[βιβλίο] Susan Sontag, η γοητεία του φασισμού

[Δύο δοκίμια. Μετάφραση: Γεράσιμος Λυκιαρδόπουλος, εκδόσεις Ύψιλον, 2010]

Τα δύο δοκίμια της Σούζαν Σόντακ που παρουσιάζουμε, ανήκουν στην ίδια θεματική περιοχή «τέχνη και φασισμός», το καθένα τους όμως με διαφορετικό τρόπο και από διαφορετική γωνία σκόπευσης. Έτσι, ενώ το δοκίμιο για το σπουδαίο και περιθωριοποιημένο κινηματογραφικό έργο του Γιούργκεν Ζύμπερμπεργκ υποβάλλει κάποιες πτυχές του προβλήματος της γερμανικής ενοχής όπως αυτό αντανακλάται στη συνείδηση ενός Γερμανού δημιουργού θρεμμένου με την ειρωνεία του Τόμας Μαν και του μπρεχτικά ανεστραμμένου Ριχάρδου Βάγκνερ, στο δοκίμιό της για τη Λένι Ρίφενσταλ, ξεκινώντας από ένα φωτογραφικό άλμπουμ που αναστιλβώνει την αμφίσημη γοητεία της εμβληματικής αυτής μορφής του γερμανικού κινηματογράφου της χιτλερικής περιόδου, αποδομεί όχι τόσο τη φασιστική ιδέα του κάλλους καθ’ εαυτήν όσο τον υστερογενή, μεταθανάτιο μύθο αυτού του κάλλους. Ό,τι στο πρώτο μέρος του δοκιμίου περιγράφεται ως η σαγήνη, η γοητεία του φασισμού, στο δεύτερο επισημαίνεται στην έκπτωσή του σε σκέτο κιτς. […] (Από την έκδοση)

Δύο κρίσεις του βιβλίου

1.Από τον ©Φώτη Τερζάκη στην Ελευθεροτυπία
Το 2004 τυχαίνει όμως να είναι και η χρονιά που πέθανε η Susan Sondag. Κατά ευτυχή σύμπτωση, την ίδια τούτη περίοδο κυκλοφόρησαν, και από τον ίδιο εκδοτικό οίκο, δύο μικροί τόμοι με δοκίμιά της που επέλεξε και μετέφρασε ο Γεράσιμος Λυκιαρδόπουλος. Δεν είναι η πρώτη φορά που μεταφράζεται Susan Sondag στα ελληνικά· μας δίνουν ωστόσο ακόμη μια ευκαιρία να θαυμάσουμε το δαιμόνιο πνεύμα αυτής της ανήσυχης διανοούμενης που μοίρασε τη ζωή της ανάμεσα στην ακαδημαϊκή διδασκαλία, την κριτική δοκιμιογραφία και τον πολιτικό ακτιβισμό. Αθεη Εβραία της Νέας Υόρκης, εντυπωσιάζει ακόμα με τον ιδιάζοντα τρόπο της να διασταυρώνει τη βαθιά αισθητική οξυδέρκεια μ’ ένα αταλάντευτο ηθικοπολιτικό κριτήριο, την ιδιοσυγκρασιακή της ικανότητα να δίνει ένα ηθικό βάθος σ’ εκείνο που πιο πολύ αντιστέκεται στην ηθική αξιολόγηση: το καλλιτεχνικό γεγονός και τις αισθητικές στάσεις.

Η γοητεία του φασισμού απαρτίζεται από δύο δοκίμια πάνω σε δύο πολύ διαφορετικές περιπτώσεις γερμανών σκηνοθετών, της Λένι Ρίφενσταλ και του Χανς-Γιούργκεν Ζύμπερμπεργκ. Η Λένι Ρίφενσταλ, πασίγνωστη σήμερα κυρίως ως cult personna, θέτει ένα ακραίο δίλημμα στην αισθητική κρίση, όπου η αντιμαχία μορφής-περιεχομένου δύσκολα θα μπορούσε να λάβει οξύτερες διαστάσεις: κανένας δεν της συγχώρησε ότι υπήρξε ευνοουμένη του Χίτλερ κι επίσημη κινηματογραφίστρια του Εθνικοσοσιαλιστικού Κόμματος, ενώ όλοι νιώθουν αμήχανοι απέναντι στα υφολογικά της επιτεύγματα που κατόρθωσαν να αποσπάσουν τη μέγιστη δύναμη υποβολής από το μέσον του κινηματογράφου. Στα μάτια πολλών εξιλεώθηκε όχι τόσο από τη σχεδόν αναγκαστική «αποκήρυξή» της όσο από το ύστερο έργο της με τις ποιητικές εικόνες πρωτόγονης ομορφιάς που διέσωσε, είτε είναι οι Νειλωτικές φυλές του Σουδάν είτε οι κοραλλιογενείς βυθοί της Ερυθράς Θάλασσας. Αναμενόμενα σχεδόν, η κρίση της Susan Sondag πέφτει ανελέητη σαν πέλεκυς: δίνοντας πολλά άγνωστα στοιχεία και πραγματολογικές λεπτομέρειες, επιμένει στη συστηματική ψευδολογία της Ρίφενσταλ και προσπαθεί να δείξει πώς η παραμικρή πτυχή του έργου της, και όχι μόνο η θεματογραφία ενός μέρους του, ενσαρκώνει την εθνικοσοσιαλιστική ιδεολογία. Ακόμα και η εντυπωσιακή κινηματογράφηση των Νούμπα ή των Νούερ -που τα ηρωικά σώματά τους υπό μεγεθυντικές οπτικές γωνίες εικονίζονται όπως τα σώματα των αθλητών-υπερανθρώπων του Γ’ Ράιχ- είναι σαγηνευμένη από τον μύθο, ένα ψευδαισθητικό illo tempore που στρέφει πεισματικά τα νώτα στην Ιστορία. Στο τελευταίο μέρος τού ίδιου δοκιμίου η Sondag εξετάζει την αναβίωση μιας φασιστικής αισθητικής σε όψεις της μόδας ως δείκτη του λανθάνοντος σαδομαζοχιστικού χαρακτήρα της σύγχρονης (μεταμοντέρνας λεγόμενης) κουλτούρας.

Πολύ διαφορετική είναι η κρίση της για τον Χ.Γ. Ζύμπερμπεργκ. Εμμένοντας πολύ περισσότερο εδώ στο αισθητικό επίπεδο ανάλυσης, σημειολογώντας με αξιοθαύμαστη λεπτομερειακότητα και υπομονή την πληθωρική γραφή της μοντερνιστικής του φαντασμαγορίας «Χίτλερ -ένα φιλμ από τη Γερμανία» (1977), θα δείξει ότι από τους δύο δασκάλους που επικαλείται ο Ζύμπερμπεργκ -τον Μπρεχτ και τον Βάγκνερ- είναι απείρως περισσότερο βαγκνερικός, ένας καθυστερημένος ρομαντικός που νιώθει ότι ο ναζισμός ήταν η γκροτέσκα πραγματοποίηση (και προδοσία) του γερμανικού Ρομαντισμού· και παρ’ ότι δεν διστάζει να χαρακτηρίσει το φιλμ αριστούργημα σε μια εποχή κινηματογραφικής ασημαντότητας, αντιμετωπίζει με κάποιον σκεπτικισμό την (επίσης ρομαντική) αλαζονεία του δημιουργού που πιστεύει πως με τα σύμβολα της καλλιτεχνικής του αρκάνα μπορεί να εξορκίσει αποτελεσματικά την κληρονομιά του Χίτλερ.

Δύο κείμενα απαρτίζουν και τον δεύτερο τόμο με τίτλο Το πνεύμα ως πάθος. Το δοκίμιο για τον Ελία Κανέττι είναι μια έντιμη και όπως πάντα διεισδυτική ανάλυση που πάνω απ’ όλα ζωντανεύει στα μάτια μας τον κόσμο των κεντροευρωπαίων διανοουμένων, γερμανόφωνο και κοσμοπολιτικό, που χάθηκε για πάντα μέσα στον τελευταίο πόλεμο. Το αριστούργημα όμως του τόμου είναι το δοκίμιο για τον Αντονέν Αρτώ. Γραμμένο με τη συγκίνηση που ταιριάζει στην περίπτωση, είναι ένα από τα περιεκτικότερα κείμενα που έχουν γραφτεί για τον πυρετώδη σαλό του θεάτρου που επαγγέλθηκε το απραγματοποίητο κι έγινε ο ίδιος φλεγόμενος οδοδείκτης των συνόρων ανάμεσα στην τέχνη και την τρέλα. Ξαφνιάζει συχνά με απροσδόκητες αλλά καίριες παρατηρήσεις όπως, ας πούμε, ότι ο Αρτώ είναι, σε αντίθεση με τους σουρεαλιστές, κατά βάσιν ένας ηθικολόγος: «Ομοια με τον Ρουσσώ, ο Αρτώ εξεγείρεται κατά της ηθικής ευτέλειας του μεγαλύτερου μέρους της τέχνης. Ομοια με τον Πλάτωνα, ο Αρτώ αισθάνεται πως η τέχνη γενικά ψεύδεται» (σελ. 33). «Οπως και ο Νίτσε», παρατηρεί αλλού, «ο Αρτώ αντιλαμβάνεται τον εαυτό του ως θεραπευτή της κουλτούρας -καθώς και του βαρύτερα πάσχοντος αρρώστου της» (σελ. 42). «Ο Αρτώ προσκομίζει τη μεγαλύτερη ποσότητα οδύνης στην ιστορία της λογοτεχνίας» (σελ. 64)· και τελικά, «Ο Αρτώ είναι κάποιος που έκανε ένα ταξίδι πνευματικής αναζήτησης για λογαριασμό μας -είναι ένας σαμάνος» (σελ. 70). *

2. Από τον ©Δημοσθένη Κούρτοβικ«Τα Νέα»/ «Βιβλιοδρόμιο», 27.11.2010
Δύο δοκίμια της Σούζαν Σόνταγκ που, αν και γράφτηκαν τη δεκαετία του 1970, είναι πολύ πιο επίκαιρα σήμερα. Γιατί άραγε ο φασισμός, δεκαετίες μετά τη συντριβή των καθεστώτων του και την αποκάλυψη των εγκλημάτων τους, εξασκεί γοητεία σε τόσους νέους ανθρώπους;

Ας το ομολογήσουμε, με όλη τη δέουσα ανησυχία: ο φασισμός είναι σέξι. ΄Οσο το πολιτικό μήνυμά του μεταμφιέζεται σε άλλα, πιο «λάιτ» ιδεολογικά σχήματα και τα ιστορικά εγκλήματά του ξεθωριάζουν στη συλλογική μνήμη τόσο τα διακοσμητικά στοιχεία του γίνονται ερωτικά φετίχ και η σκοτεινή αισθητική του εξασκεί έλξη σε πλήθος ανθρώπων, πολύ λίγοι από τους οποίους είναι πραγματικοί φασίστες.

Είναι παράδοξο ότι η ναζιστική Γερμανία, ένα καθεστώς καταπιεστικό (και) σεξουαλικά, έχει πλημμυρίσει σήμερα τον κόσμο με σεξουαλικά εμβλήματα, δημοφιλέστατα ιδίως στις σαδομαζοχιστικές κοινότητες, από τις στρατιωτικές στολές, τους σιδηρόσταυρους και τα περιβραχιόνια με τη σβάστικα ώς την υπερκόσμια ομορφιά των αγγέλων του θανάτου, των SS, που γίνεται σε ταινίες και κόμικς έκφραση ενός αμφιθυμικού ερωτισμού.

Γιατί συμβαίνει αυτό; Η Σούζαν Σόνταγκ, στο πρώτο (και εκπληκτικό) από τα δύο δοκίμιά της για τη γοητεία του φασισμού, παρατηρεί ότι για όσους γεννήθηκαν μετά τις αρχές της δεκαετίας του 1940 και μεγάλωσαν σφυροκοπημένοι από μια αδιάκοπη ρητορεία υπέρ ή κατά του κομμουνισμού, ο φασισμός αντιπροσωπεύει το εξωτερικό, το άγνωστο· έτσι, υπάρχει ανάμεσα στους νέους (το δοκίμιο γράφτηκε το 1975, αλλά όσα λέει ισχύουν ακόμα περισσότερο σήμερα) μια γενική έλξη προς το ανόσιο, το δαιμονικό, του οποίου κατ΄ εξοχήν ιστορική μορφή είναι ο ναζισμός. Η Σόνταγκ κάνει όμως και μια άλλη, συναφή παρατήρηση. Ενώ, λέει, τα αριστερά κινήματα τείνουν προς ένα ενιαίο φύλο και μια άφυλη εικονοποιία, τα δεξιά κινήματα και, ως ακραία εκδοχή τους, ο ναζισμός διεγείρουν τη σεξουαλική επιθυμία, όχι λόγω της στάσης τους απέναντι στη σεξουαλικότητα (στάσης που είναι πουριτανική) αλλά λόγω της συνάντησης της πολιτικής ιδεολογίας τους με τη φύση και τα όρια της σεξουαλικής φαντασίας: από τη μια η «θηλυκή», πρόθυμα υποταγμένη, εκστατική μάζα, από την άλλη το απόλυτο, κυρίαρχο αρσενικό, ο Ηγέτης, ο Φύρερ, ο Ντούτσε.

Η επίσημη τέχνη των κομμουνιστικών χωρών επιδίωκε ν΄ αναπτύξει μια ουτοπική ηθική. Αντίθετα, η επίσημη τέχνη του εθνικοσοσιαλισμού πρόβαλλε μια ουτοπική αισθητική: την αισθητική της σωματικής τελειότητας. Τα νιάτα, η αλκή, το σωματικό κάλλος έγιναν το μόνιμο και υποχρεωτικό μοτίβο αυτής της τέχνης. Τα ναζιστικά γυμνά έχουν κάτι το πορνογραφικό: αν και δεν αποσκοπούν στη σεξουαλική διέγερση, η εξωπραγματική τελειότητα των σωμάτων που απεικονίζουν είναι ίδια με αυτή που βλέπουμε σήμερα στις φωτογραφίες των ημιπορνογραφικών περιοδικών, αλλά και στις διαφημίσεις.

Την εποχή που γράφτηκε το δοκίμιο της Σόνταγκ, παρακολούθησα σε μια έκτακτη προβολή στη Γερμανία, όπου έκανα μεταπτυχιακές σπουδές, την ταινία της Λένι Ρίφενσταλ «Ο θρίαμβος της θέλησης» , της οποίας κάνει μνεία το δοκίμιο. Όπως είναι γνωστό, η ταινία αυτή είναι ένα ντοκιμαντέρ, πολύ επιδέξια σκηνοθετημένο (ουσιαστικά κατασκευή της πραγματικότητας), με θέμα το συνέδριο του εθνικοσοσιαλιστικού κόμματος στη Νυρεμβέργη το 1934. Δεν θα ξεχάσω ποτέ την αναστάτωση της αριστερής συνείδησής μου μόλις τελείωσε η προβολή. Η απίστευτη χορογραφία των κινήσεων της μάζας, η αρμονική ροή των στρατιωτικών σχηματισμών που παρέλαυναν, οι μεθυστικές καταδύσεις και αναδύσεις της κάμερας στην απεικόνιση της επαφής του Φύρερ-θεού με τα πλήθη των διονυσιασμένων πιστών του, όλα αυτά μού προκάλεσαν κάτι που ελάχιστα απείχε από ερωτική έξαψη και για το οποίο ντρεπόμουν. Και, όπως διαπίστωσα, με παρόμοιο τρόπο είχαν ανταποκριθεί οι περισσότεροι συμφοιτητές και ομοϊδεάτες μου μέσα στην αίθουσα.

Ναι, ο φασισμός είναι σέξι, δυστυχώς. Και γίνεται ακόμα πιο σέξι στην εποχή μας, στην οποία, όπως σημειώνει προσφυέστατα η Σόνταγκ, το σεξουαλικό μυστικό της κουλτούρας μας δεν είναι το ερωτικό ξεφάντωμα αλλά- ο σαδομαζοχισμός. Η κοινωνία της αφθονίας ανακήρυξε κάθε τμήμα της ανθρώπινης ζωής σε ζήτημα επιλογής. Το σεξ έπαψε και αυτό να είναι μια φυσική δραστηριότητα κι έγινε «προτίμηση», «επιλογή». Αυτή όμως η ελευθερία στην επιλογή σεξουαλικής ταυτότητας κατάντησε καταπιεστική, ο ατομικισμός της (όπως και κάθε ατομικισμός) έφτασε στο σημείο να γίνει αφόρητος. Η μανία για τα ναζιστικά εμβλήματα και τις σαδομαζοχιστικές συνδηλώσεις τους είναι, λέει η Σόνταγκ, μια αντίδραση σ΄ αυτή την καταπιεστική ελευθερία, μια πρόβα του έργου της υποδούλωσης, που μπορεί να μη σημαίνει τον ενστερνισμό φασιστικών θεωριών, φανερώνει όμως μια νοσταλγία για τη διάλυση της ατομικότητας, που υπόσχονταν εκείνες.

Γενικά, το ανησυχητικό είναι ότι ο φασισμός σοφιλιάζει στη θηριώδη κοσμοθεωρία του ιδεώδη κι επιθυμίες με ανθεκτικότερη φύση, που βρίσκουν σήμερα έκφραση κάτω από άλλες σημαίες: το ιδεώδες της ζωής ως τέχνης, την αποθέωση της σωματικής ομορφιάς και της νεότητας, την απόρριψη της διανόησης, την άρση της αποξένωσης και της υπαρξιακής ανασφάλειας μέσα σε εκστατικά αισθήματα κοινότητας (μέσα στη «δημοκρατία της συγκίνησης», για την οποία έκανε λόγο ο Ανδρέας Πανταζόπουλος πριν από μερικά χρόνια). Και πολύ σωστά παρατηρεί η Σόνταγκ ότι η εξύμνηση της κοινότητας όχι μόνο δεν αποκλείει αλλά μπορεί να οδηγεί νομοτελειακά στην αναζήτηση της απολυταρχικής ηγεσίας, υπενθυμίζοντας τους τόσους και τόσους αντιεξουσιαστές νέους της δεκαετίας του 1960 που κατέληξαν να προσκυνούν διάφορους γκουρού και να δέχονται τη γελοιωδέστατη δεσποτική πειθαρχία που τους επέβαλλαν αυτοί. Με άλλα λόγια, το πρόβλημα είναι ο Χίτλερ μετά τον Χίτλερ, αλλά και πριν από τον Χίτλερ. Αυτό είναι το θέμα της μνημειώδους ταινίαςΧίτλερ, μια ταινία από τη Γερμανία, που γύρισε ο Χανς Γιούργκεν Ζύμπερμπεργκ το 1978 και με την οποία ασχολείται το δεύτερο δοκίμιο της Σόνταγκ. Η Αμερικανίδα συγγραφέας αναλύει με ευρωπαϊκή φινέτσα την τεχνική αυτού του φιλμ και την όλη ποιητική του σκηνοθέτη του. Δεν χρειάζεται να μπούμε εδώ σε λεπτομέρειες. Θα κρατήσουμε το πιο βασικό: ο Χίτλερ είναι για τον Ζύμπερμπεργκ μια πρωτεϊκή αρχή του κακού, που διαποτίζει το παρόν και ανασηματοδοτεί το παρελθόν. Ο Ζύμπερμπεργκ χαράζει γενεαλογικές γραμμές που οδηγούν από τον ρομαντισμό στον Χίτλερ, από τον Βάγκνερ στον Χίτλερ, από τον Καλιγκάρι στον Χίτλερ, από το κιτς στον Χίτλερ, αλλά και από τον Χίτλερ στην πορνογραφία, από τον Χίτλερ στον άψυχο καταναλωτή της τότε Ομοσπονδιακής Γερμανίας, από τον Χίτλερ στους ωμούς καταναγκασμούς του καθεστώτος της Γερμανικής Λαϊκής Δημοκρατίας. Ο Χίτλερ είναι η κορύφωση και μαζί η προδοσία του γερμανικού ρομαντισμού, η λογική συνέπεια και μαζί η ανατροπή των αρχών της νεωτερικότητας .

Μπορεί κανείς ν΄ αμφισβητήσει αυτές τις γενεαλογίες, και αυτό κάνει πράγματι η Σόνταγκ, ήπια και διακριτικά, σημειώνοντας ότι κινούνται μεταξύ αλήθειας και υπερβολής. Αλλά η ουσία είναι μία και τη διακρίνουμε σήμερα καθαρότερα απ΄ ό, τι την εποχή που γράφτηκαν τα δύο δοκίμια: ο Χίτλερ δεν τελείωσε με τον Χίτλερ. Με το φαινόμενο του φασισμού και του ναζισμού θα έχουμε λόγους να προβληματιζόμαστε για πολύ καιρό ακόμα. ΄Ισως ολοένα πιο επιτακτικά.

Advertisements
This entry was posted in βιβλία/ανάγνωση. Bookmark the permalink.

One Response to [βιβλίο] Susan Sontag, η γοητεία του φασισμού

  1. Ο/Η κομμουνόπανο λέει:

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s