[βιβλίο-ανάγνωση] Η προσπάθεια δικαιολόγησης Παλαιοχριστιανικών πλαστογραφιών

[Karlheinz Deschner, Η εγκληματική ιστορία του χριστιανισμού – Τόμος: Αρχαία Χριστιανική Εκκλησία, εκδόσεις Κάκτος]

Πάπυρος με υποτιθέμενο(τρέχα-γύρευε) απόσπασμα της συζύγου του Ιησού. Εμφανίστηκε το Σεπτέμβριο 2012, στο Διεθνές Συνέδριο Κοπτικών Μελετών στη Ρώμη…

Πως η Απολογητική προσπαθεί να δικαιολογήσει τις Παλαιοχριστιανικές πλαστογραφίες

Απόσπασμα (σ.σ 250-256  )

Η Εκκλησία έκανε τα πάντα, για να παρουσιάσει ως ασήμαντη την παλαιοχριστιανική ζούγκλα πλαστογραφιών, να την εξωραΐσει και να την αποδυναμώσει. Η βιβλιογραφία της βρίθει από δικαιολογίες, ύποπτες εξηγήσεις, ψέματα.

Μέχρι πρόσφατα ισχυρίζονταν συχνά ότι η συνείδηση της πνευματικής ιδιοκτησίας στον ιουδαιοελληνιστικό χώρο ήταν «υποανάπτυκτη σε σύγκριση με τον ελληνορωμαϊκό κόσμο» (Hengel). Στην πραγματικότητα συνέβαινε το αντίθετο, αφού προφανώς η έννοια της λογοτεχνικής ιδιοκτησίας στην όψιμη ελληνιστική περίοδο «έγινε κάπως αυστηρότερη» (Speyer) στους Ιουδαίους και χριστιανους.

Μέχρι πρόσφατα ήταν σχεδόν μόδα για τους θεολόγους να παρουσιάζουν την πλαστογραφία ως σχεδόν συνηθισμένη πρακτική της αρχαιότητας, ως κάτι σχεδόν καθημερινό, κι έτσι ως ηθικά αβλαβές. Συνεχώς χαρακτήριζαν ιδιαίτερα την τόσο διαδεδομένη πρώιμη χριστιανική ψευδεπιγραφία ως τομέα ενός λογοτεχνικού είδους που ήταν αυτονόητο στην αρχαιότητα, που δεν ήταν άσεμνο αλλά τελείως κατανοητό από …ψυχολογικής άποψης. Οι υπερασπιστές της Εκκλησίας δεν παύουν να τονίζουν ότι η ψευδωνυμία κατά τους πρώτους χριστιανικούς αιώνες δεν ήταν μόνο λογοτεχνική φόρμα, αλλά ότι και οι αναγνώστες την αντιλαμβάνονταν ως τέτοια.

Δεν μπορούσαν προ πάντων να διανοηθούν ότι «θεία» κείμενα παρήχθησαν με απάτη, βιβλία τα οποία αξιώνουν δέσμευση κανόνα, χαρακτήρα θείας επιφοίτησης! Για να σώσει έτσι τουλάχιστον την Καινή Διαθήκη, ο Αύγουστος Μπλούνταου, επίσκοπος του Έρμλαντ, στο βιβλίο του «Schriftfalschungen der Haretiker (Πλαστογραφίες κειμένων από αιρετικούς)» υπερασπίζεται ακόμη και τους «αιρετικούς»· και τούτο, παρότι εκείνοι είχαν ήδη κατηγορήσει γι’ αυτό το λόγο πολλές φορές τους Πατέρες της Εκκλησίας. Αλλά, αν ο επίσκοπος εξαιρέσει το Μαρκίωνα, «οι σκόπιμες πλαστογραφίες για τις οποίες κατηγορούν τους αιρετικούς αποδεικνύονται μικροπράγματα»· «οι πιθανές πλαστογραφίες» δεν μπορούν «να κλονίσουν στο ελάχιστο την εμπιστοσύνη μας στην παράδοση του βιβλικού κειμένου».

Όταν, ωστόσο, αποδεικνυόταν μια ψευδής συγγραφική πατρότητα, τότε δικαιολογούσαν το ψεύτικο όνομα του συγγραφέα, εξηγώντας ότι αυτό που σήμερα θεωρείται ως απάτη, ήταν στην αρχαία γραμματεία αναγνωρισμένη συνήθεια των λογοτεχνών, ένα διαδεδομένο βοηθητικό μέσο. Μπορούσαν να κάνουν τέτοιες επινοήσεις καλή τη πίστη, δεν καταλόγιζαν σε συγγραφείς αυτού του είδους ανέντιμες προθέσεις, δεν έβλεπαν τίποτα το ανήθικο σε αυτό, αλλά το αντιλαμβάνονταν μάλλον ως επιτρεπτή καλλιτεχνική επέμβαση.

Αλλά μπορούσαν πραγματικά να πλαστογραφούν καλή τη πίστη, τη στιγμή που όχι μόνο γίνονταν πλαστογραφίες, αλλά μέμφονταν και αναθεμάτιζαν τόσο συχνά τα πλαστά κείμενα; Αφού «αιρετικοί» και «ορθόδοξοι» αλληλοκατηγορούνταν διαρκώς για απατεωνιές —η καλύτερη απόδειξη ότι αυτές απαγορεύονταν και από τη χριστιανική πλευρά και ιδιαίτερα από αυτήν, τουλάχιστον προς τα έξω, και παρ» όλα αυτά βρίσκονταν σε έξαρση σε όλα τα στρατόπεδα. Αφού οι χριστιανοί πολεμούσαν με πλαστογραφίες και τους ειδωλολάτρες και τους Ιουδαίους, για να εξουδετερώσουν τις ενστάσεις τους και να προπαγανδίσουν τη δική τους πίστη. Και ασκούσαν κριτική και στην ιουδαϊκή λογοτεχνία όσον αφορά τη γνησιότητα της. Οι κατηγορίες πλαστογραφίας που εγείρονταν συνεχώς αποδεικνύουν, ακριβώς όπως και η συχνά εφαρμοζόμενη κριτική της γνησιότητας, ότι
η συνείδηση των ανθρώπων εκείνης της εποχής ήταν εντελώς οξυμένη στο ζήτημα της πλαστογραφίας, της λογοκλοπίας, της ψευδεπιγραφίας. Ακόμη και η πλαστογράφοι, πιστεύει ο Norbert Brox, είχαν συνείδηση του ανεπίτρεπτου της πράξης τους, εφόσον ενοχοποιούσαν τις αρχικές πλαστογραφίες με δικές τους αντίθετες.

Είναι επομένως απολύτως κατανοητό ότι πολύ έξυπνα αποφεύγουν την απόδειξη του ισχυρισμού ότι η πλαστογραφία στην αρχαιότητα ήταν αναγνωρισμένη λογοτεχνική συνήθεια, μια καλλιτεχνική επέμβαση η οποία αντιμετωπιζόταν με ανοχή, αφού το αργότερο τον πρώιμο 19ο αιώνα υποψιάστηκαν αρκετά καθαρά την κατάσταση των πραγμάτων. Διότι στην πραγματικότητα το φαινόμενο της ψευδωνυμίας, όσο συχνά κι αν παρουσιαζόταν, ήταν το ασυνήθιστο, ποτέ το συνηθισμένο, πάντα η εξαίρεση, ποτέ ο κανόνας, ακόμη και στην «ιερή» λογοτεχνία, αν εξαιρέσουμε τις πλαστογραφίες των αποκαλυπτικών. Και εάν στην υπόλοιπη θρησκευτική γραμματεία δεν υπερίσχυε η ψευδωνυμία, αυτό δεν γινόταν, όπως θα νόμιζαν κάποιοι, επειδή οι θρήσκοι απεχθάνονται
ιδιαίτερα την αναλήθεια· διότι τελικά δεν επικρατεί ούτε στη μη θρησκευτική ή αντιθρησκευτική λογοτεχνία. Αν ήταν όμως συχνότερη ειδικά στη θρησκευτική, τότε αυτό γινόταν μάλλον επειδή ειδικά εδώ ο σκοπός αγιάζει τα μέσα, η συνείδηση της θείας αποστολής την απάτη, επειδή πίστευαν πιθανώς ότι με τις πλαστογραφίες υπηρετούσαν την «αλήθεια».

Αλλά και στον πρώιμο χριστιανισμό, όπου η ψευδωνυμία ήταν σύνηθες φαινόμενο, δεν θεωρείτο δικαιολογημένη. Παρ’ όλη την ευπιστία εξέταζαν τουλάχιστον κάποιες φορές σχολαστικά το ζήτημα της συγγραφής και αποδοκίμαζαν με δριμύτητα την ψευδωνυμία που αποδεικνυόταν. Έτσι ο Μικρασιάτης πρεσβύτερος, ο οποίος πλαστογράφησε τις «Πράξεις Παύλου», καθαιρέθηκε από το αξίωμα του, και μάλιστα όχι, όπως ισχυρίζονταν
κατά καιρούς, λόγω «αιρετικής πίστης»· αυτή δεν του καταλογίζεται «από καμία πλευρά» (C. Schmidt). Και η χριστιανική Εκκλησία της εποχής εκείνης «θα ήταν αδύνατον να μπορέσει να παρουσιάσει σαφέστερα την καταδίκη κάθε λογοτεχνικής πλαστογραφίας», τονίζει ο λόγιος Frederik Torm από την Κοπεγχάγη γράφοντας: «Οι ψευδώνυμοι χριστιανοί συγγραφείς πρέπει επομένως στις νηφάλιες (!) στιγμές της ζωής τους να γνώριζαν ότι οι σύγχρονοι τους δεν θα αντιλαμβάνονταν την ψευδώνυμη πρακτική τους ως εφαρμογή μιας λογοτεχνικής φόρμας και ως εκ τούτου θα την θεωρούσαν ως ηθικά
μεμπτή».

Συχνά προσπαθούν να μετριάσουν τις χριστιανικές απατεωνιές και με την υπόθεση ότι οι ίδιοι οι πλαστογράφοι δεν έπαιρναν την πράξη τους τόσο σοβαρά και δεν αποσκοπούσαν σώνει και καλά στην επιτυχία των παραπλανητικών επιχειρήσεων τους. Ισχυρίζονται μάλιστα ότι περίμεναν ότι οι αναγνώστες τους θα τους καταλάβουν χωρίς επιπτώσεις- παρότι βέβαια η κάθε αποκάλυψη κάποιας απάτης ματαίωνε την πρόθεση του πλαστογράφου.

Ιδιαίτερα για την εξ ολοκλήρου πλαστογραφημένη αποκαλυπτική λογοτεχνία η απολογητική και μάλιστα η έρευνα πρόβαλε λόγους οι οποίοι σκοπό έχουν να αθωώσουν
όλους εκείνους οι οποίοι δημοσίευσαν τις Αποκαλύψεις τους με το όνομα του Ενώχ, του Μωυσή, του Ηλία, του Έσδρα, του Βαρούχ, του Δανιήλ και άλλων. Τους αναγνώρισαν ένα βασικά άλλο «πλαίσιο», ιουδαιο- χριστιανικές ιδιαιτερότητες σκέψης, θρησκευτικά «γνήσια» και γι* αυτό το λόγο ηθικά «νόμιμα» κίνητρα, υπέθεταν την ίδια «ψυχολογική κατάσταση», μια παρόμοια κατάσταση έμπνευσης και οραματικής εμπειρίας, όπως και στους πρώτους «φορείς της αποκάλυψης». Όλα αυτά μπορεί να αληθεύουν λίγο ή πολύ, μπορεί από περίπτωση σε περίπτωση να είναι λίγο ή πολύ λογικά, αλλά είναι μόνο μια εικασία, δεν έχουν πραγματική αποδεικτική ισχύ και εκτός αυτού δεν αποτελούν θεμελιώδη διαφορά με τη μη αποκαλυπτική πλαστογράφηση του ονόματος του συγγραφέα. Πέρα από αυτό οι Αποκαλύψεις, όπως και άλλα βιβλία, πλαστογραφήθηκαν για εντελώς διαφορετικούς, «συνηθισμένους» λόγους, δηλαδή για την επίτευξη της αυθεντίας, για την ιδιαίτερη καταξίωση.

Σωστό και σημαντικό είναι, ωστόσο, ότι ειδικά σε χριστιανικούς κύκλους —και καθόλου τυχαία εδώ — η κριτική ευαισθησία είχε αμβλυνθεί και κάνει εντύπωση μια κάποια «γενναιοδωρία» στην αποδοχή των πλαστογραφιών. Σωστό και σημαντικό είναι επίσης ότι για την παραδοχή ή την απόρριψη κειμένων δεν αποφάσιζε καθόλου το αυτονόητο για εμάς κριτήριο της λογοτεχνικής γνησιότητας, αλλά το γεγονός ότι το περιεχόμενο μεταβαλλόταν σε κριτήριο εκκλησιαστικής «αλήθειας», δηλαδή η παρουσία εκείνων των στοιχείων που μπορούσαν ή ήθελαν να χρησιμοποιήσουν και εκείνων που τους ήταν άχρηστα! Αντί για τη λογοτεχνική γνησιότητα το θέμα ήταν επομένως, για την Εκκλησία που γεννιόταν, η συμφωνία μίας δήλωσης με την «ορθόδοξη» διδασκαλία. Το κριτήριο για την αποδοχή στον κανόνα της Καινής Διαθήκης δεν ήταν το ζήτημα της συγγραφικής πατρότητας, η αυθεντικότητα, αλλά η δήθεν αποστολικότητα, δηλαδή στην πραγματικότητα η χρησιμότητα για τη δική της πρακτική και το δικό της δόγμα. Αυτή ήταν η «αποστολική αυθεντία» —χωρίς αποστόλους! Η πραγματική προέλευση ήταν δευτερεύουσας σημασίας, το ζήτημα της γνησιότητας δεν ήταν αποφασιστικής σημασίας.
Με την ψευδή συγγραφική πατρότητα μπορούσαν να μετατρέψουν αμέσως Ευαγγέλια, επιστολές και άλλες πραγματείες σε γνήσια, δηλαδή, «αποστολικά» κείμενα — και αυτό έκαναν.

Και σαν να μην έφτανε αυτό. Υπήρχαν πολλοί χριστιανοί που όχι μόνο έκαναν απάτες, αλλά και τις επέτρεπαν ρητά, υπήρχαν μάλιστα μερικοί ιδίως ανάμεσα στους επιφανείς οι οποίοι τις επαινούσαν! Αφού η γκανγκστερική πρόταση «ο σκοπός αγιάζει τα μέσα» σπάνια έπαιξε χειρότερο ρόλο από όσο στην ιστορία της χριστιανικής Εκκλησίας.

Συνέχεια προσεχώς: Ο ΣΚΟΠΟΣ ΑΓΙΑΖΕΙ ΤΑ ΜΕΣΑ — Η ΕΥΣΕΒΗΣ ΑΠΑΤΗ ΕΠΙΤΡΕΠΕΤΑΙ ΕΞΑΡΧΗΣ ΣΤΟ ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΣΜΟ

Διαβάστε επίσης:

Advertisements
This entry was posted in «Ιερές» Επενδύσεις, βιβλία/ανάγνωση. Bookmark the permalink.

4 Responses to [βιβλίο-ανάγνωση] Η προσπάθεια δικαιολόγησης Παλαιοχριστιανικών πλαστογραφιών

  1. Ο/Η L’Enfant de la Haute Mer λέει:

    ..να δικαιολοΓήσει τις…

  2. Ο/Η L’Enfant de la Haute Mer λέει:

    …και χριστιανούς.

  3. Ο/Η Ζωζώ Σαπουνάκη λέει:

    Όλα μέσα στο ψέμμα.
    Γράφω από καφετέρια. Όλοι οι πελάτες πλην μιας ωραιοτάτης αριστοκρατικής κυρίας στσυροκοπήθηκαν στη θέα του διερχόμενου Επιτάφιου.
    (Ναι εγώ).

  4. Ο/Η Γιάννης λέει:

    Μερικοί προβληματισμοί, που περνάνε από καιρό σε καιρό από το μυαλό μου
    Ο Χριστιανισμός στηρίχθηκε σε απλοικές αντιλήψεις και δεν μπορούσε να γίνει αλλιώς, επειδή απευθύνονταν σε «πρωτόγονους» ανθρώπους και έπρεπε να ικανοποιήσει τα πιο ασήμαντα και χονδροιδή ένστικτα.
    Αυτό, είναι το μεγάλο όπλο του. Οι οπαδοί του, ακόμα και σήμερα, δεν ενδιαφέρονται για την αλήθεια. Ζητάνε, ότι πιο απλοικό και οτιδήποτε προκαλεί ζωηρή εντύπωση στις αισθήσεις τους. Απεχθάνονται την λογική, τον λόγο, κάθε τι που απαιτεί την χρήση του πνεύματος, της ευφυίας.
    Είναι απίστευτο κι όμως μπροστά σ’ αυτήν την χοντροκομμένη μεταφυσική αντίληψη των οπαδών του Χριστιανισμού, οτιδήποτε αποτέλεσε και αποτελεί την κορωνίδα του πολιτισμού, των επιστημών, των τεχνών, αδυνατεί να αποτελέσει τον αντίπαλο αυτής της θρησκείας, η οποία προκειμένου να εξασφαλίσει την αιώνια βασιλεία της, δεν θα διστάσει αν το μπορεί, να οδηγήσει την ανθρωπότητα προς την καταστροφή της.
    Για παράδειγμα, μία αττική τραγωδία, αφήνει εντελώς αδιάφορο έναν Χριστιανό.
    Μια μοντέρνα και όμορφη θεωρία της φυσικής, αφήνει αδιάφορο έναν Χριστιανό.
    Το ίδιο και ένα πραγματικό έργο ζωγραφικής ή ένα αριστουργηματικό άγαλμα της αρχαίας Ελλάδος.
    Η πίστη ότι ο Θεός μας έδωσε ότι χρειαζόμαστε, και τα υπόλοιπα, είναι πειρασμοί του Σατανά, είναι μία βολική θεωρεία, για να κρύψει ο πιστός την αδιαφορία του για τα πνευματικά έργα του ανθρώπου.
    Επιστήμη, τέχνες, ομορφιά, αθλητισμός, θέατρο ελάχιστα μπόρεσαν να παίξουν τον ρόλο του αντίπαλου, προς την μεταφυσική.
    Τίθεται το ερώτημα: τι θα μπορούσε να αντιπαρατεθεί μαζί του, σε επίπεδο αξιών και πνεύματος; (με ενδιαφέρει κυρίως η Ευρώπη)
    Είναι αλήθεια, πως οι δυνάμεις που αποτελούν την πλευρά της λογικής, της γνώσης, της επιστήμης και του πολιτισμού, είναι ισχυρότερες παρά ποτέ, αλλά
    αν ο ισχυρισμός μου είναι σωστός, τότε οι πιθανότητες να υπάρξει μία σταδιακή αποδυνάμωση του, μέσα από συλλογική δράση και ανύψωση νέων ιδανικών και αξιών, όλο και λιγοστεύουν, καθώς για τους «αντίπαλους» είναι απαραίτητη η προυπόθεση να έχουν με το μέρος τους την πλειονότητα των ανθρώπων, οι οποίοι όπως δείχνουν τα πράγματα, δεν ασχολούνται με τέτοιους προβληματισμούς.
    Μπορεί να σημαίνει αυτό, ότι ασυνείδητα εργαζόμαστε να ανοίξουν δρόμοι για την εμφάνιση λύσεων σε «προσωπικό» επίπεδο, την εμφάνιση «μοιραίων φύσεων», που θα αρέσκονται να συμπεριφέρονται σαν καταστροφείς «συμβολαίων» και κοινωνικών παραδόσεων;..

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s