[βιβλίο-ανάγνωση] Σχεδόν όλες οι λίστες επισκόπων της Αποστολικής παράδοσης είναι πλαστογραφημένες [ΙΙ]

[Karlheinz Deschner, Η εγκληματική ιστορία του χριστιανισμού – Τόμος: Αρχαία Χριστιανική Εκκλησία, εκδόσεις Κάκτος]

Απόσπασμα (σ.σ 241- 250 )

Ολόκληρη η «υπόθεση Θαδδαίου», η αλληλογραφία και η επακόλουθη έκθεση των θαυμάτων γράφτηκε προφανώς μόλις την εποχή του Ευσέβιου και οφείλεται πιθανώς στο περιβάλλον του επισκόπου Kune της ‘Εδεσσας ο οποίος ήθελε να κόψει τη φόρα ισχυρών «αιρετικών» κύκλων, αλλά και να συνδέσει την Εκκλησία του με τους Αποστόλους, προσδίδοντας της έτσι αποστολικό γόητρο. Το Χρονικό της Εδέσσης αναφέρει τον Kune ως τον πρώτο επίσκοπο της Έδεσσας (πέθανε το 133), και δεν είναι απίθανο ο ίδιος ο Kune να πάσαρε τα «αρχεία» στον επίσκοπο Ευσέβιο. Χάρη σε αυτό το παραμύθι πάντως η Έδεσσα ήταν ήδη τον 4ο αιώνα πασίγνωστος τόπος προσκυνήματος. Για πολύ καιρό φιγούραρε ως ιερό κειμήλιο πάνω από την πύλη της πόλης το κατασκεύασμα το οποίο είχε εμφανιστεί ως δια μαγείας από το αρχειοφυλακείο. Αλλά την εποχή του Ευσέβιου, που είναι ο πρώτος που σερβίρει τη μυστηριώδη αλληλογραφία, το κοινό της Έδεσσας δεν γνώριζε τίποτα σχετικά με αυτήν.

Προς όφελος της Έδεσσας πλαστογράφησαν εκτός αυτού τις «Πράξεις Θαδδαίου», όπου ο Αναστάς τρώει και πίνει με τους δώδεκα «πολλές» ημέρες, το συριακό «Δόγμα Αδδαίου» (στην αλλαγή του 4ου προς τον 5ο αιώνα), για να διασφαλίσουν την αποστολική ίδρυση της πόλης μέσω του αποστόλου Θαδδαίου ή μέσω του Αδδαίου, ενός από τους 70 ή 72 μαθητές. Στην πραγματικότητα, όσο και να υπάρχει ο ισχυρισμός του αντιθέτου, δεν αποδεικνύεται ακόμη στην Έδεσσα ούτε γύρω στο έτος 200 εκκλησιαστικά οργανωμένος χριστιανισμός. Στο Χρονικό της Έδεσσας η σειρά των εκεί επισκόπων αρχίζει μόλις τον 4ο αιώνα.

Στις Πράξεις Θαδδαίου, οι οποίες υφίστανται συνεχείς «βελτιώσεις», αναφέρεται ανάμεσα σε πολλά πώς κτίζουν εκκλησίες στην Έδεσσα, πώς χειροτονούν ιερείς και καταστρέφουν «ειδωλολατρικά ιερά». Μετά από παρακλητική επιστολή του Άβγαρου ο αυτοκράτορας Τιβέριος διατάζει την εκτέλεση μερικών αρχηγών των Ιουδαίων ως τιμωρία για τη σταύρωση του Ιησού. Εδώ διαβάζουμε επίσης την ιστορία για την ανεύρεση του Τιμίου Σταυρού, όχι όμως από την Αγία Ελένη, τη μητέρα του Κωνσταντίνου, που είναι και η συνηθισμένη εκδοχή, αλλά από την Πρωτονίκη, τη σύζυγο του αυτοκράτορα Κλαύδιου. Μία πολύ νεότερη «βελτιωμένη έκδοση» αναφέρει ύστερα, ίσως για να αναιρέσει την αντίφαση, ότι η ανεύρεση έγινε και από την Πρωτονίκη και από την Ελένη.

Η θαυμαστή επιστολή του Χριστού επισκιάστηκε όμως τελείως, ξεχάστηκε σχεδόν, από μια εικόνα του Χριστού που προέκυψε θαυματουργικά επίσης στην Έδεσσα. Κατά τη διάρκεια της πολιορκίας του 544 από τους Πέρσες, σώζει την πόλη από ύψιστο κίνδυνο «η Θεοποίητη εικόνα την οποία δεν κατασκεύασαν ανθρώπινα χέρια, αλλά την είχε στείλει στον Άβγαρο ο Χριστός, ο Θεός, καθώς εκείνος ήθελε πολύ να τον δει» (Ευάγριος)· και οι εχθροί με επικεφαλής το Χοσρόη, ενώ βρίσκονταν λίγο πριν τη νίκη, υποχωρούν ταπεινωμένοι.

Τώρα, υπήρχαν προ πολλού στους Έλληνες είδωλα από τον υπερπέραν, όπως το πολυτραγουδισμένο Παλλάδιο της Τροίας, το είδωλο της Παλλάδας Αθηνάς, το οποίο θεωρείτο διιπετές, δηλαδή ριγμένο στη γη από το Δία. Η πίστη σε τέτοια διιπετή ήταν ευρέως διαδεδομένη. Στη Ρώμη γνώριζαν π.χ. την ιστορία για την ασπίδα που έπεσε από τον ουρανό με τη δύναμη της προσευχής του Νουμά, την ancile —και μόνο η εξολόθρευση των ειδώλων σταμάτησε και την πίστη στα είδωλα που έρχονται από τον ουρανό.

Ωστόσο, «ουράνιες επιστολές» έπεφταν επίσης στον προχριστιανικό και στο χριστιανικό κόσμο σε πολλές περιοχές· όπως φαίνεται, σχεδόν παντού όπου υπήρχε γραπτός πολιτισμός. Και εντύπωση κάνουν οι ταυτίσεις ανάμεσα στις ειδωλολατρικές και χριστιανικές «ουράνιες επιστολές», οι οποίες από τη χριστιανική πλευρά περιέχουν θεϊκές διαταγές για τον εορτασμό της Κυριακής, το «διάβασμα» του κομποσκοινιού, την ίδρυση μοναστηριών κ.λπ. Από τον 4ο και 5ο αιώνα διέδιδαν σε ελληνικά, λατινικά, συριακά, αιθιοπικά, αραβικά χειρόγραφα μια ουρανοκατέβατη επιστολή του Ιησού Χριστού. Μια ελληνική εκδοχή η οποία διαβεβαιώνει ότι η επιστολή δεν γράφτηκε από ανθρώπινο χέρι, αλλά από το αόρατο χέρι του Πατέρα, αναθεματίζει κάθε φλύαρο και πνευματομάχο που την αμφισβητεί. Σκοπός της πλαστογραφίας ήταν να εδραιώσει την πίστη στον Ιησού, να ανακοινώσει το επιτρεπτό του όρκου, την αναγκαιότητα της Κυριακής, την αποχή από το κρέας (την die Veneris [Παρασκευή], σύμφωνα με μια λατινική εκδοχή, μόνο λαχανικά και λάδι: μηνύματα από το υπερπέραν). Και πρώτα από όλα ο Κύριος διατάζει με τρομερές απειλές τιμωρίας να αποδίδουν στους επισκόπους τη δεκάτη!

Αργότερα πέφτουν όλο και πιο συχνά «ουράνιες επιστολές». Τις χρησιμοποιούν το Μεσαίωνα για πλαστογραφικούς σκοπούς, οι μυστικιστές για την τεκμηρίωση της συνάντησης τους με τον Ιησού. Κερδίζουν σπουδαίο μέλλον ως προστατευτικά μέσα εναντίον της φωτιάς και των πολέμων, έτσι ώστε διατηρούν τη σημασία τους ακόμη και στους πολέμους του 19ου αιώνα.

Ας επιστρέψουμε στην απόκτηση της αποστολικής παράδοσης με απατηλά μέσα, που γνωρίζει παντού έξαρση. Από τον 5ο αιώνα και μετά πλαστογραφούν και σε πολλές επισκοπικές πόλεις της Ισπανίας, Ιταλίας, Δαλματίας, στις Παραδουνάβιες χώρες, στη Γαλατία έως και τη Βρετανία, για να αποδείξουν την αποστολική ίδρυση των εκάστοτε επισκοπικών εδρών πράγμα πολύ σημαντικό για τα πρωτεία.

Έτσι η διαμάχη ανάμεσα στις επισκοπές της Ακουιληίας και της Ραβέννας, όπως και της Ακουιληίας και του Γκράντο για τα μητροπολιτικά δικαιώματα συνοδεύεται από πλαστογραφίες της εκκλησιαστικής πολιτικής.

Η αρχιεπισκοπή της Ακουιληίας αξίωνε με το θρύλο του Μάρκου ή του Ερμαγόρα αποστολικές καταβολές και τον πατριαρχικό τίτλο, πράγμα που οδηγεί σε μακροχρόνιο σχίσμα με τη Ρώμη. Με μια πλαστογραφία η Ακουιληία προσπαθεί να επιβάλλει και ηγετική αξίωση απέναντι στους επισκόπους της Ραβέννας. Αλλά στη Ραβέννα πλαστογραφούν επίσης, και ο αρχιεπίσκοπος Μαύρος (642-671) επιτυγχάνει την αυτονομία της Ραβέννας στη διαμάχη με τη Ρώμη με ένα πλαστογραφημένο προνόμιο δήθεν του Βαλεντινιανού Β’ και το παρομοίως πλαστογραφημένο Πάθος του δήθεν μαθητή του Πέτρου, του Απολλινάριου. Με τον ίδιο τρόπο γίνονται πλαστογραφίες και κατά την έριδα ανάμεσα στις επισκοπές της Ακουιληίας και του Γκράντο για τη μητροπολιτική εξουσία. Και με πλαστογραφίες γίνονται ο Βαρνάβας ιδρυτής της επισκοπής των Μεδιολάνων και ο μαθητής του Πέτρου, ο Δόμνιος, ιδρυτής της επισκοπής των Σαλώνων στη Δαλματία.

Κατά τις αρχές του 1ου αιώνα ο επίσκοπος Πάτροκλος της Αρελάτης πέτυχε την πρωτοκαθεδρία στη Γαλατία με σχετικά αθώες ακόμη επινοήσεις ιστορικών στοιχείων.

Ο Πάτροκλος (412-426), αναμφίβολα ένας τόσο πονηρός όσο και αρχομανής εκκλησιαστικός ηγέτης, ήταν ο κερδισμένος μιας κυβερνητικής αλλαγής στη Γαλατία· εξόρισε τον προκάτοχο του, τον επίσκοπο Ήρωα της Αρελάτης, και ανέβηκε ο ίδιος στον επισκοπικό θρόνο της πλούσιας, ανθηρής πόλης. Μια και η Τρηρ κινδύνευε ήδη πολύ, έγινε η Αρελάτη «γαλατική Ρώμη» (gallula Roma), η αυτοκρατορική επαρχιακή πρωτεύουσα της Γαλατίας, ένα είδος συμπρωτεύουσας της Δύσης, και ο Πάτροκλος έγινε μητροπολίτης, με πονηρό μεν, αλλά όχι και ασυνήθη τρόπο.

Δηλαδή, με τη βοήθεια του Πάτροκλου είχε ανέβει ο Ζώσιμος στον παπικό θρόνο της Ρώμης, και πριν περάσουν τέσσερις ημέρες ο Ζώσιμος έκανε τον Πάτροκλο μητροπολίτη των τριών γαλατικών επαρχιών, της Βιεν και της Ναρβώνης Α’ και Β’ (τις σημερινές Προβηγκία και Ντωφινέ). Οι επίσκοποι της Μασσαλίας, της Ναρβώνης και της Βιεν διαμαρτυρήθηκαν, και στον πόλεμο που ξέσπασε, ο Πάτροκλος επικαλέστηκε την αποστολική ίδρυση της έδρας του από τον Άγιο Τρόφιμο. Μια μεταγενέστερη αίτηση της γαλατικής επισκοπής προς τον πάπα Λέοντα Α’ το έτος 449 αναφέρει τον Άγιο Τρόφιμο ρητά ως μαθητή του ίδιου του Αγίου Πέτρου. Πρώτος τον έκανε όμως ο επίσκοπος Πάτροκλος. Είχε επινοήσει τον Τρόφιμο, τον οποίο δεν γνώριζε κανείς μέχρι εκείνη τη στιγμή —τον 9ο αιώνα ακόμη δεν αναγραφόταν το όνομα του στον κατάλογο των επισκόπων της Αρελάτης. Και όπως σε αυτή την περίπτωση ο Πάτροκλος της Αρελάτης, έτσι προσπαθούσαν για πολλούς αιώνες και άλλες επισκοπές να διασφαλίσουν αποστολικές καταβολές, την αξίωση τους σε μητροπολιτικά και καθεδρικά δικαιώματα, με πλαστογραφίες, αρχικά με αγιογραφικά πλαστογραφήματα, δήθεν παραδόσεις, ύστερα με πλαστογραφημένες ιστορικές πηγές.

Όπως σχεδόν όλες οι επισκοπές; έτσι και εκείνες του Ρήνου δεν είχαν «αποστολικότητα», δεν διέθεταν ανάλογη παράδοση. Γι’ αυτό το λόγο την πλαστογράφησαν για τους τρεις πρώτους αιώνες με φανταστικές βιογραφίες — πάντα με επιτυχία. Το Μετς επικαλέστηκε τον Κλήμεντα, η Τρηρ αξίωσε γα τον εαυτό της τους μαθητές του Πέτρου Βαλέριο, Ευχάριο, Ματερνό, το Μάιντς τον μαθητή του Πέτρου Κρήσκεντα. Πλαστογραφήθηκε και η λίστα επισκόπων του Σπάγιερ μαζί με τα πρακτικά μιας Συνόδου η οποία έγινε δήθεν το έτος 346 κατά του αρειανισμού στην Κολωνία. Αλλά στην πραγματικότητα αυτά τα πρακτικά γράφτηκαν μόλις 400 χρόνια αργότερα στην Τρηρ, η οποία προσπαθούσε με κάθε τρόπο να εμποδίσει την προαγωγή της Κολωνίας σε μητροπολιτική έδρα.

Αυτές οι απατεωνιές που άρχισαν στην αρχαιότητα, συνεχίστηκαν το Μεσαίωνα και κράτησαν πολλούς αιώνες σχεδόν χωρίς περιορισμούς, στο Ρήνο όσο και στην Αυστρία, στην Ισπανία, Ιταλία, Δαλματία, Γαλλία ή και στην Αγγλία. Και η λογοτεχνική απάτη, συνηθισμένη μόνο στις μεγάλες επισκοπικές έδρες, στα αρχαία πατριαρχεία, εξαπλώνεται βαθμηδόν σε μικρές και μικρότερες επισκοπές, ακόμη και σε πολλά μοναστήρια —«σε όλες τις χώρες του χριστιανικού κόσμου», «παντού βλέπεις να εργάζονται πλαστογράφοι οι οποίοι κατασκευάζουν τις ιστορικές πηγές τους, παρακινούμενοι από εκκλησιαστική πολιτική αρχομανία» (Speyer), παντού «πλαστογραφούσαν χωρίς αναστολές για χάρη του αξιώματος της παράδοσης» (C. Schneider).

Αλλά τον 20ό αιώνα ακόμη, ένας καθολικός θεολόγος ψεύδεται —με τυπογραφική άδεια της Εκκλησίας — «υπέρ των χριστιανών»!: «Οπουδήποτε υπάρχει επισκοπική έδρα, μπορώ να αποδείξω ότι ο πρώτος επίσκοπος της ή ήταν Απόστολος ή μαθητής Αποστόλου ή, αν όχι, είχε λάβει από νόμιμο διάδοχο των Αποστόλων τη χειροτόνηση και τη θεία έμπνευση για το αξίωμα του»

Πλήθος πλαστογραφιών προέκυψαν κατά τη διάρκεια των δογματικών αναταραχών του 5ου, 6ου και 7ου αιώνα. Οι χριστολογικές έριδες οδήγησαν σε απάτες από όλες τις πλευρές και με κάθε τρόπο.

Τον 4ο αιώνα άρχισαν να πλαστογραφούν τα δικά τους παλαιότερα κείμενα, τα οποία ήταν μεν γνήσια, αλλά δεν στέκονταν στο ύψος των καιρών, δεν συμβάδιζαν με την εξέλιξη της διδασκαλίας, άρχισαν δηλαδή να κάνουν παρεμβάσεις στους «Πατέρες» του 2ου αιώνα. Κατά τη διάρκεια των ατέρμονων δογματικών πολέμων «ορθόδοξοι» και «αιρετικοί» επινοούσαν ακόμη και πρακτικά Συνόδων. Και από τον 5ο αιώνα και μετά γινόταν όλο και πιο πολύ δημοφιλές να παραθέτουν στις εμφανιζόμενες ανθολογίες κείμενα που είχαν πλαστογραφήσει για χάρη της «ορθής» πίστης. Μόνο και μόνο στην έριδα για την περίφημη Σύνοδο της Χαλκηδόνας (451) «ορθόδοξοι» και μονοφυσίτες κατασκεύασαν πλαστογραφήματα σε ποσότητες, πράγμα που γνώριζαν ήδη στην αρχαιότητα. Ο ηγούμενος Αναστάσιος ο Σιναΐτης, ένας φανατικός πολέμιος των «αιρετικών», ιδιαίτερα των μονοφυσιτών και των Ιουδαίων, πιστοποιεί μια ανθολογία προς τον πάπα Λέοντα την οποία πλαστογράφησε ο ίδιος με το όνομα του Φλαβιανού. Στη μάχη εναντίον των μονοφυσιτών κατασκεύασαν οχτώ επιστολές ως επί το πλείστον φανταστικών προσώπων προς τον Πέτρο Κναφέα (Φούλλωνα). Ο Ιωάννης Ό Ρήτωρ, ο Πατριάρχης της Κωνσταντινούπολης (πέθανε το 577), επιμελήθηκε κείμενα με το όνομα του Πέτρου του Ίβηρος και του Θεοδόσιου των Ιεροσολύμων.

Και η έριδα μεταξύ των κληρικών των ταγμάτων που εμφανίζονται κατά τον 5ο αιώνα, η έριδα ανάμεσα σε μοναστήρια και επισκοπές, οδήγησε σε περισσότερες νέες απατεωνιές, και το Μεσαίωνα ιδίως σε ανυπολόγιστες παραποιήσεις ιστορικών πηγών. Παρομοίως, από τον 4ο αιώνα υποστήριξαν την εμφάνιση της αγιολατρείας με πολλά τοπικιστικά και λειτουργικολατρευτικά πλαστογραφήματα. Πολλοί τόποι της Αιγύπτου έγειραν την αξίωση να είναι το καταφύγιο της Αγίας Οικογένειας, πράγμα που τεκμηρίωσαν εκεί μοναστήρια με επινοημένες ιστορίες ψευδών ή, για να το πούμε πιο εκλεπτυσμένα, με μεροληπτικούς θρύλους. Επίσης αφηγούνταν και διάφορες εκδοχές της Transitus Mariae (Μετάβασης Μαρίας), του θανάτου και της ανάληψης της Μαρίας στον ουρανό, οι οποίες είχαν πλαστογραφηθεί πιθανώς προς όφελος των Ιεροσολύμων. Για το συμφέρον της Λύδδας επινοούν μια αναφορά η οποία έχει ως συγγραφέα δήθεν τον Ιωσήφ της Αριμαθαίας, αλλά στην πραγματικότητα προέκυψε εξακόσια χρόνια αργότερα. «Οι παραδόσεις της όψιμης αρχαιότητας σχετικά με τη ζωή Σύρων αγίων, ιδιαίτερα των μεγάλων ιερομόναχων του 4ου και 5ου αιώνα, είναι γεμάτες επινοήσεις οι οποίεςχρησίμευαν και στη δόξα μεμονωμένων μοναστηριών» (Speyer).

Όπως ακριβώς κατασκεύαζαν ψευδείς βίους αγίων, ψευδείς αποστολικές παραδόσεις, ψευδείς επιστολές εξ ουρανού ή ψευδή μαρτύρια, έτσι κατασκεύαζαν και πλήθος θαυμάτων και ιερών λειψάνων, παρομοίως σε αντιστοιχία με τις σχετικές ειδωλολατρικές συνήθειες της προχριστιανικής εποχής, πράγμα που θα δείξει το επόμενο κεφάλαιο.

Προηγουμένως όμως ας παρατηρήσουμε τις παλαιοχριστιανικές πλαστογραφίες και υπό το πρίσμα της σύγχρονης απολογητικής, όπως και το επιτρεπτό της «ευσεβούς» απάτης στο χριστιανισμό έως και σήμερα.

Διαβάστε αύριο: ΠΩΣ Η ΑΠΟΛΟΓΗΤΙΚΗ ΠΡΟΣΠΑΘΕΙ ΝΑ ΔΙΚΑΙΟΛΟΓΗΣΕΙ ΤΙΣ ΠΑΛΑΙΟΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΈΣ ΠΛΑΣΤΟΓΡΑΦIΕΣ

Διαβάστε επίσης:

Advertisements
This entry was posted in «Ιερές» Επενδύσεις, «Ιερή» Εξουσία, βιβλία/ανάγνωση. Bookmark the permalink.

One Response to [βιβλίο-ανάγνωση] Σχεδόν όλες οι λίστες επισκόπων της Αποστολικής παράδοσης είναι πλαστογραφημένες [ΙΙ]

  1. Ο/Η του κώλου λέει:

    ΟΜΙΛΕΙ Η ΑΠΟΣΤΟΛΙΚΗ ΔΙΑΚΟΝΙΑ

    http://www.apostoliki-diakonia.gr/gr_main/catehism/theologia_zoi/themata.asp?contents=selides_katixisis/contents_AgioiApostoloi.asp&main=kat003&file=page12.htm

    Ο ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΘΑΔΔΑΙΟΣ Ή ΛΕΒΒΑΙΟΣ»

    ΛΑΜΠΡΟΣ Κ. ΣΚΟΝΤΖΟΣ Θεολόγος – Καθηγητής

    Το όνομα του αποστόλου Θαδδαίου αναφέρεται από τον Ευαγγελιστή Μάρκο (3,18). Ο Ματθαίος τον αναφέρει ως Λεββαίο, του οποίου το Θαδδαίος είναι επώνυμο. Συνδυάζοντας όμως τους καταλόγους του Ευαγγελίου του Λουκά (6,16) και των Πράξεων (1,13) συμπεραίνουμε ότι τα τρία αποστολικά ονόματα Θαδδαίος, Λεββαίος και Ιούδας είναι το ίδιο πρόσωπο. ’ρα το πραγματικό όνομά του ήταν Ιούδας και το Λεββαίος και Θαδδαίος ήταν το επώνυμό του.

    Κάποιοι θέλουν να ταυτίσουν τον Ιούδα – Θαδδαίο με τον αδελφόθεο Ιούδα, ο οποίος έγραψε και την ομώνυμη Καθολική Επιστολή. Αυτό είναι αμφίβολο και αυθαίρετη υπόθεση, χωρίς σοβαρά ερείσματα στα αγιογραφικά κείμενα και την εκκλησιαστική παράδοση.

    Περαιτέρω πληροφορίες για το βίο και τη δράση του αποστόλου Θαδδαίου είναι ελάχιστες. Στο όνομά του κυκλοφόρησε το 2ο ή 3ο αιώνα απόκρυφο κείμενο με τίτλο: «Αποστόλου Θαδδαίου ή Λεββαίου Πράξεις», που είναι καλλίτερα γνωστό ως «Εδεσσηναί Πράξεις». Αυτό απηχεί ίσως αρχαία παράδοση ότι ο Θαδδαίος κήρυξε στα μέρη της Εδέσσης στη Μεσοποταμία. Αυτό ενισχύει το γεγονός της ευλάβειας προς το πρόσωπό του από τους Χριστιανούς της περιοχής αυτής. Η μνήμη του εορτάζεται στις 21 Αυγούστου.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s