[βιβλίο-ανάγνωση] Πλαστογραφίες με το όνομα εκκλησιαστικών Πατέρων

[Karlheinz Deschner, Η εγκληματική ιστορία του χριστιανισμού – Τόμος: Αρχαία Χριστιανική Εκκλησία, εκδόσεις Κάκτος]

deschner7-23dec16

Διαβάστε επίσης:

Απόσπασμα (σ.σ. 195- 206)
Από τον 3ο αιώνα και μετά «ορθόδοξοι» και «αιρετικοί» πλαστογραφούν με τα ονόματα διακεκριμένων εκκλησιαστικών συγγραφέων. Όσο πιο γνωστοί είναι, τόσο μεγαλύτερη είναι η κατάχρηση της αυθεντίας τους. Θα μπορούσαμε να πούμε ότι ο αριθμός των πλαστογραφιών που έγιναν στο όνομα τους, είναι ενδεικτικός του κύρους τους.

Από τον Κλήμεντα της Ρώμης, τον φερόμενο ως τρίτο διάδοχο του Πέτρου ο οποίος, όπως λέγεται, πρόλαβε και χειροτόνησε ο ίδιος τον Κλήμεντα, υπάρχει ένα και μοναδικό γνήσιο κείμενο· όλοι οι Ψευδο-Κλήμεντες πλαστογραφήθηκαν με στόχο να θεωρηθούν αληθινοί —«μία ολόκληρη βιβλιοθήκη» (Bardy). Ανάμεσα τους και η ονομαζόμενη Β’ Επιστολή Κλήμεντος —«το αρχαιότερο χριστιανικό κήρυγμα που σώζεται», όπως εξαίρει με αραιή γραμματοσειρά η Πατρολογία του Altaner «ένας παραινετικός λόγος για τη βελτίωση των ηθών ενόψει της επικείμενης συντέλειας», όπως περιγράφει ο Kraft την πλαστογραφία. Εκτός αυτού: είκοσι πλαστογραφημένες Ομιλίες, δήθεν (συντετμημένα) κηρύγματα του Πέτρου, στα οποία ο Ιησούς, σύμφωνα με την ιουδαιοχριστιανική τάση, λέει κάποτε: «Δεν επιτρέπεται να θεραπεύετε τους ειδωλολάτρες οι οποίοι μοιάζουν με σκυλιά…»· δέκα πλαστογραφημένα βιβλία Recognitiones (Αναγνωρισμών) που έχουν ως θέμα τους τα ταξίδια τα οποία ισχυρίζεται ότι έκανε μαζί με τον Άγιο Πέτρο ο Κλήμης· δύο ψευδοκλημέντειες επιστολές «Ad virgines (Προς παρθένους)», ένας χριστιανός Κνίγκε, θα λέγαμε, για παρθένες και ασκητές- κατά τις επιστολές ο Ιησούς για λόγους αγνότητας παρακάλεσε την Παναγία να μην τον αγγίζει: πλαστογραφίες στο σύνολο τους οι οποίες προέκυψαν σχεδόν όλες μόλις τον 3ο και 4ο αιώνα.

Ο χριστιανός πλαστογράφος ο οποίος, όπως και να το κάνουμε, γράφει την εποχή της δουλείας, της χείριστης μορφής εκμετάλλευσης, είναι προφανώς πολύ ικανοποιημένος με την επικρατούσα κοινωνική τάξη πραγμάτων. Όλοι οι πλούσιοι που εμφανίζονται είναι η προσωποποίηση της καλοσύνης, ο αυτοκράτορας τιμάται στους υψηλότερους τόνους, φυσικά ο πολυθεϊσμός στηλιτεύεται, ωστόσο συνιστάται η διατήρηση κάποιων ειδωλολατρικών εθίμων, όπως το λουτρό μετά τη συνουσία. Ενώ (ο γνήσιος) Κλήμης της Ρώμης ήταν σύμφωνα με κάποιες πλαστογραφίες κάποιος απελεύθερος ή γιος απελεύθερου, σύμφωνα με άλλες κατάγεται «από γένος συγκλητικών και από το δένδρο των καισάρων» (Hennecke). Δεν γνωρίζουμε τίποτα γι’ αυτόν που θα ήταν έστω κατά το ήμισυ βέβαιο. Αλλά παρ» όλα αυτά είναι πολύ διάσημος.

Από τον Αντιοχέα επίσκοπο Ιγνάτιο, ο οποίος απεβίωσε τον πρώιμο 2ο αιώνα, μας έχουν παραδοθεί επτά επιστολές, των οποίων η γνησιότητα ήταν δικαιολογημένα υπό διαρκή αμφισβήτηση. Πάντως τον όψιμο 4ο αιώνα βελτιώθηκαν και συμπληρώθηκαν αυτές οι (γνήσιες) επιστολές με μεροληπτικές παρεμβολές. Και για άλλη μια φορά αυτός ο πλαστογράφος παράθεσε και καταλήστεψε μια άλλη πλαστογραφία, τις «Διαταγές των Αποστόλων». Ο ίδιος απατεώνας, ένας «ορθόδοξος», πλαστογράφησε τότε και άλλες έξι επιστολές. Ο Ψευδο-Ιγνάτιος τις ανακάτεψε πολύ επιδέξια με τις γνήσιες και τις επιμελήθηκε όλες, όπου αρχίζοντας με δύο πλαστές, τις ενάλλασσε «σε σχέση 2:2:2:3:2:2» (Brox). Το Μεσαίωνα έρχονται να προστεθούν και άλλα τέσσερα λατινικά πλαστά κείμενα τα οποία έχουν στο επίκεντρο την Παναγία — και μια επιστολή προς την Αγία Παρθένο μαζί με μια απάντηση της! — , και αυτές οι πλαστογραφίες «θεωρούνταν από όλους γνήσιες» (Altaner/Stuiber)

Αιώνες ολόκληρους πλαστογραφούσαν και με το όνομα του Αγίου Ιουστίνου, του σημαντικότερου απολογητή και μεγάλου αντιιουδάίστή του 2ου αιώνα. Έχουμε από αυτόν τρία γνήσια αλλά όχι εντελώς πλήρη, πιθανώς ακρωτηριασμένα, και εννέα πλαστά κείμενα, εκ των οποίων τα τελευταία συντάχθηκαν μάλλον τον 4ο και 5ο αιώνα. Τρεις μη γνήσιες απολογίες, των οποίων οι τίτλοι ταυτίζονται με εκείνους των γνήσιων αλλά χαμένων έργων του Ιουστίνου, προέκυψαν ίσως τον 3ο αιώνα ακόμη: ένας Λόγος παραινετικός, ίνας Λόγος (και τα δύο κείμενα απευθύνονται στους ειδωλολάτρες οι οποίοι επιπλήττονται ανάλογα, καθώς τα δύο κείμενα προβάλλουν μόνο αλήθειες, αφού τις αντλούν από τον Μωυσή ή τους προφήτες, τους μοναδικούς διδασκάλους της αλήθειας), όπως και το Περί μοναρχίας (για τη μοναδικότητα του Θεού). Η τελευταία πλαστογραφία προσπαθεί να αποδείξει την αλήθεια του μονοθεϊσμού με παραθέματα από Έλληνες ποιητές, όπου και τα παραθέματα είναι εν μέρει πλαστογραφημένα.

Με το όνομα του Τερτυλλιανού, ο οποίος γεννήθηκε περίπου γύρω στο 150 στην Καρχηδόνα και έγινε αργότερα «αιρετικός», πλαστογράφησαν την πραγματεία «De exsecrandis gentium diis (Περί των επάρατων θεών των εθνών)» η οποία επικρίνει σφόδρα τις ανάξιες αντιλήψεις των ειδωλολατρών περί του Θεού· εκτός αυτού, σε πέντε βιβλία και με κακά Λατινικά, το «Carmen adversus Marcionitas (Άσμα κατά μαρκιωνιτών)», μάλλον από τον 4ο αιώνα· όπως και μια συλλογή 32 «αιρετικών πίστεων» με τον τίτλο «Adversus omnes haereses (Κατά πασών των αιρέσεων)», μια πλαστογραφία η οποία συγγραφέα έχει τον πάπα Ζεφυρίνο (199-217) ή έναν από τους κληρικούς του.

Ντουζίνες κείμενα υπάχθηκαν στο όνομα του Αγίου Κυπριανού, πραγματείες, επιστολές, προσευχές· σίγουρα ή κατά πάσα πιθανότητα προέρχονται από καθολικούς επισκόπους της Αφρικής, όπως το «Ad Novatianum (Προς Νοβατιανό)», «De singularitate clericorum (Περί αγαμίας κληρικών)», «Epistula ad Turasium (Επιστολή προς Τυράσιο)», «Adversus aleatores (Κατά κυβευτών)». Αντιθέτως οι καθολικοί —150 χρόνια μετά το θάνατο του Κυπριανού— ανακήρυξαν σε πλαστές όλες τις (γνήσιες) επιστολές του για τη βάπτιση των αιρετικών, καθώς δεν ανταποκρίνονταν στην καθολική διδασκαλία.

Οι οπαδοί του Πελάγιου, αφού ανακηρύχθηκε αιρετικός, διέδωσαν τα κείμενα του με το όνομα των «ορθόδοξων» Ιερώνυμου, πάπα Σίξτου, Αθανάσιου, Αυγουστίνου, Σουλπίκιου Σεβήρου, Παυλίνου της Νόλας. Ο αποκαλούμενος Πραιδεστινάτος (Praedestinatus: Προορισμένος), ένας άγνωστος πελαγιανός —ίσως ο μοναχός Αρνόβιος (ο νεότερος) ή ο επίσκοπος Ιουλιανός του Αικουλάνου —θέλησε να στηρίξει το φιλόδοξο πλαστό έργο του (σε τρία βιβλία) δίνοντας την εντύπωση της ορθοδοξίας ως υπερασπιστής του Αυγουστίνου, τη διδασκαλία του οποίου περί προεπιλογής και θείας χάριτος προσπαθούσε στην πραγματικότητα συστηματικά να πλήξει.

Όσο μεγαλύτερο κύρος απολάμβανε ένα άγιος, τόσο μεγαλύτερη προτίμηση έβρισκε το όνομα του ανάμεσα στους χριστιανούς πλαστογράφους. Αλλά όσο τεράστιος κι αν ήταν ο όγκος αυτών των πλαστογραφιών, τα ονόματα των πλαστογράφων συνήθως είναι τόσο σπάνια γνωστά, όσο ήταν πιθανώς και για τους σύγχρονους τους.

Με τεράστιες ποσότητες πλαστών κειμένων τίμησαν τον Άγιο Πατέρα της Εκκλησίας Αθανάσιο ο οποίος ήταν ο ίδιος μεγάλος πλαστογράφος ενώπιον του Κυρίου. Λουκιφεριανοί, απολλιναριστές, νεστοριανοί «επιμελήθηκαν», γέμισαν παρεμβάσεις βιβλία του Αθανάσιου, αλλά του απέδωσαν και εντελώς ξένα. Και κάποια από αυτά τα τελευταία έγιναν σχεδόν περισσότερο γνωστά από ό,τι τα γνήσια. Τον έντονα αντιιουδάίκό και πλαστό έργο «Historia imaginis Berytensis (Λόγος εις το θαϋμα το γεγονός εν Βηρυτω, περί της τίμιας και σεβάσμιας εικόνος τοϋ Κυρίου και Θεοϋ ημών)» π.χ. το παρουσίασαν στη Β’ Σύνοδο της Νικαίας (787) και το Μεσαίωνα το εκδώσανε σε περισσότερα αντίτυπα από οποιαδήποτε γνήσιο.

Καθώς ο «Πατέρας της ορθοδοξίας» ήταν βράχος της ορθοδοξίας της Νικαίας, του απέδιδαν κατά προτίμηση βιβλία με θέμα το τριαδικό δόγμα ή τη χριστολογία, γενικά έναν ποταμό δογματικών κειμένων. Πλαστογράφησαν με το όνομα του έναν «Sermo maior de fide (Μείζονα λόγο περί πίστεως)», μια «Expositio fidei (Έκθεση πίστεως)», «Interpretatio in symbolum (Ερμηνεία εις το Σύμβολον)», δύο «Dialogi contra Macedonianos (Λόγους εν είδει διαλέξεως κατά Μακεδονιανών)», πέντε «Dialogi de sancta trinitate (Διάλογους περί της Τριάδος)». Από όλες τις συνόψεις της «ορθόδοξης» πίστης γνήσιες είναι στην καλύτερη περίπτωση μόνο δύο. Μόνο έξι ψευδοαθανάσεια κηρύγματα έχουν ως συγγραφέα το μητροπολίτη Βασίλειο της Σελεύκειας (πέθανε γύρω στα 468). Όμως, και ανάμεσα στα 41 κηρύγματα του τα οποία εξέδωσε ο Migne μερικά δεν είναι γνήσια. Αλλά οι πλαστογράφοι μπορούν σπάνια μόνο να κατονομαστούν. Ήδη οι επονομαζόμενοι Μαυρίνοι (ο γαλλικός κλάδος του τάγματος των Βενεδικτίνων, ιδρυθείς το 1618 και επικυρωμένος από τον πάπα το 1621) των οποίων η βασική μονή ήταν το αββαείο του Σαιν-Ζερμαίν-ντε-Πρε (Αγίου Γερμανού του Πρε) κοντά στο ΙΙαρίσι, είχαν ανακηρύξει όλα τα κηρύγματα τα οποία αποδίδονταν ενυπόγραφα στον Αθανάσιο είτε σε αμφίβολα είτε σε νόθα.

Και το περίφημο «Symbolum Athanasianum (Σύμβολον του Αγίου Αθανασίου ή Αθανασιανό Σύμβολο)», το οποίο απέκτησε μεγάλο κύρος και συμπεριελήφθη στη λειτουργία, αναγνωρίστηκε τον 17ο αιώνα ως μη γνήσιο, χωρίς να γνωρίζουμε μέχρι σήμερα τον πραγματικό συγγραφέα. Σχεδόν βέβαιο είναι μόνο ότι αυτό το «Symbolum Athanasianum» (σύμφωνα με την αρχή του κειμένου, επονομαζόμενο και «Quicumque (Οίος: όποιος)» προέκυψε κατά τα τέλη του 5ου αιώνα στη Νότια Γαλατία.

Ένας φίλος του Αθανάσιου, ο ανακηρυγμένος σε αιρετικό επίσκοπος Απολλινάριος της Λαοδίκειας (πέθανε γύρω στα 390), «μία εξέχουσα προσωπικότητα, ένας άνθρωπος με πνεύμα και γνώση, πρώτης τάξεως γνώστης των Γραφών» (Bardenhewer), πλαστογράφησε με μεγάλη επιτυχία μια ολόκληρη σειρά βιβλίων τα οποία χρησιμοποίησε ο Άγιος Κύριλλος ως γνήσιες μαρτυρίες. Ο επίσκοπος Απολλινάριος έγραψε με το όνομα του Αθανάσιου, του Γρηγόριου του Θαυματουργού, του πάπα Ιουλίου Α’. Και οι μαθητές του Απολλινάριου πλαστογραφούσαν με το όνομα του Αθανάσιου, όπως και των επισκόπων Ιουλίου και Φήλικος της Ρώμης, πλαστογράφησαν μια επιστολή του επισκόπου Διονυσίου της Αλεξάνδρειας προς τον επίσκοπο Παύλο τον Σαμοσατέα και άλλα ντοκουμέντα, ακριβώς όπως και μέρος μιας επιστολής προς τον Αθανάσιο, εκτός αυτού μια ολόκληρη αλληλογραφία ανάμεσα στον Πατέρα της Εκκλησίας Βασίλειο και τον Απολλινάριο, και μια ομολογία πίστης η οποία παρουσιάστηκε ως Σύμβολο της Συνόδου της Αντιόχειας (268) ή της Νίκαιας και υπάρχει στα πρακτικά της Συνόδου της Εφέσου.

Οι μονοφυσίτες, οι οποίοι υιοθέτησαν στις ανθολογίες τους πολλές απολλιναριστικές πλαστογραφίες, συχνά πλαστογραφούσαν και οι ίδιοι· π.χ. επιστολές με το όνομα του Συμεών του στυλίτη, μια αλληλογραφία ανάμεσα στο Θεοδώρητο της Κύρρου και το Νεστόριο. Πλαστογράφησαν κομμάτια από επιστολές του Ιγνάτιου της Αντιόχειας (οι οποίες βρίσκονταν στην αραβική και αιθιοπική παράδοση). Με πλαστά κείμενα πολέμησαν τους νεστοριανούς, και ακόμη και τους ίδιους τους εαυτούς τους. Επίσης επενέβησαν σε πολλές «ορθόδοξες» πραγματείες.

Και με το όνομα του Πατέρα της Εκκλησίας Αμβρόσιου υπάρχουν πολλά μη γνήσια κείμενα, π.χ. μια λατινική μετάφραση «Hegesippus sive De bello Iudaico (Hγήσιππος ή Περί ιουδαϊκού πολέμου)» (και στον Σέξτο Ιούλιο Αφρικανό, τον Ευσέβιο και τον Ιερώνυμο αποδόθηκαν φανταστικές μεταφράσεις)· η «Lex Dei sive Mosaicarum et Romanarum legum collatio (Νόμος του Θεού ή Σύγκρισις μωσαϊκών και ρωμαϊκών νόμων)», σημαντική όσον αφορά το εκκλησιαστικό Δίκαιο, φιλοδοξούσε να αποδείξει κάποια εξάρτηση του ρωμαϊκού Δικαίου από την Παλαιά Διαθήκη· μια σειρά πλαστογραφημένων επιγραφών σε στίχους, «Tituli», εκτός αυτού ύμνοι. Ούτε ο δήθεν δοξαστικός ύμνος του Αμβροσίου «Te Deum laudamus (Εσένα, τον Θεό, υμνούμε)» προέρχεται από τον Αμβρόσιο. Με το όνομα του έχει πλαστογραφηθεί επίσης ένα Υπόμνημα στις 13 επιστολές του Παύλου το οποίο γράφτηκε στη Ρώμη επί πάπα Δάμασου (366- 384). Αυτό το Τπόμνημα χαρακτηρίζεται από τον Έρασμο και εξής «Αμβροσιαστής (=Ψευδο-Αμβρόσιος)>>, χωρίς να έχει λυθεί το ζήτημα του πραγματικού συγγραφέα, όπως άλλωστε τόσο συχνά- μια «εξαιρετική επίδοση» πάντως (Altaner/Stuiber) —αλλά σίγουρα όχι του Αμβρόσιου.

Μία πλαστογραφημένη επιστολή του Αμβρόσιου (επιστολή Ρ/, PL 17,821 κ.εξ.) περιέχει τα παρομοίως πλαστογραφημένα πάθη των μαρτύρων Γερβάσιου και Προτάσιου, των οποίων τα λείψανα είχε ανακαλύψει ήδη ο ίδιος ο Αμβρόσιος με τόσο χαρισματικό τρόπο, ώστε πολλοί ερευνητές (συμφωνώντας με τη χριστιανική αυτοκρατορική αυλή της εποχής εκείνης) κάνουν λόγο περί «ευσεβούς απάτης» και «απάτη μεγάλης έκτασης» — και δεν είναι η μοναδική που έχει στο ενεργητικό του ο εκκλησιαστικός Πατέρας.

Τεράστιος αριθμός φανταστικών κειμένων αποδόθηκε στον Ιερώνυμο. Μόνο στη συλλογή των 150 επιστολών του πολλές ντουζίνες είναι μη γνήσιες. Πλαστογραφημένη είναι και μια αλληλογραφία ανάμεσα στον Ιερώνυμο και τον πάπα Δάμασο Α’, η οποία ανοίγει το δρόμο για το «Liber Pontificalis», το επίσημο βιβλίο των παπών, το οποίο με τη σειρά του βρίθει από τόσες πλαστογραφίες, ώστε γύρω στην αλλαγή προς τον 6ο αιώνα είναι σχεδόν άχρηστο από ιστορικής άποψης. Μία άλλη πλαστογραφημένη αλληλογραφία ανάμεσα στο δολοφόνο πάπα και τον εκκλησιαστικό Πατέρα προσφέρει ο Ψευδο-Ισίδωρος. Οι συχνές πλαστογραφίες όμως δείχνουν μόνο «πόσο μεγάλο ήταν το γόητρο το οποίο απολάμβανε εκείνος ως ορθόδοξος συγγραφέας λόγιων δοκιμίων» (Kraft).

Αλλά αυτός ο άγιος είναι (όπως ο Αμβρόσιος ή ο Αθανάσιος) και ο ίδιος πλαστογράφος. Στον προστάτη των λογίων χρωστάμε μια ολόκληρη πλαστογραφημένη βιογραφία, τη «Vita sancti Pauli monachi (Βίος Αγίου Παύλου του ερημίτη)» η οποία περιγράφει την πραγματικά θαυμαστή ζωή του φερόμενου ως πρώτου χριστιανού μοναχού, του Παύλου εκ Θηβαΐδος, του προδρόμου του Αγίου Αντωνίου. Αυτός ο κυριολεκτικά φανταστικός «πρωτερημίτης», ο οποίος σύμφωνα με τον Ιερώνυμο έζησε ενενήντα χρόνια σε ένα σπήλαιο χωρίς να δει άνθρωπο, τρεφόμενος καθημερινά με μισό καρβέλι ψωμί που του έφερνε ένας κόρακας, έως ότου δύο λιοντάρια τού έσκαψαν τον τάφο, αμφισβητείτο ήδη την εποχή που ζούσε ο βιογράφος του. Από την πλευρά των καθολικών όμως η ψεύτικη ιστορία εξακολουθεί να συγκαταλέγεται σήμερα ακόμη στα «ιστορικά κείμενα» του αγίου (Altaner/Stuiber)’ όπως ακριβώς και θρυλικές βιογραφίες μοναχών οι οποίες βρίθουν από απίστευτα θαύματα.

Πλήθος κειμένων πλαστογράφησαν χριστιανοί με το όνομα του Αυγουστίνου, και μη νομίσετε ότι το μοναδικό θέμα ήταν (πολύ λογικά) η θεία χάρη. Δεν θέλησαν να αρκεστούν σε ένα (γνήσιο) κείμενο του Αυγουστίνου «Κατά Ιουδαίων» και έγραψαν άλλα δύο μη γνήσια με το όνομα του: το «Sermo contra Judaeos, Paganos et Arianos de symbolo (Λόγος κατά Ιουδαίων, παγανιστών και αρειανών περί του συμβόλου», όπως και το «Altercatio Ecclesiae et Synagogae (Έριδα Εκκλησίας και Συναγωγής)». Ένα άλλο ασκητικό έργο που αποδίδεται στον Αυγουστίνο το «Soliloquia (Μονόλογοι)» προέρχεται πιθανώς μόλις από τον 13ο αιώνα, αλλά διαβαζόταν πολύ και εξακολούθησε να τυπώνεται επανειλημμένα και σε νεότερους χρόνους, τις περισσότερες φορές μαζί με αλλά δύο ηθοπλαστικά βιβλία τα οποία απέδωσαν στον Αυγουστίνο, τα «Meditationes (Μελέτες)» και «Manuale (Αγιασματάριο)» – «Sermo de Rusticano subdiacono a Donatistis rebaptizato et in diaconum ordinato (Λόγος περί του υποδιακόνου Ρουστικανού, ο οποίος ξαναβαφτίστηκε και διορίστηκε διάκονος)» είναι μάλιστα προφανώς σύγχρονη πλαστογραφία. Εκδόθηκε για πρώτη φορά χωρίς να μπορέσει να ανευρεθεί κάποιο χειρόγραφο, από τον Ιερώνυμο Βινιέ (πέθανε το 1661), έναν «ορατοριανό ο οποίος ήταν γνωστός πλαστογράφος εγγράφων» (Bardenhewer), δηλαδή μέλος ενός ορατόριου το οποίο ιδρύθηκε το 1575 στη Ρώμη από τον Άγιο Φίλιππο Νέρι, μιας κοινότητας με μοναστικά στοιχεία, η οποία περιλάμβανε ιερείς και λαϊκούς. Αλλά το 1842 ακόμη ο

Α. Β. Caillau παρουσίασε στο Παρίσι 164 μη επιμελημένα κηρύγματα του Αυγουστίνου, από τα οποία είναι σχεδόν όλα πλαστά. Και ακριβώς έτσι ή παρόμοια έχουν τα πράγματα στην περίπτωση των (δήθεν) κηρυγμάτων του Αυγουστίνου «S. Augustini sermones ex codicibus vaticanis (Λόγοι του Αγίου Αυγουστίνου από βατικανά χειρόγραφα)», τα οποία επιμελήθηκε στη Ρώμη δέκα χρόνια αργότερα, το 1852, ο καρδινάλιος Άγγελος Μάι. Από τα περισσότερα από εξακόσια κηρύγματα τα οποία φέρουν το όνομα του Αυγουστίνου ως συγγραφέα, πλαστογραφήθηκαν πάντως πάνω από εκατό.

*

Διαβάστε Τετάρτη 28 Δεκεμβρίου:
Ένας χριστιανός πλαστογράφος «Επί αιώνες ο Αρχιδιδάσκαλος του Δυτικού Κόσμου…»

 

This entry was posted in «Ιερή» Εξουσία, βιβλία/ανάγνωση, θρησκεία/κλήρος. Bookmark the permalink.

Μία απάντηση στο [βιβλίο-ανάγνωση] Πλαστογραφίες με το όνομα εκκλησιαστικών Πατέρων

  1. Ο/Η Θεολόγος λέει:


    O πάπας Κλήμης ο Ι, που πλαστογραφήθηκε όσο λίγοι, λόγω του κύρους που αντλούσε από τον Απόστολο Πέτρο.

    Ο Κλήμης Ρώμης υπήρξε αδιαμφισβήτητα η πλέον σημαντική φυσιογνωμία στην εκκλησία της Ρώμης κατά την μεταποστολική περίοδο. Διετέλεσε επίσκοπος από το 12ο έτος της βασιλείας του Δομιτιανού, μέχρι και το τρίτο έτος βασιλείας του Τραϊανού, δηλαδή μεταξύ των ετών 92 και 101. Φέρεται από κάποιες πηγές πως μαρτύρησε, αν και οι πληροφορίες φαίνεται να προέρχονται από μεταγενέστερες πηγές του δ΄ αιώνα. Σύμφωνα με αυτές, ο Κλήμης είχε εξορισθεί στη Χερσώνα, όπου μαρτυρικά παρέδωσε τη ζωή του, αφού ρίχτηκε στη θάλασσα με κρεμασμένη άγκυρα στον τράχηλό του. Όμως παραμένει απορίας άξιον πως ο Ειρηναίος δεν αναφέρει κάτι παρόμοιο, αλλά και ότι οι επισκοπικοί κατάλογοί του φέρουν μόνο επίσκοπο μάρτυρα μέχρι του Ελευθέρου τον Τελεσφόρο, τη στιγμή που ο Ευσέβιος μας πληροφορεί πως ο Κλήμης απεβίωσε φυσικά. Η μνήμη του τιμάται από την Καθολική Εκκλησία στις 23 Νοεμβρίου και από την Ορθόδοξη στις 24.

    Ο Κλήμης στη θεολογία του τονίζει πως οι εκκλησιαστικοί θεσμοί δεν αντλούν την δύναμή τους από το λαό, αλλά από το Θεό.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s