[βιβλίο-ανάγνωση] Σχεδόν όλες οι λίστες επισκόπων της Αποστολικής παράδοσης είναι πλαστογραφημένες

[Karlheinz Deschner, Η εγκληματική ιστορία του χριστιανισμού – Τόμος: Αρχαία Χριστιανική Εκκλησία, εκδόσεις Κάκτος]

Απόσπασμα (σ.σ.235 – 241 )

Η στήριξη ηγετικών αξιώσεων με ιστορικά παραμύθια, ήταν φυσικά πάλι αρχαία υπόθεση. Ένα πρώιμο παράδειγμα: ο Έλληνας ιστορικός και προσωπικός γιατρός του Πέρση βασιλιά Αρταξέρξη Β’ (404-358), ο Κτησίας. Στα 23 βιβλία του υπό τον τίτλο «Περσικά» — που χρησιμοποιήθηκαν πολύ ως κύρια πηγή για την ιστορία της Ανατολής, όπως αποδείχτηκε, από τον Ισοκράτη, τον Πλάτωνα και τον Αριστοτέλη— επινόησε μέσα από τα αρχεία των Περσών μια ολόκληρη δυναστεία ηγεμόνων τους στο βασίλειο των Μήδων το οποίο είχαν προσαρτήσει το 550 π.Χ.

Διαδοχές και αλυσίδες παράδοσης κατασκεύαζαν στις φιλοσοφικές σχολές, οι πλατωνικοί, οι στωικοί, οι περιπατητικοί, τις κατασκεύαζαν και στην αιγυπτιακή, ρωμαϊκή, ελληνική θρησκεία, όπου πολλές φορές έφταναν ιστορικά μέχρι τον ίδιο το Θεό, επομένως και αυτά τα είχαν προ πολλού. Πολύ πριν ο ισχυρισμός μιας αδιάλειπτης νόμιμης διαδοχής στο επισκοπικό αξίωμα από τις ημέρες των Αποστόλων, της δήθεν αποστολικής διαδοχής, οδηγήσει σε μεγάλες επιχειρήσεις απάτης σε σχεδόν όλες τις χριστιανικές χώρες. Διότι ακριβώς επειδή απομακρύνονταν δογματικά όλο και περισσότερο από τις καταβολές, προσπαθούσαν να διατηρήσουν την επίφαση του semper idem (πάντοτε ίδιου) και με δραστικές πλαστογραφίες προφασίζονταν παντού κάποια αποστολική παράδοση, η οποία δεν υπήρχε πουθενά.

Η θεωρία της «succesio apostolica (αποστολικής διαδοχής)» σε κάθε παλαιά επισκοπική έδρα αποτυγχάνει πρώτα από όλα λόγω του γεγονότος ότι σε πολλές περιοχές, όσο μπορούμε ακόμη να το διερευνήσουμε, δεν υπήρχε στις αρχές του χριστιανισμού κανένας, μα κανένας «ορθόδοξος» χριστιανισμός. Σε μεγάλα τμήματα του αρχαίου κόσμου, στην κεντρική και ανατολική Μικρά  Ασία, στην Έδεσσα, την Αλεξάνδρεια, την Αίγυπτο, τη Συρία, στο πιστό στο Νόμο ιουδαιοχριστιανισμό οι πρώτες χριστιανικές ομάδες δεν είναι «ορθόδοξες» αλλά «αλλόδοξες». Για τις περιοχές αυτές, όμως, δεν ήταν σέκτες, «αιρετικές» μειονότητες, αλλά ο δεδομένος «ορθόδοξος» χριστιανισμός.

Για χάρη, όμως, του μύθου της αποστολικής παράδοσης, για να μπορέσουν να νομιμοποιήσουν παντού το αξίωμα του επισκόπου με αδιάλειπτη νόμιμη διαδοχή, έκαναν πλαστογραφίες ακόμη και (ή καλύτερα: ειδικά) στις επιφανέστερες επισκοπικές έδρες της αρχαίας Εκκλησίας. Σχεδόν όλα εδώ είναι καθαρή αυθαιρεσία, επινοήθηκαν εκ των υστέρων και στηρίχτηκαν με χειροπιαστές κατασκευές. Και φυσικά μπόρεσαν και οι περισσότεροι «αιρετικοί» να απαντήσουν με αντίστοιχα πλαστογραφήματα, οι αρτεμωνίτες, ο αρειανιστές, οι γνωστικοί όπως ο Βασιλείδης, ο Βαλεντίνος ή ο βαλεντινιανός

Πτολεμαίος. Αφού οι γνωστικοί μάλιστα επικαλούνταν στέρεη θεωρητική παράδοση νωρίτερα από την «ορθόδοξη» Εκκλησία που βρισκόταν στα σπάργανα και δημιούργησε τη δική της έννοια περί παραδόσεως, για να αμφισβητήσει την παλαιότερη των «αιρετικών» —και εδώ έφτασε να υιοθετήσει επακριβώς την πλαστογραφική μέθοδο των γνωστικών!

Σε ό,τι αφορά τη Ρώμη, η πλαστογραφία της εκεί σειράς των επισκόπων —έως το 235 όλα τα ονόματα είναι αβέβαια και για τις πρώτες δεκαετίες καθαρή αυθαιρεσία— συζητήθηκε ήδη παράλληλα με τη γένεση του παπισμού· το ίδιο και η εκτεταμένη πλαστογραφία του Σύμμαχου, η οποία όμως ήταν εντελώς διαφορετικά δομημένη. Και καθώς η Ρώμη απόκτησε τεράστια πλεονεκτήματα με την ιδέα του Πέτρου και την πλαστή λίστα των επισκόπων που βασιζόταν σε αυτή, το Βυζάντιο αμύνθηκε απέναντι στη ρωμαϊκή πλαστογραφία ανάλογα, εντούτοις πάρα πολύ αργά, μόλις τον 9ο αιώνα. Κάποιος πλαστογράφος της εποχής εκείνης παρουσιαζόταν ως Προκόπιος, εκδότης που έζησε τον 6ο αιώνα, και επινόησε τους καταλόγους κάποιου Δωρόθεου της Τύρου, λογοτέχνη που έζησε δήθεν τον 4ο αιώνα. Ο απατεώνας προσπάθησε να τεκμηριώσει το Πατριαρχείο του Βυζαντίου ως ίδρυμα του Αποστόλου Ανδρέα. Μια και δεν μπορούσε να στηρίξει τις εγειρόμενες αξιώσεις σε κάποιον Απόστολο, έβαλε τον Απόστολο Ανδρέα να έρχεται σε ένα ταξίδι του στο Βυζάντιο και να διορίζει εκεί πρώτο επίσκοπο κάποιον Στάχυ —μία πολύ ανοικονόμητη απάτη η οποία επινόησε ολόκληρες λίστες Αποστόλων και μαθητών των Αποστόλων, όπως και ονόματα επισκόπων, για να πιστοποιήσει στο Βυζάντιο το ίδιο αξίωμα με τη Ρώμη, για να μπορεί να ισχυριστεί ότι ο Ανδρέας ήταν ο πρώτος επίσκοπος της Κωνσταντινούπολης, όπου και πέθανε.

Η χριστιανική εκκλησία της Αλεξάνδρειας ισχυρίστηκε ότι ιδρύθηκε από τον Μάρκο, τον φερόμενο ως μαθητή και συνοδό του Πέτρου. Αλλά την αλεξανδρινή επισκοπική λίστα, η οποία αναφέρει δέκα επίσκοπους από τον Μάρκο έως τα τέλη του 2ου αιώνα, την έβγαλε προφανώς από το μυαλό του ο Ιούλιος Αφρικανός, ένας χριστιανός ο οποίος στο έργο του Κεστοί κατά πάσα πιθανότητα πλαστογραφεί ασύστολα ακόμη και τον Όμηρο. Τον 4ο αιώνα η αλεξανδρινή λίστα υιοθετήθηκε από τον Ευσέβιο, εάν δεν κατασκευάστηκε πρώτα από αυτόν. Πάντως λείπει «κάθε συνοδευτική παράδοση»,  αφού έχουμε «σχεδόν πλήρη άγνοια της ιστορίας του χριστιανισμού στην Αλεξάνδρεια και την Αίγυπτο… έωςτο έτος 180» (Harnack)’ αφού τα πρώτα δέκα ονόματα αυτής της επισκοπικής λίστας μετά τον συνοδό του Αποστόλου, τον Μάρκο, είναι «για εμάς πλασματικά. Και ποτέ τους δεν ήταν και κάτι άλλο» (W. Bauer).

Ισχυρίζονται ότι ο Μάρκος ίδρυσε τη χριστιανική Εκκλησία της Αλεξάνδρειας. Αλλά παρά τα αμέτρητα κείμενα πάπυρων του 1ου και 2ου αιώνα δεν βρέθηκαν εκεί ίχνη χριστιανών. Ο πρώτος, πράγματι ιστορικά χειροπιαστός επίσκοπος Αλεξάνδρειας ήταν ο Δημήτριος (189-231), και εκείνος ήταν ο πρώτος επίσκοπος ολόκληρης της χώρας (τόσοι λίγοι «ορθόδοξοι» χριστιανοί υπήρχαν την εποχή εκείνη στην Αίγυπτο), ο οποίος, ωστόσο, διόρισε ύστερα άλλους τρεις.

Η Εκκλησία της Κορίνθου και της Αντιόχειας ισχυρίζονταν ότι προήλθαν από τον Πέτρο· και πρώτος επίσκοπος θεωρείτο εδώ ο Πέτρος. Αλλά αυτά που αναφέρονται εκ των υστέρων σχετικά με την ίδρυση επισκοπών την εποχή των Αποστόλων, «βασίζονται στο μεγαλύτερο μέρος τους, εάν όχι σε ολόκληρο, σε φαντασίες» (Haller). Και τα ονόματα των Αντιοχέων επισκόπων έως τα μέσα του 2ου αιώνα τα επινόησε πάλι ο εκκλησιαστικός Πατέρας Ιούλιος Αφρικανός στις αρχές του 3ου αιώνα. Και όταν ο Πατριάρχης Πέτρος Κναφεύς (Φούλλων), βασιζόμενος στην αρχαιότερη «αποστολική» ίδρυση της Αντιόχειας, επιδίωξε την εξουσία επί της Κύπρου, ο αρχιεπίσκοπος Ανθέμιος αντέδρασε βρίσκοντας, τελευταία στιγμή, τα οστά του Αγίου Βαρνάβα κάτω από μια χαρουπιά: στο στήθος του το Κατά Ματθαίον Ευαγγέλιο και σε ιδιόχειρο αντίγραφο του Βαρνάβα! «Με αυτή την πρόφαση οι Κύπριοι κατάφεραν να γίνει ανεξάρτητη η μητρόπολη τους και να μην υπάγεται πλέον στην Αντιόχεια» (Θεόδωρος Αναγνώστης). Από την άλλη, ένας άλλος πλαστογράφος ήθελε να κάνει την επισκοπή της Ταμασσού την αρχαιότερη επισκοπική έδρα της Κύπρου.

Ο επίσκοπος Ιουβενάλιος των Ιεροσολύμων το 431 στη Σύνοδο της Εφέσου προσπάθησε να επιβάλει τις αξιώσεις του επί της Παλαιστίνης, της Φοινίκης και της Αραβίας με πλαστογραφημένες ιστορικές πηγές —αποκαλύφθηκε μεν, αλλά δεν απέτυχε πλήρως— απέναντι στον Πατριάρχη Μάξιμο της Αντιόχειας ο οποίος από την πλευρά του προφανώς πλαστογράφησε, όπως τον συνέφερε, τα πρακτικά της Συνόδου της Χαλκηδόνας.

Βλέπετε, όλοι ήθελαν και όφειλαν να είναι «αποστολικοί». Οι Αρμένιοι αξίωναν αποστολικές καταβολές από τους Αποστόλους Θαδδαίο και Βαρθολομαίο, ακόμη και ίδρυση από τον Χριστό.

Μία περιβόητη αλληλογραφία, πλαστογραφημένη μάλλον γύρω στο 300, ανάμεσα στον τοπάρχη Άβγαρο Ουκκάμα της Έδεσσας (εννοείται ο Άβγαρος Δ’, 9-46 μ.Χ.) και τον Ιησού, ο οποίος υπέγραφε και σφράγιζε (!) ιδιοχείρως, δεν αποσκοπούσε πάλι σε τίποτα άλλο παρά στην προχρονολόγηση της ίδρυσης της Εκκλησίας της Έδεσσας και την τοποθέτηση της σε αποστολική εποχή.

Ο «πατέρας της εκκλησιαστικής ιστορίας», επίσκοπος Ευσέβιος της Καισαρείας, διέσωσε για εμάς την ύποπτη αλληλογραφία η οποία «φυλασσόταν» στα «αρχεία» της Έδεσσας ανάμεσα στα «εκεί επίσημα πιστοποιητικά… έως τη σήμερον ημέρα». Ο περίφημος ιστο ρικός ισχυρίζεται μάλιστα ότι πήρε την αλληλογραφία ο ίδιος από το κρατικό αρχειοφυλακείο της Έδεσσας και τη μετέφρασε από τα Συριακά. «Ο Άβγαρος Ουχάμα, ο τοπάρχης, χαιρετά τον Ιησού, τον αγαθό Σωτήρα που εμφανίστηκε στην Ιερουσαλήμ. Πληροφορήθηκα σχετικά με το πρόσωπο σου και τις θεραπείες σου, ότι τις κάνεις χωρίς γιατρικά και βότανα. Όπως λένε, ξαναδίνεις το φως σε τυφλούς, κάνεις παράλυτους να περπατάνε, καθαρίζεις λεπρούς, εξορκίζεις πνεύματα και δαιμόνια, θεραπεύεις εκείνους που τυραννιούνται καιρό από αρρώστιες, και ανασταίνεις νεκρούς. Μετά από όλες αυτές τις πληροφορίες, είπα μόνος μου: είτε είσαι Θεός και κάνεις αυτά τα θαύματα επειδή κατέβηκες από τον ουρανό, είτε, επειδή τα κάνεις αυτά, είσαι Υιός του Θεού. Ως εκ τούτου, με αυτή την επιστολή, στρέφομαι σε σένα με την παράκληση να κοπιάσεις στο σπίτι μου και να με απαλλάξεις από την πάθηση μου. Διότι άκουσα επίσης ότι οι Ιουδαίοι μουρμουρίζουν εναντίον σου και θέλουν να σου κάνουν κακό. Εγώ έχω μια πολύ μικρή, άξια πόλη η οποία επαρκεί και για τους δυο μας».

Ο Ιησούς δέχεται την επιστολή ευμενώς. Ανταπαντά και στέλνει ύστερα με τον Ανανία, τον αγγελιοφόρο του τοπάρχη, την απάντηση του: «Μακάριος είσαι, επειδή πιστεύεις σε εμένα, χωρίς να με έχεις δει. Γράφτηκε δηλαδή σχετικά με το πρόσωπο μου ότι εκείνοι που με είδαν δεν θα με πιστέψουν και ότι εκείνοι που δεν με είδαν θα πιστέψουν και θα ζήσουν. Όσον αφορά τη γραπτή πρόσκληση σου να έρθω στο σπίτι σου, πρέπει να γνωρίζεις: είναι αναγκαίο να εκπληρώσω πρώτα όλα εκείνα για τα οποία στάλθηκα στη γη, και ύστερα, όταν έχουν εκπληρωθεί, θα επιστρέψω κοντά σε Εκείνον που με έστειλε. Μετά την ανάληψη μου θα σου στείλω έναν από τους μαθητές μου, για να σε θεραπεύσει από την πάθηση σου και να δώσει στους δικούς σου ανθρώπους τη ζωή».

Πράγματι, αναφέρει ο Ευσέβιος, μετά την ανάληψη του Ιησού έρχεται ο απόστολος Θαδδαίος και θεραπεύει τον τοπάρχη ο οποίος πίστεψε τόσο πολύ στον Κύριο ώστε «θα ήταν πρόθυμος να εξολοθρεύσει με στρατό τους Ιουδαίους οι οποίοι τον σταύρωσαν», εάν δεν τον εμπόδιζε η κυριαρχία των Ρωμαίων. Φυσικά ο Θαδδαίος θεράπευσε και «πολλούς άλλους πολίτες…, έκανε μεγάλα θαύματα και κήρυξε το λόγο του Θεού…».

Συνεχίζεται αύριο 5.12.2017 το Μέρος 2ο

Διαβάστε επίσης:

Advertisements
This entry was posted in «Ιερές» Διεκδικήσεις, «Ιερή» Εξουσία, βιβλία/ανάγνωση, θρησκεία/κλήρος. Bookmark the permalink.

3 Responses to [βιβλίο-ανάγνωση] Σχεδόν όλες οι λίστες επισκόπων της Αποστολικής παράδοσης είναι πλαστογραφημένες

  1. Ο/Η Πωλίνα Γεμιστού λέει:

    Γιατί αποκρύπτετε από το κοινό σας ότι ο χριστομάχος Ντέσνερ δεν είχε τον παραμικρό ακαδημαϊκό τίτλο για να γράψει την Ιστορία του Χριστιανισμού;
    Γιατί αποκρύπτετε ότι η «Εγκληματική Ιστορία του Χριστιανισμού» έχει δεχθεί σφοδρή κριτική από τους ειδικούς και (εδώ και 10 χρόνια) γελάει όλη η Γερμανία με την επιπολαιότητα και τις γκάφφες του Ντέσνερ;
    Γιατί προσφέρετε το βιβλίο σε συνέχειες, ενώ υπάρχει εδώ και χρόνια αναρτημένο για δωρεάν κατέβασμα στο Διαδίκτυο; Μήπως για να μή πάρουν χαμπάρι οι αναγνώστες σας πόσο λίγος και ουτιδανός είναι ο Ντέσνερ για να τα βάλει με την Αγία Πίστη μας;

    • Ο/Η Κωνσταντίνος Παπαρρηγόπουλος λέει:

      Το 1971 προσήχθη στη Νυρεμβέργη σε δίκη για προσβολές κατά της Εκκλησίας και αθωώθηκε.
      Το έργο του έχει βραβευθεί από μια σειρά σοβαρών οργανισμών
      Τον Ιούλιο του 1993 ακολουθώντας τη βράβευση των Ντούμπτσεκκαι Ζαχάροφ βραβεύτηκε με το βραβείο της International Humanist and Ethical Union

      https://en.wikipedia.org/wiki/International_Humanist_and_Ethical_Union

      Κριτική έχουν δεχτεί όλοι οι αιρετικοί Ιστορικοί που γράφουν αυτά που οι επίσημες Ιστορίες κρύβουν.
      Όσο για τίτλους σπουδών ο εθνικός μας ιστορικός Παπαρρηγόπουλος δεν διέθετε ούτε έναν. Κρατικές σκοπιμότητες τον έκαναν καθηγητή

      https://en.wikipedia.org/wiki/Karlheinz_Deschner
      Karlheinz Deschner
      From Wikipedia, the free encyclopedia

      (….)

      In 1971 he was called before court in Nuremberg, charged with «Insults against the Church», but was acquitted. Outside of Germany, his works remained largely unpublished until the eighties, when translated versions (where necessary) were published in Spain, Switzerland, Italy and Poland. (The fourth part of The Cock Crowed Once Again was translated into Norwegian and published in 1972).

      Deschner worked on his ambitious Criminal History of Christianity from 1970 to 2013.[2] He had no official research grants, honoraria, stipends, emoluments or official positions, but had been financially supported by a few friends and readers. His friend and patron Alfred Schwarz was able to celebrate the appearance of Volume 1 in September 1986 but did not live to see Volume 2 reach publication.

      The German entrepreneur Herbert Steffen, founder of the humanistic Giordano Bruno Foundation has continued to support Deschner’s work. In 1989 German weekly news magazine Der Spiegel published a recension of the first two volumes. The article was written by Horst Herrmann, a former professor of Church law at Münster University who left the Catholic Church in 1981.[3]

      During the summer semester of 1987 Deschner taught a course entitled Criminal History of Christianity at the University of Münster.[4]

      Karlheinz Deschner was a member of the Serbian Academy of Sciences and Arts in Department of Historical Sciences

      Prizes
      Βραβεία
      In a foreword of his The Criminal History of Christianity an overview of awards and prizes is presented:[4]

      Deschner was awarded the Arno Schmidt Prize in 1988, succeeding Wolfgang Koeppen, Hans Wollschläger and Peter Rühmkorf. In June 1993 he followed Walter Jens, Dieter Hildebrandt, Gerhard Zwerenz and Robert Jungk in winning the Alternative Büchner Prize and in July 1993, following Andrei Sakharov and Alexander Dubček, he was the first German to be recognized with the International Humanist Award. In September 2001 he received the secularistic Erwin Fischer Prize, to be followed in November 2001 by the Ludwig Feuerbach Prize.

  2. Ο/Η Ιερέας Χ λέει:

    http://nikiphoros.weebly.com/page-9-greek.html
    Αρχιεπισκοπος Νικηφορος / Archbishop Nikiphoros

    Ανακοίνωση του Αναθέματος, Οκτώβριος, 2007

    ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΙΣ

    Ἀπό τό ἔτος 1988 ἄρχισα ἕναν ἀγώνα διαμαρτυρίας ἐναντίον τοῦ Πατριάρχου Διοδώρου ἐξ αἰτίας τῆς καταστάσεως πού δημιούργησε ἐκεῖνος καί ἡ ὁποία, κατά κοινήν ὁμολογία ἦταν, τό λιγότερο, ἀπαράδεκτη. Ὡς Ἐπίσκοπος καί μέλος τῆς Ἱ. Συνόδου πίστευα, καί τό πιστεύω ἀκόμα, ὅτι εἴχα τό δικαίωμα, ἀλλά καί τό καθῆκον, νά ἐκφέρω τήν γνώμη μου, θετική ἤ ἀρνητική, γιά ὅτι ἀφοροῦσε το Πατριαρχεῖο.

    Δυστυχώς, ὁ Πατριάρχης, καί ὅπως ἀπεδείχθη ἐκ τῶν ὑστέρων, καί ἡ πλειοψηφία τῶν Συνοδικῶν καί τῶν ὑπολοίπων μελῶν τῆς Ἀδελφότητος, εἴχαν διαφορετική γνώμη, καί συμφωνούσαν μέ τον Πατριάρχη ὅτι, ὅπως ἐκεῖνος ἀδιάντροπα ἐδήλωσε, » Πατριάρχης εἶμαι καί κάνω ὅτι θέλω», μέ ἀποτέλεσμα νά μέ τιμωρήσουν μέ μιά σειρά ἀπό τιμωρίες καί τελικά μέ καθαίρεση τό ἔτος 1994.

    Παρ’ ὅλα αὐτά παρέμεινα στήν Ἱερουσαλήμ μέ τήν ἐλπίδα ὅτι θά καταλάβαιναν τό λάθος τους καί τό συμφέρον τοῦ Πατριαρχείου καί θά ἀποκαθηστούσαν τήν τάξη στήν Ἀδελφότητα γιά νά προσφέρω κι’ ἐγώ, ἀλλά καί ἄλλοι, τίς ταπεινές ὑπηρεσίες μας στήν Ἐκκλησία.

    Αὐτό ὅμως δέν κατέστη δυνατόν, τουλάχιστον μέχρι τόν θάνατο τοῦ Πατριάρχου Διοδώρου, κατά τό ἔτος 2000. Μέ τήν ἐκλογή τοῦ νέου Πατριάρχου Εἰρηναίου καί ἐνώ περίμενα τήν πανηγυρική ἀποκατάστασή μου, μοῦ ἐζήτησαν νά δηλώσω, γιά νά μέ ἀποκαταστήσουν, ὅτι ἐγώ ἔφταιγα γιά τίς τιμωρίες πού μοῦ ἐπέβαλαν καί ὅτι δικαίως τιμωρήθηκα. Φυσικά, δέν ἦταν δυνατόν νά δεχτῶ κάτι τέτοιο καί, εἰς ἔνδειξη διαμαρτυρίας, ἀπεχώρησα ἀπό τήν Ἱερουσαλήμ, τό καλοκαίρι τοῦ ἔτους 2002.

    Οἱ ἐξελίξεις μέ τόν Πατριάρχη Εἰρηναῖο μέ δικαίωσαν γιά μιά ἀκόμη φορά. Ἤλπιζα λοιπόν ὅτι ὁ νέος Πατριάρχης θά ἔδινε ἕνα τέλος στήν ἄδικη καί ἀντιχριστιανική τιμωρία μου. Καί πάλι ἔπεσα ἔξω. Ὁ Πατριάρχης Θεόφιλος, ἄνθρωπος τόν ὁποῖο ἐμπιστευόμουν καί ὑποστήριζα γιά τήν θέση τοῦ ἡγέτη τῆς Ἁγιοταφιτικῆς Ἀδελφότητος, σέ συνεργασία μέ τόν Ἀρχιγραμματέα του, Ἀρχιεπίσκοπο Κωνσταντίνης Ἀρίσταρχο, ἀποδείχθηκαν χειρότεροι καί ἀναξιότεροι ἀπό τούς προκατόχους τους καί ἐνώ προσποιήθηκαν ὅτι θέλουν νά μέ ἀποκαταστήσουν, στήν οὐσία μέ κατεδίκασαν ἠθικά, μέ τήν ἐπίσημη δήλωσή τους ὅτι, μέ ἀπεκατέστησαν, καί μάλιστα μέ προήγαν μέ τόν τίτλο τοῦ Ἀρχιεπισκόπου, μόνον ἀφοῦ ἐγώ «ἐδήλωσα εἰλικρινή μετάνοια» γιά τίς διαμαρτυρίες μου ἐναντίον τοῦ Πατριάρχου Διοδώρου, πρᾶγμα τό ὁποῖο δέν εἶναι ἀλήθεια. Μέ τήν ἀπόφασή τους αὐτή, βασικά, δικαίωσαν τόν Διόδωρο καί τό ἐπιτελεῖο του.

    Ἐπειδή ἡ ἐξέλιξη αὐτή τῆς καταστάσεώς μου εἶναι τελείως ἀπαράδεκτη γιά μένα, καί ἐπειδή ὁ Πατριάρχης ἀρνεῖται τήν ἐπανεξέταση τῆς ὑποθέσως, δηλώνω ὅτι ΑΝΑΘΕΜΑΤΙΖΩ τόν Πατριάρχη Θεόφιλο, τόν Ἀρχιεπίσκοπο Κωνσταντίνης Ἀρίσταρχο καί ὅλους ἐκείνους οἱ ὁποῖοι ἐκουσίως καί ἐνσυνειδήτως συνέβαλαν στήν ἠθική αὐτή καταδίκη μου.

    Ἀθήνα, 21 Ὀκτωβρίου, 2007

    + ο πρώην Ασκάλωνος Νικηφόρος

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s