος είναι ο φόβος της έκρηξης των ίδιων μας των κοινωνιών, είναι ο φόβος ενός εμφυλίου πολέμου που θα έφερνε αντιμέτωπους τους μουσουλμάνους και τους “άλλους” […] Η μόνη αδυναμία που φέρνει στο φως το Daesh (ISIS) είναι η αδυναμία που αποδίδουμε οι ίδιοι στον εαυτό μας».

Αυθαιρετώντας υπό το δημοσιογραφικό… καθήκον, θα μπορούσαμε να συνεχίσουμε την ανάλυση του Roy, διατυπώνοντας υπό μορφήν ερωτήματος και μια άλλη υπόθεση εργασίας: Μήπως, παραδόξως, έχουμε αναγάγει τον φόβο στο δικό μας, δυτικό συνεκτικό στοιχείο;

Μήπως ο φόβος του Ισλάμ έχει γίνει ο κοινός τόπος όπου αναγνωριζόμαστε ως Δυτικοί; Διότι όπως και στην περίπτωση του ρωσικού κυβερνοπολέμου και της ανάμειξης του Πούτιν στα εκλογικά αποτελέσματα των ΗΠΑ και της Ευρώπης, ακόμα και οι θεσμικές αντιδράσεις υπονοούν –ή εκφράζουν ευθέως– φόβο. Κι αυτός ο φόβος φαίνεται να εκπορεύεται αλλά και να συντηρείται από ένα παράδοξο μείγμα αδυναμίας και αφ’ υψηλού θέασης των υπολοίπων: θέλουν να μας πάρουν αυτό που είναι το καλύτερο «κομμάτι» του κόσμου, τη Δύση και τις αξίες μας.

Περάσαμε αιώνες συνεχούς επαναπροσδιορισμού για να κατακτήσουμε την ανεξιθρησκία, τον χωρισμό Εκκλησίας – κράτους (οι άλλοι Δυτικοί – όχι εμείς), την ελεύθερη έκφραση, την ισότητα των δύο φύλων, τη συνείδηση του κακού αποικιοκράτη, τον σεβασμό στα ανθρώπινα δικαιώματα, την ατομική ευθύνη. Φτιάξαμε Τη νεωτερικότητα. Δεν είναι όμως μόνο δική μας και δεν μπορεί να εξελίσσεται μόνον υπό τους όρους μας. Διότι, όπως επισημαίνει ο συγγραφέας, «υπάρχει κάτι το βαθιά νεωτεριστικό στην τρομοκρατική και τζιχαντιστική βία που εκτυλίσσεται εδώ και περίπου είκοσι χρόνια».

Ανιστόρητοι
Οι πρωταγωνιστές της πίνουν αλκοόλ, καπνίζουν, πηγαίνουν σε νάιτ κλαμπ και μπαρ, φλερτάρουν, ντύνονται όπως όλοι οι νέοι της εποχής τους με κουκούλες και t-sirts, τους αρέσει η ραπ, «αναρτούν βιντεάκια, τουιτάρουν, κάνουν chat, επικοινωνούν μέσω Skype, whatsApp, Facebook, δίνουν συνεντεύξεις, φλυαρούν πολύ, καλούν τους φίλους και τις μαμάδες τους. Κάνουν μεγαλόστομες διακηρύξεις πριν από τον θάνατό τους, αφήνουν διαθήκες σε βίντεο». Είναι Δυτικοί, προσήλυτοι ή δεύτερη γενιά μεταναστών. Σε αυτές τις δύο κατηγορίες, κυρίως, ανήκουν οι «μοναχικοί λύκοι» ή αυτοί που ταξιδεύουν στη Συρία προκειμένου να ενταχθούν στις δυνάμεις του Daesh (ISIS). Είναι όλοι τους παιδιά μιας κουλτούρας αποσυνδεδεμένης από τη θρησκεία, που, πιθανώς, δεν έδωσε τη δέουσα προσοχή στην ανάγκη των ανθρώπων για κάποιου είδους θρησκευτικότητα. Είναι νέοι που χρησιμοποιούν μια ανιστόρητη, δημιουργημένη ad hoc εκδοχή του Ισλάμ, η οποία καμιά σχέση δεν έχει με το τυπικό φονταμενταλιστικό κομμάτι του Ισλάμ, τον σαλαφισμό, αν και είναι αυτός που «κατηγορείται» από τους περισσότερους αναλυτές.

Οι τρομοκράτες-πρωταγωνιστές του τζιχαντισμού έχουν παραβεί κάθε κανόνα που θα συνιστούσε την επισήμως διατυπωμένη από το Κοράνι εντολή και αιτιολόγηση για τζιχάντ, με όποια ερμηνεία κι αν τη διαβάσει κανείς. Αυτοκτονούν. Κόντρα, δηλαδή, σε κάθε είδους ερμηνευτική απόπειρα του Ισλάμ, διαπράττουν το μέγιστο αμάρτημα, αφού παρεμβαίνουν στη βούληση του θεού. Είναι ριζοσπαστικοποιημένοι νέοι που αμφισβητούν την προηγούμενη γενιά και τον ήσυχο τρόπο που αυτή εντάχθηκε στις δυτικές κοινωνίες. Κατά τον Roy, μιλάμε λοιπόν για μια «ισλαμοποίηση του ριζοσπαστισμού» και όχι για ένα ριζοσπαστικοποιημένο Ισλάμ για το οποίο είναι πεπεισμένοι οι περισσότεροι.

Δημιουργείται έτσι το ερώτημα «γιατί το Ισλάμ», χωρίς, όμως, την επιθυμία αποενοχοποίησής του από την πλευρά μιας –πνέουσας τα λοίσθια– πολιτικής ορθότητας: «Οπως λέει και ο David Vallat στα απομνημονεύματά του, “θα μπορούσαμε να έχουμε γίνει μέλη της Action Directe ή της Φράξιας Κόκκινος Στρατός”. Και δεν θα τον διαψεύσει ο επιζήσας της Action Directe, ο Ζαν-Μαρκ Ρουγιάν, ο οποίος εκφράζει τον θαυμασμό του για το θάρρος των δολοφόνων του Bataclan. Ούτε ο Κάρλος, αρχιτέκτονας μιας σειράς φιλοπαλαιστινιακών επιθέσεων της δεκαετίας του 1970 και του 1980, και μεταστραφείς στο Ισλάμ μέσα στη φυλακή, από όπου έπλεξε το εγκώμιο του Μπιν Λάντεν […] Από την κινεζική Πολιτιστική Επανάσταση μέχρι τους Ερυθρούς Χμερ και το Daesh (ISIS), οι εξεγέρσεις των νέων ενάντια στους γονείς τους χαρακτηρίζονται από την επιθυμία να διαγράψουν το παρελθόν, να σβήσουν τη μνήμη, να γίνουν οι κύριοι της αλήθειας σε σχέση με τους γονείς. Περισσότερο από συνέχιση της παράδοσης, περισσότερο από μεταβίβαση της εξέγερσης, είναι το κενό μνήμης, η σιωπή ή η δειλία των γονέων τα στοιχεία που κάνουν τους νεαρούς ριζοσπαστικοποιημένους να εξεγείρονται […]. Οι δύο μορφές αμφισβήτησης (Ακρα Αριστερά και ριζοσπαστικός ισλαμισμός) έχουν κοινή δομή. Είναι εξεγέρσεις μιας γενιάς ενάντια στη μεγαλύτερη: από την Πολιτιστική Επανάσταση ώς την ομάδα Μπάαντερ – Μάινχοφ και το Daesh (ISIS), κατηγορούν τους γονείς πως “πρόδωσαν” (την Επανάσταση, τη Δημοκρατία, το Ισλάμ) και δεν τους μεταβίβασαν την αλήθεια. Πρόκειται για μια καθολική εξέγερση εναντίον της παγκόσμιας τάξης πραγμάτων και όχι για ένα κίνημα εθνικής απελευθέρωσης. Αυτό το οικουμενικό ιδεώδες ήταν αρχικά Η Επανάσταση… τώρα είναι Η Τζιχάντ. Η εξέγερση αυτή πραγματοποιείται στο όνομα μιας παγκόσμιας και εικονικής κοινότητας καταπιεσμένων: του διεθνούς προλεταριάτου ή της μουσουλμανικής ούμμα κι ας είναι κάτι παραπάνω από ισχνή η σχέση ανάμεσα στους μαχητές και την εν λόγω κοινότητα. Πάνω απ’ όλα όμως η δυτική Ακρα Αριστερά βούλιαξε μέσα στον τρομοκρατικό σεκταρισμό και έπαψε να είναι φορέας ενός οικουμενικού σχεδίου. Πέθανε επειδή δεν κατάφερε να βρει το διεθνές προλεταριάτο όπως θα πεθάνει και το Daesh (ISIS) επειδή δεν καταφέρνει να βρει την παγκόσμια ούμμα, παρά μόνον τις άκρες μιας φαντασίωσης».

Ποιος είναι ο Olivier Roy
Ο Olivier Roy, Γάλλος, αριστεριστής 19 ετών το 1969, μαθαίνει περσικά, ταξιδεύει στο Αφγανιστάν, μένει τρεις μήνες πηγαίνοντας από χωριό σε χωριό και ξεκινά τη σχέση του με το Ισλάμ και τη Μέση Ανατολή η οποία διαρκεί έως σήμερα. Είναι καθηγητής του Ευρωπαϊκού Πανεπιστημιακού Ινστιτούτου στη Φλωρεντία, Senior Researcher στο γαλλικό Εθνικό Κέντρο Επιστημονικών Ερευνών (CNRS), καθηγητής στη Σχολή Κοινωνικών Επιστημών (Ecole des Hautes Etudes en Sciences Sociales). Θεωρείται από τους εγκυρότερους, παγκοσμίως, μελετητές του πολιτικού Ισλάμ. Στα ελληνικά κυκλοφορούν τα βιβλία του «Το παγκοσμιοποιημένο Ισλάμ» από τις εκδόσεις Scripta και «Οι αυταπάτες της 11ης Σεπτεμβρίου» από τις εκδόσεις της Εστίας. Στο βιβλίο «Η Τζιχάντ και ο θάνατος» περιλαμβάνονται εξαιρετικά κεφάλαια όπως το φαντασιακό των τζιχαντιστών, ο θάνατος και ο χιλιαστικός μηδενισμός, η εσχατολογική ρητορική καθώς και ιδιαίτερα ενδιαφέρουσες απόψεις/απαντήσεις στο κρίσιμο ερώτημα «ποια είναι η θέση του Ισλάμ στη ριζοσπαστικοποίηση;».

Λέξεις – κλειδιά
David Vallat: Μετανοημένος τζιχαντιστής, Γάλλος προσήλυτος ο οποίος πολέμησε το 1993 στη Βοσνία.
Μουσουλμανική Ούμμα: Ορος που υπάρχει μέσα στο Κοράνι για να δηλώσει τον λαό του Θεού και την κοινότητα των απανταχού μουσουλμάνων. Σύμφωνα με τον κοινωνικό ανθρωπολόγο Talal Asad, η umma υφίσταται ως κάτι αιώνιο ιδρυμένο έπειτα από θεϊκή εντολή, δηλαδή ως ένα υπερ-ιστορικό κοινωνικό υποκείμενο που δεν υπόκειται σε φθορά.
Γιατί Daesh και όχι ISIS; Οι Γάλλοι προτιμούν την ονομασία Daesh ή Daech που είναι το αραβικό ακρωνύμιο της οργάνωσης Ισλαμικό Κράτος (al Dawla al –Islamiya fi al-Iraq wa al-Sham – Ισλαμικό Κράτος του Ιράκ και της Μεγάλης Συρίας) επειδή ανάλογα με το πώς είναι συζευγμένο στα αραβικά μπορεί να σημαίνει από το «συνθλίβω κάποιον», «αυτός που σπέρνει τη διχόνοια» ή… «για κλωτσιές» οπότε παίρνει μια μειωτική χροιά.
«Εμείς αγαπάμε τον θάνατο, εσείς αγαπάτε τη ζωή»: φράση που αποδίδεται στον Μπιν Λάντεν.

Advertisements
This entry was posted in βιβλία/ανάγνωση. Bookmark the permalink.

One Response to [βιβλίο] Olivier Roy, Η τζιχάντ και ο θάνατος

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s