[βιβλίο] Τσέσλαβ Μίλος, Η κοιλάδα του Ίσσα

[Μετάφραση: Αλεξάνδρα Ιωαννίδου, εκδόσεις Καστανιώτη, 2007 / 384 σελ.]

milosz

Περιγραφή
Ένα αγόρι μεγαλώνει σε ένα λιθουανικό χωριό στα σύνορα με την Πολωνία. Γνωρίζει τον κόσμο μέσα απ’ τα παιχνίδια στη φύση και καταλαβαίνει την αγριότητα της ζωής μέσα απ’ τις ιστορίες έρωτα και θανάτου των ανθρώπων του χωριού. Oνειρεύεται να ζήσει όλη του τη ζωή στο δάσος, κυνηγώντας, αλλά τελικά θα αναγκαστεί να φύγει για να πάει στο σχολείο, στην Πολωνία.
Στο αυτοβιογραφικό του αυτό μυθιστόρημα, ο Τσέσλαβ Μίλος (Βραβείο Νόμπελ 1980) εκφράζει την απέραντη νοσταλγία του για τα ονειρεμένα παιδικά του χρόνια στη Λιθουανία, αναβιώνοντας με το μοναδικό του ύφος μια μακρινή γωνιά της Bόρειας Ευρώπης των αρχών του εικοστού αιώνα.

Κρίσεις του βιβλίου

roidis-laskaratosΤης ©Τιτίκας Δημητρούλια
«Πάντοτε πίστευα ότι το συγκεκριμένο μυθιστόρημα ανήκει σε μια […] ιδεώδη λιθουανική λογοτεχνία. Στη λογοτεχνία αυτή, […] έχουμε αυτούς τους χαρακτήρες και αυτά τα μοτίβα, αυτά τα τοπία και αυτές τις εποχές, αλλά, δυστυχώς, δεν έχουμε κανένα μυθιστόρημα που να τα συναιρεί όλα σε ένα τόσο ολοκληρωμένο και όμορφο έργο. Το εν λόγω μυθιστόρημα ανήκει στην πολωνική λογοτεχνία. Υπό μία έννοια όμως, αυτό δεν έχει τελικά καμία σημασία».

Η περιγραφή της «Κοιλάδας του Ισσα» από τον φίλο του Τσέσλαβ Μίλος, Λιθουανό ποιητή Τομάς Βενκλόβα μας εισάγει κατευθείαν στην ιδιαιτερότητα του έργου: ο Πολωνός νομπελίστας Μίλος, σημαδεμένος από την ξενότητα και την εξορία, έγραψε ένα αριστουργηματικό πολωνικό μυθιστόρημα που θα μπορούσε να θεωρηθεί ο ακρογωνιαίος λίθος της λιθουανικής μυθιστοριογραφίας. Γεννημένος στη Λιθουανία, που απ’ όταν έπαψε να είναι ένα «απάτητο δάσος που το επισκέπτονταν λιγοστά πλοία των Βίκινγκς και μόνο» δεν σταμάτησε να αλλάζει χέρια. Εζησε στην Πολωνία, υπηρέτησε αρχικά ως διπλωμάτης το κομμουνιστικό καθεστώς και στη συνέχεια ζήτησε πολιτικό άσυλο στο Παρίσι (1951). Το 1960, μετακόμισε στις ΗΠΑ. Γύρισε στην Πολωνία μετά το Νόμπελ του 1980 και όταν πια τα έργα του κυκλοφορούσαν ελεύθερα, όπου και πέθανε.

Αντιφρονών, όχι ως λαμπρό πνεύμα αλλά ως ευαίσθητο στομάχι όπως έλεγε, συγγραφέας ενός θρυλικού δοκιμίου για τον ολοκληρωτισμό («Η αιχμάλωτη σκέψη», Ευρωεκδοτική), ο Μίλος θεωρείται ένας από τους μεγαλύτερους ποιητές του καιρού μας, καθώς εντάσσει την Ιστορία σε μια ποίηση έντονα μεταφυσική, όσο και ριζωμένη στα πράγματα καθαυτά, τα οποία μεταμορφώνει. Αρνήθηκε τη λειτουργία της «υγιούς» σοσιαλιστικής τέχνης, διεκδικώντας το δικαίωμα της τέχνης στην πλάνη και προείπε τα κακά του πολέμου, αλλά και την πτώση του ολοκληρωτισμού – την ώρα που «εκατομμύρια οπαδοί της Νέας Πίστης θα στραφούν εναντίον της».

Πολιτική κριτική
Ενα από τα σημαντικότερα έργα του, η «Κοιλάδα του Ισσα», γραμμένη στις αρχές της δεκαετίας του ’50 και δημοσιευμένη το 1955, μιλάει για τα παιδικά χρόνια του συγγραφέα στη Λιθουανία, μακριά από τους γονείς του, στο σπίτι των παππούδων του. Από το έργο δεν λείπει η πολιτική σκέψη και κριτική, όπως στην πραγμάτευση της σχέσης αφεντάδων – χωρικών· ή στη θαυμάσια παρωδία με τη συνέλευση των διαβόλων που ενημερώνονται από την Κεντρική Επιτροπή τους για τη ρύθμιση της συμπεριφοράς τους: «λήγουν τα χοροπηδητά στα δάση και στους αγρούς» […], η πρόοδος τους εγκλωβίζει σε ζοφερές γωνιές της γης». Είναι οι πάμπολλοι διάβολοι που αποτελούν το πλέον διακριτικό γνώρισμα του Ισσα και της κοιλάδας του και κάνουν τον συγγραφέα να αναρωτιέται: «πώς να ξεχωρίσει κανείς τα όντα που ήρθαν στην περιοχή με την εμφάνιση του Χριστιανισμού από τα άλλα τα αρχαιότερα;».

Δεν λείπει ο μεταφυσικός προβληματισμός, συχνά από πρόσωπα απροσδόκητα, όπως ο νεαρός νταής Ντόμτσιο, πρότυπο για τον Τόμας, που συναρτά την περί Θεού ανάλυσή του με την κοινωνική αδικία· αλλά και ο «αιρετικός και προδότης» μακρινός πρόγονος του Τόμας με τις θεολογικές ανησυχίες. Πανταχού παρόν το χιούμορ, η χαρακτηριστική λεπτή ειρωνεία του, χρωματισμένη συχνά με τρυφερότητα. Ενώ η αντίληψή του για το απρόσφορο των ειδολογικών διακρίσεων, που τόσο ωραία καταγράφει στο ποίημα του «Ars poetica»: «Πρόσβλεψα πάντα σ’ ένα σχήμα πιο άνετο, / ελεύθερο από τις απαιτήσεις της ποίησης ή της πρόζας, / που θα μας βοηθούσε να καταλάβουμε ο ένας τον άλλον δίχως να εκθέτει / τον ποιητή ή τον αναγνώστη σε υπέρτατες αγωνίες», βρίσκει εδώ λαμπρή εφαρμογή.

Αυτό που δίνει όμως τον τόνο στο κείμενο, είναι η νοσταλγία που επενδύει την αναρώτηση για την ταυτότητα, για τον ορισμό του προσωπικού μέσα από το συλλογικό, όπως την εκφράζει ο ίδιος ο μικρός Τόμας που, όπως ωραία το θέτει η Αλεξάνδρα Ιωαννίδου στο εμπεριστατωμένο επίμετρό της, είναι και δεν είναι ο Μίλος: «πώς συμβαίνει να είμαστε αυτοί που είμαστε; Από τι εξαρτάται; Και ποιος θα ήταν αν είχε γίνει κάποιος άλλος;».

Ποιητικό μυθιστόρημα μαθητείας, η «Κοιλάδα του Ισσα» μιλάει για το πέρασμα από την παιδική ηλικία στην εφηβεία και από τον προπτωτικό, φυσικό παράδεισο στο άστυ. Το μυθιστόρημα έχει παραλληλιστεί με το «Ουόλντεν» του Χένρι Ντέιβιντ Θορό, την «Παιδική ηλικία» του Τολστόι και πολλά άλλα. Ο Ελληνας αναγνώστης, όμως, εύκολα αντιλαμβάνεται μια πολύ πιο οικεία, όσο και αναπάντεχη, συγγένεια: αυτήν με τον Παπαδιαμάντη. Σαν τη Σκιάθο, η Λιθουανία είναι ένας τόπος εκτός χρόνου -παρόλο τον απόηχο της Ιστορίας-, μια Εδέμ όπου κανείς μπορεί να προσεγγίσει την ευτυχία μέσα από την αθωότητα. Ο καθολικισμός του Μίλος, σαν την ορθοδοξία του Παπαδιαμάντη, δεν αποκλείει τον παγανισμό και τον πανθεϊσμό. Το κείμενο, περισσότερο βιωματικό παρά αμιγώς αυτοβιογραφικό, όπως και τα διηγήματα του Παπαδιαμάντη, έχει χαλαρή πλοκή, κάτι που ορισμένοι κριτικοί του έχουν προσάψει ως μειονέκτημα.

Σκηνές της καθημερινότητας
Ο Μίλος περιγράφει πολλές σκηνές της καθημερινής ζωής, όπως και ανθρώπινους τύπους με το γνωστό του χιούμορ, σε μια κοινωνία οργανικά συνδεδεμένη με τη Φύση. Οι παππούδες του Τόμας, οι περιπέτειές του με τις πρώτες φιλίες του, η εξωτερική πραγματικότητα που εισβάλλει υπό μορφή χειροβομβίδας στο δωμάτιό του, που ευτυχώς δεν σκάει, τα παιχνίδια, ο έρωτας και ο θάνατος μέσα από τις ζωές των ανθρώπων του χωριού, τα δέντρα, τα φυτά, τα πουλιά, τα ζώα, όλα παρουσιάζονται με έναν ποιητικό ρεαλισμό που δημιουργεί μοναδική ατμόσφαιρα. Και μέσα από τη μελέτη των ηθών, την προσπάθεια αυτοπροσδιορισμού με αναγωγή στις ρίζες, στη γη την ίδια, τα μαύρα χώματα του Ισσα, τίθενται ερωτήματα καίρια, για την έννοια του εθνικού, του ταξικού, το νόημα της θρησκείας, το νόημα της ίδιας τη ζωής.

Το νερό, ο σκοτεινός ποταμός που επηρεάζει τους ανθρώπους, η άνοιξη, τα φαντάσματα που δεν αφήνουν σε χλωρό κλαρί τους ζωντανούς, οι νεροφίδες και τα μελίσσια, οι μεταπτώσεις μιας παιδικής συνείδησης ενοχικής και εφεκτικής για λόγους κληρονομικούς, κατά τη μία γιαγιά που έζησε στην πόλη, η συνοίκηση καθώς ορίζεται από το εθνικό και το ταξικό, όλα εντυπώνονται ανεπαισθήτως στον αναγνώστη. Διότι ο Μίλος γράφει ένα «πρωτόγονο» μυθιστόρημα, με την έννοια που χρησιμοποίησε ο ίδιος τον χαρακτηρισμό για το «Δόκτωρ Ζιβάγκο»: τα πράγματα κυριαρχούν σε μια αχρονία που δεν εμποδίζει την εισβολή του πραγματικού και της ιστορίας, αλλά τα επανερμηνεύει με όρους «αιώνιας μνήμης». Ενα κλασικό μυθιστόρημα.

roidis-laskaratos

Του ©Αλέκου Λασκαράτου
Ο Πολωνός Τσέσλαβ Μίλος (Cheslaw Milosz, 1911-2004), βραβείο Νόμπελ λογοτεχνίας, 1980, θεωρείται περισσότερο ποιητής παρά πεζογράφος. Ο ίδιος χαρακτηρίζει το μυθιστόρημά του «Η κοιλάδα του Ίσσα», ως πεζό ποίημα. Όπως και να το χαρακτηρίσει κανείς, πρόκειται για ένα βιβλίο που σε εκπλήσσει με την δύναμή του, με την αγάπη του στην φύση και τη ζωή. Μην βιαστείτε να νομίσετε πως πρόκειται για καμία γλυκανάλατη ελεγεία. Τίποτε το γλυκανάλατο εδώ. Ο μικρός Τόμας περνά τα πρώτα έντεκα της ζωής του με τον παππού και τη γιαγιά του στην Λιθουανία, στα σύνορα με την Πολωνία, όπου τον έχουν στείλει οι γονείς του (για άγνωστο σε εμάς λόγους, πιθανά οικονομικούς), σε ένα χωριό στην κοιλάδα του Ίσσα ποταμού. Τον παρακολουθούμε στην καθημερινότητά του να ανακαλύπτει τη φύση, να την μελετά, να γίνεται κομμάτι της. Μελετά τα πουλιά, και ονειρεύεται να γίνει δεινός κυνηγός όπως οι θείοι και άλλοι συγγενείς που τον περιβάλλουν. Τα πουλιά, αλλά και όλη η πολύ πλούσια φύση της περιοχής γίνονται αντικείμενο μελέτης και καταγραφής από τον νεαρό Τόμας. Μαζί με τον Τόμας, γινόμαστε και εμείς γνώστες και κομμάτι αυτής της φύσης που μας περιγράφεται με λεπτομέρεια χωρίς όμως συναισθηματισμούς. Οι περιγραφές, σαν μεγάλες τοιχογραφίες. Ο θαυμασμός και η αγάπη προς τη φύση προκύπτουν, όχι επειδή μας το λέει ο Τόμας ή γιατί το υπαινίσσεται ο αφηγητής. Και εδώ βρίσκεται η μεγάλη μαεστρία του Μίλος. Δεν φέρνει την φύση προς εμάς, αλλά εμείς οι ίδιοι πηγαίνουμε προς αυτήν, μέσα από την «στεγνή», σχεδόν επιστημονική, στην λεπτομέρειά της, περιγραφή. (Κάτι σαν τους πίνακες του Breugel με τη λεπτομερή και συστηματική περιγραφή όλων των παιδικών παιχνιδιών ή τις ασθένειες των τυφλών, όπου ο καθένας πάσχει και από διαφορετικό νόσημα, ή τέλος την περιγραφή των γνωστών εκείνη την εποχή παροιμιών).

Ο Τόμας λοιπόν, (που δεν είναι στην πραγματικότητα άλλος από τον ίδιο τον συγγραφέα στα παιδικά του χρόνια), γνωρίζει τον κόσμο μέσα απ’ τα παιχνίδια στη φύση και καταλαβαίνει την αγριότητα της ζωής μέσα από τις ιστορίες έρωτα και θανάτου των ανθρώπων του χωριού. Το βιβλίο τελειώνει με την μητέρα του (παραμένει μια φιγούρα φάντασμα  που δεν αποκαλύπτεται) η οποία έρχεται να τον παραλάβει για να πάει στο σχολείο στην Πολωνία.

Είμαι στα μέσα ενός επόμενου βιβλίου που διαβάζω, όμως η Κοιλάδα του Ίσσα δεν με έχει αφήσει. Νοιώθω ακόμα (εμ)ποτισμένος σε όλα μου τα κύτταρα από αυτό το πολύ μεγάλο βιβλίο.

Η μετάφραση και η επιμέλεια του βιβλίου, με πολλά στοιχεία από τη ζωή του Μίλος, εξαιρετικές.

Advertisements
This entry was posted in βιβλία/ανάγνωση. Bookmark the permalink.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s