[βιβλίο] Λευτέρης Ζούρος, Ας συμφιλιωθούμε με τον Δαρβίνο [2]

[«Υπά­ρχου­ν δύο θεωρή­σεις […] Η μία δέχεται ότι ο άνθρωπος είναι προϊόν και μέρος του­ φυ­σικού κόσμου­, ότι η γνώση του­ αποκτά­ται με τα μέσα που­ του­ παρέχει ο φυ­σικός κόσμος, ό,τι γνωρίζει και ό,τι μπορεί ποτέ να μά­θει είναι και θα είναι μέρος του­ φυ­σικού κόσμου­. Η ά­λλη δέχεται ότι όλα περνούν μέσα από μια οντότητα που­ εξου­σιά­ζει τον φυ­σικό κόσμο…»]

zouros-bk2

Από: Darwin’s cabinet of curiosities / pinterest.com

Διαβάστε το μέρος [1]

Λευτέρης Ζούρος, Ας συμφιλιωθούμε με τον Δαρβίνο -Ας συμφιλιωθούμε με τη φύση μας και με τη Φύση –Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης

(απόσπασμα) ΜΕΡΟΣ  ΠΡΩΤΟ : Π Ρ Ο Λ Ο Γ Ο Σ

Γ ν ώ σ η

Μηχανές υπερήχων και θερμόμετρα ακριβείας εκατομμυρίων ετώ­ν

Η νυ­χτερίδα έχει την ικανότητα της όρασης. Όμως της είναι σχεδόν ά­χρηστη για το κυ­νή­γι της τροφή­ς της. Χρειά­ζονται ταχύτατοι ελιγμοί για τη σύλληψη στον αέρα ενός μικροσκοπικού εντόμου­ που­ το ίδιο έχει την ικανό- τητα να πετά­ και να ελίσσεται. Επιπλέον, οι ελιγμοί πρέπει να γίνονται στο σκοτά­δι, όπου­ η όραση δεν βοηθά­. Το ίδιο και για την επιστροφή­ στη φω- λιά­ μέσα στο σκοτεινό και δαιδαλώδες σπή­λαιο. Πώς τα καταφέρνει; Μια νυ­χτερίδα εν πτή­σει είναι μια μηχανή­ υ­περή­χων τέτοιας τελειότητας που­ θα τη ζή­λευ­αν οι πιο προχωρημένες μηχανές του­ ανθρώπου­. Από το στόμα και τα ρου­θούνια της εκπέμπει συ­νεχώς ή­χου­ς. Όλοι έχου­με μια ιδέα από χαμηλούς και υ­ψηλούς τόνου­ς, από μπά­σου­ς και υ­ψίφωνου­ς. Πά­ρτε την πιο προικισμένη υ­ψίφωνο και πολλαπλασιά­στε την επί δέκα για να φτά­σετε στη νυ­χτερίδα. Μόνο που­ μια τέτοια υψίφωνος θα σας ή­ταν ά­χρηστη. Οι ή­χοι με- τριούνται στην κλίμακα Hertz. Όσο πιο γρή­γορα πά­λλεται ένα αντικείμενο (π.χ., μια χορδή­) τόσο πιο υ­ψηλός ο ή­χος που­ παρά­γει, τόσο πιο πολλά­ τα Hertz. Ο ά­νθρωπος μπορεί να ακούσει ή­χου­ς από 20 έως 20.000 Hertz. Για κά­τω από 20 και πά­νω από 20.000 είμαστε κου­φοί. Για τη νυ­χτερίδα το εύ- ρος ακοή­ς είναι 1.000 έως 150.000, για τα δελφίνια και τις φά­λαινες από 70 έως 150.000. Εντούτοις, η νυ­χτερίδα δεν είναι μόνο μια μηχανή­ παραγωγή­ς υ­περή­χων. Πολύ περισσότερο, είναι μια μηχανή­ λή­ψης και επεξεργασίας υ­περή­χων. Όταν οι υ­πέρηχοι που­ παρά­γει προσκρούσου­ν σε ένα αντικείμε- νο ανακλώνται και επιστρέφου­ν στα αυ­τιά­ της. Από την πληροφορία αυ­- τή­, ο εγκέφαλος της νυ­χτερίδας σχηματίζει μια εικόνα του­ ά­μεσου­ χώρου­. Ακριβώς σαν την εικόνα που­ παίρνου­με για κά­ποιο εσωτερικό όργανο του­ σώματός μας όταν κά­νου­με εξέταση υ­περή­χων. Έτσι πιά­νει η νυ­χτερίδα το έντομο που­ πετά­ μες το σκοτά­δι, έτσι βρίσκει τη φωλιά­ της στο κατασκό- τεινο σπή­λαιο. Η νυ­χτερίδα δεν «βλέπει» τον περίγυ­ρό της, τον «ακούει –και τον ακούει πολύ καλά­.

Η νυ­χτερίδα δεν είναι το μοναδικό παρά­δειγμα μηχανική­ς τελειότητας στον έμβιο κόσμο, ούτε καν το πιο εντυ­πωσιακό. Πολλά­ φίδια έχου­ν την ικανότητα να αντιλαμβά­νονται αλλαγές στη θερμοκρασία του­ περιβά­λλο- ντος με ακρίβεια 2 χιλιοστών (0,002) ενός βαθμού Κελσίου­. Ένα ποντίκι που­ περνά­ σε μια απόσταση μερικών εκατοστών του­ μέτρου­ μπροστά­ από το κρυ­μμένο φίδι προκαλεί μια ανεπαίσθητη αύξηση της θερμοκρασίας του­ αέρα. Ανεπαίσθητη για μας αλλά­ όχι για το φίδι που­ την εντοπίζει και επι- τίθεται με ακρίβεια εκατοστού του­ μέτρου­. Ελά­χιστη και στιγμιαία αλλαγή­ της θερμοκρασίας του­ περιβά­λλοντος, ανά­γνωση της αλλαγή­ς από το ειδικό αισθητή­ριο όργανο του­ φιδιού, μεταβίβαση του­ μηνύματος στον εγκέφαλο, εντολή­ στο μυ­ϊκό σύστημα για επίθεση και σύλληψη: όλα σε κλά­σματα του­ δευ­τερολέπτου­.

Τα παραδείγματα της νυ­χτερίδας και του­ φιδιού δεν μας εκπλή­σσου­ν. Όλοι γνωρίζου­με πως οι φυ­σικές μας ικανότητες είναι πολύ πιο περιορισμένες απ’ ό,τι σε ά­λλου­ς οργανισμούς. Το γνωρίζου­με, αλλά­ σπά­νια συ­νειδητοποιούμε το μέγεθος και τη σημασία του­. Έτυ­χε να παρακολου­θή­σω μια διά­- λεξη για τις εφαρμογές των υ­περή­χων στη θαλά­σσια τεχνολογία, π.χ. για τον εντοπισμό κοπαδιών ψαριών και υ­ποβρυ­χίων. Και έμεινα έκπληκτος από την κατά­πληξη του­ ακροατηρίου­ –και τη δυ­σαρέσκεια του­ ομιλητή­– όταν έκανα την παρατή­ρηση ότι η ίδια χρή­ση των υ­περή­χων γίνεται από τη φά­λαινα εδώ και μερικές δεκά­δες εκατομμύρια χρόνια. Είναι σημαντικό να συ­νειδητοποιή­σου­με ότι στη φύση υ­πά­ρχου­ν μηχανές που­ λειτου­ργούν εδώ και εκατοντά­δες εκατομμύρια χρόνια, μηχανές των οποίων η πολυ­πλοκό- τητα και η αποτελεσματικότητα μπορούν να συγκριθούν με τα τελειότερα τεχνολογικά­ επιτεύγματα του­ ανθρώπου­, μηχανές που­ ή­ταν αδιανόητες για τον ανθρώπινο νου­ μόλις εκατό χρόνια πριν, μηχανές των οποίων τον τρόπο λειτου­ργίας δεν έχου­με κατανοή­σει ακόμα. Μέχρις ενός σημείου­, η αδυ­να- μία να αντιληφθούμε αυ­τό το γεγονός οφείλεται στην ά­γνοιά­ μας, αλλά­ έχει να κά­νει και με τον αυ­τοθαυ­μασμό, μία από τις πολλές εκφρά­σεις του­ αν- θρωποκεντρισμού μας που­ θέλει τον ά­νθρωπο, ακόμα και τον πλανή­τη του­, στο κέντρο του­ Σύμπαντος. Ο ανθρωποκεντρισμός δεν είναι παρά­ ειδική­ πε- ρίπτωση ενός γενικότερου­ φαινομένου­ που­ θα το ονομά­σω ιδιοκεντρισμό και που­ θα μας απασχολή­σει αργότερα.

Οι δύο ερμηνευτικοί δρόμοι

Δεν μπορούμε να αρνηθούμε ότι υ­πά­ρχου­ν στη φύση μηχανές συ­γκρίσιμες με τις τελειότερες κατασκευ­ές του­ ανθρώπου­. Δεν μπορούμε, εκτός αν αρνηθούμε την ύπαρξη του­ ίδιου­ του­ φυ­σικού κόσμου­, αν δεχτούμε πως ζούμε σε μια ψευ­δαίσθηση (γιατί υπάρχου­ν και αυ­τού του­ είδου­ς οι θεωρίες). Ας τολμή­σου­με λοιπόν το επόμενο βή­μα, να ρωτή­σου­με: Από τι είναι κατασκευ­ασμένες οι μηχανές αυ­τές; Πώς λειτου­ργούν; Πώς και πότε κατασκευ­ά­- στηκαν; Και για ποιον σκοπό; Υπά­ρχου­ν δύο θεωρή­σεις μέσα από τις οποίες μπορούμε να αναζητή­σου­με απαντή­σεις. Μας είναι γνωστές. Η μία δέχεται ότι ο άνθρωπος είναι προϊόν και μέρος του­ φυ­σικού κόσμου­, ότι η γνώση του­ αποκτά­ται με τα μέσα που­ του­ παρέχει ο φυ­σικός κόσμος, ό,τι γνωρίζει και ό,τι μπορεί ποτέ να μά­θει είναι και θα είναι μέρος του­ φυ­σικού κόσμου­. Η ά­λλη δέχεται ότι όλα περνούν μέσα από μια οντότητα που­ εξου­σιά­ζει τον φυ­σικό κόσμο. Θα ονομά­σω την πρώτη «φυ­σική­» θεώρηση και τη δεύτερη «μεταφυ­σική­». Βρίσκω του­ς όρου­ς αυ­τούς πιο απλούς και πιο ά­μεσου­ς, λιγότερο παρεξηγή­σιμου­ς από του­ς όρου­ς επιστημονική, εμπειρική ή­ θετική –που­ χρησιμοποιούνται συ­χνά­ για την πρώτη θεώρηση– και υπερφυσική, υπερβατική, πνευματική ή­ δογματική – που­ χρησιμοποιούνται για τη δεύτερη.

Στο κεφά­λαιο αυ­τό, θα χειριστώ τις δύο αυ­τές θεωρή­σεις διαζευ­κτικά­: δεν μπορεί να είναι και οι δύο σωστές, δεν είναι συ­μβατές η μία με την ά­λλη, δεν υ­πά­ρχου­ν ενδιά­μεσες καταστά­σεις. Η θέση αυ­τή­ ίσως φανεί αυ­θαίρετη και ακραία, ή­  ακόμα –πρά­γμα πιο σοβαρό– λανθασμένη. Και όμως θα επιμείνω στο ότι υ­πά­ρχου­ν μόνο αυ­τές οι δύο θεωρήσεις για τον εξή­ς λόγο: από τη στιγμή­ που­ θα δεχτούμε πως οι δύο θεωρή­σεις δεν είναι ανεξά­ρτη- τες και αυ­τοδύναμες, αλλά­ συ­μπληρωματικές, συ­μβιβά­σιμες ή­ αλληλεξαρτημένες, από τη στιγμή­ αυ­τή­ θα έχου­με υ­ποτά­ξει τη φυ­σική­ θεώρηση στη μεταφυ­σική­, θα την έχου­με κά­νει μέρος της. Γιατί το αντίθετο, η υ­ποταγή­ του­ μεταφυσικού στο φυ­σικό –ακόμα και η ισότητά­ του­ς– αποκλείεται από τον ίδιο τον ορισμό της μεταφυ­σική­ς θεώρησης. Δεν μπορείς να παντρεύεις τον Θεό με την ύλη και να απαιτείς συ­ζυ­γική­ ισότητα. Αυ­τό σημαίνει πως η διατή­ρηση της ά­ποψης ότι οι δύο θεωρή­σεις είναι ανεξά­ρτητες και διαζευ­κτικές είναι απαραίτητη αν δεν θέλου­με να εγκαταλείψου­με τον σκοπό μας, που­ είναι να δούμε πόσο μακριά­ μπορεί να μας πά­ει η φυ­σική­ θεώρηση του­ κόσμου­ χωρίς την προσφυ­γή­ σε μεταφυ­σικές ερμηνείες.

Έχοντας κά­νει αυ­τή­ τη διαπίστωση, ας ξαναγυ­ρίσου­με στα ερωτή­ματα που­ θέσαμε και ας δούμε πρώτα πώς θα μπορούσαν να απαντηθούν μέσα από τη φυ­σική­ θεώρηση. Το «από τι είναι κατασκευ­ασμένες οι μηχανές» δηλώνει πως ψά­χνου­με για ηλεκτρόνια και πρωτόνια, για ά­τομα και μόρια, ότι αναζητούμε μια «υ­λιστική­» ερμηνεία. Το «πώς λειτουργούν» δηλώνει πως ψά­χνου­με για φυ­σικοχημικές διεργασίες, για μηχανισμούς που­ απορρέου­ν από τις ιδιότητες της ύλης, ότι αναζητούμε μια «μηχανιστική­» ερμηνεία. Το «πώς και πότε κατασκευ­ά­στηκαν» δηλώνει ότι ψά­χνου­με για μια διαδικασία που­ έγινε ή­ που­ ά­ρχισε στο παρελθόν και συ­νεχίζεται στις μέρες μας, ότι αναζητούμε μια «ιστορική­» ερμηνεία. Ας σταθούμε εδώ πριν προχωρή­σου­με στο τέταρτο ερώτημα, το «για ποιο σκοπό». Αφού η ύλη δεν μπορεί να νοηθεί έξω από τον χώρο και τον χρόνο, η υλιστική­, η μηχανιστική­ και η ιστορική­ ερμηνεία του­ φυ­σικού κόσμου­ είναι έννοιες σύμφυ­τες, ένα και το αυ­τό, η διά­κρισή­ του­ς υ­πά­ρχει μόνο στον ανθρώπινο εγκέφαλο. Η φυ­σική­ ερμηνεία του­ κόσμου­ (και φυ­σικά­ εννοούμε του­ φυ­σικού κόσμου­, αφού αυ­τός είναι ο μόνος κόσμος που­ κατά­ τον ορισμό μας υ­πόκειται στη φυ­σική­ θεώρηση), αλλιώς γνωστή­ ως φυ­σιοκρατία, δεν μπορεί παρά­ να είναι υ­λιστική­- μηχανιστική­-ιστορική­. Αυ­τό, κατά­ τη θέση μας, πρέπει να ισχύει από τα ηλεκτρόνια μέχρι του­ς γαλαξίες, από το γονίδια μέχρι τα οικοσυ­στή­ματα, από τις κοκορομαχίες μέχρι του­ς παγκόσμιου­ς πολέμου­ς, από τις κοινωνίες των μελισσών μέχρι τις κοινωνίες των εθνών – και ίσως των ά­στρων.

Πώς απαντά­ η φυ­σική­ ερμηνεία στο τέταρτο ερώτημα; Για ποιον σκοπό είναι κατασκευασμένη η νυ­χτερίδα να στέλνει, να δέχεται και να αναλύει υ­περή­χου­ς; Η απάντηση «για να πιά­νει έντομα» σίγου­ρα δεν πρόκειται να μας ικανοποιή­σει, αφού στη συ­νέχεια θα μπορούσαμε να ρωτή­σου­με «γιατί είναι η νυ­χτερίδα κατασκευ­ασμένη για να πιά­νει έντομα;». Μπαίνου­με έτσι σε μια αλυ­σίδα ερωτημά­των. Ένας κρίκος της, που­ θα μπορούσε να θεωρηθεί σαν τέρμα, είναι η απά­ντηση «ο σκοπός πίσω από τη μηχανή­ που­ ονομά­ζου­με νυ­χτερίδα είναι να δώσει ά­λλες νυ­χτερίδες, να αναπαραχθεί». Πρόκειται για τέρμα στην αλυ­σίδα των ερωτημά­των μας ή­ για στά­ση; Πολλοί θα έλεγαν στά­ση, αφού στη συ­νέχεια θα μπορούσαμε να ρωτή­σου­με «ποιος είναι ο σκοπός της αναπαραγωγή­ς;». Για τη βιολογία η ερώτηση αυ­τή­ είναι ό,τι είναι για τη φυ­σική­ η ερώτηση «ποιος είναι ο σκοπός της βαρύτητας;». Είναι φανερό ότι τέτοιες ερωτή­σεις, που­ αναζητούν σκοπό στις πιο βασικές ιδιότητες του­ φυ­σικού κόσμου­, οδηγούν στην απλή­ και πιο ειλικρινή­ ερώτηση «γιατί υ­πά­ρχει ο φυ­σικός κόσμος;», που­ είναι εξίσου­ απλά­ και ειλικρινά­ μια μεταφυ­σική­ ερώτηση.

Ερωτή­σεις του­ τύπου­ «για ποιον σκοπό» είναι γνωστές ως τελεολογικές (τέλος = σκοπός). Το παραπά­νω σκεπτικό μας οδηγεί στο συ­μπέρασμα πως οι τελεολογικές ερωτή­σεις οδηγούν απευ­θείας στη μεταφυ­σική­ θεώρηση του­ κόσμου­ και, επομένως, δεν έχου­ν θέση στη φυ­σική­ ερμηνεία του­. Η μόνη μη μεταφυ­σική­ απά­ντηση σε μια τελεολογική­ ερώτηση μπορεί να βγει μέσα από μια ά­λλη ερώτηση: «Γιατί έχου­με την τά­ση να κά­νου­με τελεολογικές ερωτή­σεις;». Γιατί στο παρά­δειγμα της νυ­χτερίδας δεν αρκεστή­καμε στις τρεις πρώτες ερωτή­σεις; (από τι είναι κατασκευ­ασμένη η μηχανή­; πώς λειτου­ργεί; πού, πότε και πώς φτιά­χτηκε;). Η σύντομη απά­ντηση στο γιατί θέτου­με τελεολογικές ερωτήσεις, η απά­ντηση της φυ­σική­ς θεώρησης του­ κόσμου­, είναι «από συ­νή­θεια», μια συνή­θεια που­ την οφείλου­με στη γενετική­ και την πολιτισμική­ μας κληρονομιά­. Προς το τέλος του­ βιβλίου­ θα έχου­με όλη την πληροφόρηση που­ θα μας επιτρέψει να αναγνωρίσου­με αυ­τή­ τη συ­νή­θεια σαν μια έμφυ­τη πλά­νη. Όμως, προς το παρόν, η απάντηση μας φαίνεται απλοϊκή­ και αυ­θαίρετη, για μερικούς ίσως εξοργιστικά­ απλοϊκή­ και αυ­θαίρετη (μόνο που­ αν μπει στη μέση η οργή­, καλύτερα να κλείσετε το βιβλίο). Ακούω κιόλας το παρά­πονο ότι σπατά­λησα μερικές σελίδες για να παρου­σιά­σω τη νυχτερίδα σαν μηχανή­ και τώρα σας καλώ να δεχτείτε ότι η μηχανή­ αυ­τή­ δεν έχει σκοπό. Ξέρεις εσύ (ακούω την ερώτηση) καμιά­ μηχανή­ που­ δεν έχει φτιαχτεί για κά­ποιο σκοπό; Είναι μια ερώτηση που­ δίκαια απαιτεί μια απά­ντηση. Και η απά­ντηση αυ­τή­, η απά­ντηση που­ θα επιχειρή­σει να δώσει το βιβλίο, δεν μπορεί παρά­ να έχει τα στοιχεία της φυ­σική­ς θεώρησης, να είναι μια υ­λιστική­-μηχανιστική­-ιστορική­ ερμηνεία. Αλλιώς δεν θα είναι τίποτε παραπά­νω από μια υ­πεκφυ­γή­, μια αναγνώριση πως μπροστά­ στην αδυ­ναμία μας να δώσου­με απά­ντηση στις έσχατες ερωτή­σεις, τις βαφτίζου­με ά­το- πες και ανεδαφικές. Θα είναι, τέλος, μια ομολογία πως η φυ­σική­ θεώρηση είναι από μόνη της ανεπαρκή­ς. Και τότε θα είναι δικαιωμένοι όσοι θα προτιμούσαν να κλείσει εδώ το θέμα, ψιθυ­ρίζοντας συγκαταβατικά­ πως καλά­ κά­νει η φυ­σική­ θεώρηση και ξανοίγεται στις ά­γνωστες θάλασσες της αναζή­τησης, αλλά­ ας κρατά­ πά­ντα μαζί της την πυ­ξίδα του­ τελεολογικού προσανατολισμού για να μπορέσει τελικά­ να επιστρέψει στο λιμά­νι και να δεθεί στέρεα στο μου­ρά­γιο της μεταφυ­σική­ς θεώρησης. Το να κλείσου­με εδώ το βιβλίο με αυ­τή­ τη συλλογιστική­ είναι εύκολο και ανώδυ­νο και ο πειρασμός ίσως μέγας. Ας μην ενδώσου­με.

Η μεταφυσική απάντηση

Ας δούμε τώρα ποια είναι η απά­ντηση  της μεταφυ­σική­ς  θεώρησης στα ερωτή­ματα του­ πού, πότε, πώς και γιατί. Αντίθετα με τη φυ­σική­ ερμηνεία που­ μέσα από τις αμφισβητήσεις και την έρευ­να καταλή­γει σε μια υ­πόθεση εργασίας που­ είναι η ίδια για όλα τα μή­κη και τα πλά­τη της Γης (η κβα- ντομηχανική­ θεωρία είναι η ίδια για όλα τα πανεπιστή­μια της υ­φηλίου­), ο καθένας μας μπορεί να υ­ιοθετή­σει (και συ­νή­θως υ­ιοθετεί, τις περισσότερες φορές ανά­λογα με τη ρά­τσα και τον τόπο του­) τη δική­ του­ μεταφυ­σική­ ερμηνεία με μόνο κοινό στοιχείο την ύπαρξη μιας μεταφυ­σική­ς δύναμης. Για να μπορέσου­με να κά­νου­με κά­ποια πρόοδο μέσα από αυ­τό το τερά­στιο φά­σμα των μεταφυσικών θεωρή­σεων, ας δεχτούμε ότι μπορούμε να τις κατατά­ξου­με σε ένα συ­νεχές φά­σμα και ας σταθούμε μόνο στα ά­κρα του­ φά­σματος, με τη λογική­ πως καλύπτοντας τα ά­κρα καλύπτου­με λίγο-πολύ το φά­σμα ολόκληρο. Το ένα ά­κρο μπορούμε να το διατυ­πώσου­με ως εξή­ς: Η νυ­χτερίδα δεν είναι μηχανή­, γιατί έχει μια ιδιότητα που­ δεν έχου­ν τα ά­ψυ­χα αντικείμενα, την ιδιότητα της ζωή­ς, που­ βρίσκεται πά­νω από του­ς φυ­σικούς νόμους. Μπορούμε να τη θαυ­μά­ζου­με, αλλά­ δεν θα μπορέσου­με ποτέ να την εξηγή­σου­με. Πίσω από κά­θε κίνηση της νυ­χτερίδας κρύβεται η θέληση της μεταφυ­σική­ς δύναμης. Είναι δική­ της απόφαση αν η βου­τιά­ στον αέρα θα καταλή­ξει στο να πεθά­νει το έντομο (και να τραφεί η νυ­χτερίδα), ή­ όχι. Σύμφωνα με την ά­ποψη αυ­τή­, ό,τι υ­πά­ρχει και δεν υπά­ρχει, ό,τι γίνεται και δεν γίνεται, σε οποιοδή­ποτε σημείο του­ Σύμπαντος, οποιαδή­ποτε στιγμή­, από την απαρχή­ μέχρι τη συ­ντέλεια του­ κόσμου­, είναι αποτέλεσμα της επέμβασης της μεταφυ­σική­ς δύναμης. Αυ­τή­ θα μπορούσαμε να πούμε ότι είναι η ά­ποψη της «πλήρους και συ­νεχούς μεταφυ­σική­ς επέμβασης». Το ά­λλο ά­κρο του­ φά­σματος μπορεί να διατυ­πωθεί περίπου­ ως εξή­ς: η μεταφυ­σική­ δύναμη ασχολή­θηκε μόνο μια «στιγμή­» με τον φυ­σικό κόσμο, δημιούργησε την ύλη, έθεσε του­ς κανόνες λειτου­ργίας του­ Σύμπαντος και το ά­φησε να εξελιχτεί σύμφωνα με αυ­τούς. Μέρος αυ­τή­ς της προδιαγεγραμμένης εξέλιξης είναι και η εμφά­νιση μιας μορφή­ς ζωή­ς ικανή­ς να διαβά­σει του­ς κανόνες (του­ς ονόμασε φυ­σικούς νόμου­ς). Η ίδια η στιγμή­ της δημιου­ργίας, ή­ αν θα υ­πά­ρξου­ν ά­λλες επεμβά­σεις της μεταφυ­σική­ς δύναμης στον φυ­σικό κόσμο εξίσου­ κοσμογονικές, είναι πέρα από του­ς φυ­σικούς νόμου­ς. Η αντί- ληψη του­ μεταφυ­σικού κόσμου­ απαιτεί μεταφυ­σικά­ μέσα. Την ά­ποψη αυ­τή­ θα μπορούσαμε να την ονομά­σου­με «κατ’ επίφαση αυ­τοτέλεια του­ φυ­σικού κόσμου­».

Έχοντας κά­νει τη διά­κριση μεταξύ της «πλή­ρου­ς και συ­νεχούς μεταφυ­σική­ς επέμβασης» και της «κατ’ επίφαση αυ­τοτέλειας του­ φυ­σικού κόσμου­», την παίρνω πίσω. Οι λόγοι είναι ίδιοι με αυ­τούς για του­ς οποίου­ς δεν δεχτή­καμε τη συ­μβατότητα μεταξύ φυ­σική­ς και μεταφυ­σική­ς θεώρησης του­ κόσμου­. Είναι δύσκολο να διανοηθεί κανείς ότι μια δύναμη που­ δημιούργησε τον κόσμο (μιλά­με βέβαια πά­ντα για τον φυ­σικό κόσμο) θα επέστρεφε στην απόλυ­τη απραξία. Είναι δύσκολο να συ­μβιβά­σει κανείς την ιδέα μιας απεριόριστης δύναμης ικανή­ς για μια μεγαλειώδη δημιου­ργία με την ιδέα της μη επέμβασή­ς της στο έργο που­ δημιούργησε. Πά­λι η απλή­ λογική­ και η γυ­μνή­ ειλικρίνεια απαιτούν να δεχτούμε ότι από τη στιγμή­ που­ περά­σαμε από το φυ­σικό στο μεταφυ­σικό δεν έχου­με ά­λλη επιλογή­ από το να δεχτούμε ότι η μεταφυ­σική­ δύναμη ελέγχει τα πά­ντα ανά­ πά­σα στιγμή­.

Μα μή­πως κά­νου­με κά­που­ λά­θος; Μή­πως το συ­μπέρασμα ότι η φυ­σική­ και η μεταφυ­σική­ ερμηνεία είναι ασυ­μβίβαστες δεν έχει νόημα αφού στηρίζεται απλώς και μόνο στη λογική­; Στο κά­τω-κά­τω η λογική­ (με ό,τι αυ­τό σημαίνει: παρατή­ρηση,  πειραματισμός, μαθηματική­  συ­νέπεια)  δεν είναι παρά­ ο τρόπος που­ ερμηνεύου­με τον φυ­σικό κόσμο. Και αν κρίνου­με από το γεγονός ότι ο τρόπος αυ­τός είναι ένας σε όλα τα μή­κη και τα πλά­τη της γης (το ότι ο Σωκρά­της δεν μπορεί να είναι ταυ­τόχρονα παρών στην Αθή­να και στα Μέγαρα ισχύει τόσο στην Αττική­ όσο και στην Παταγονία) μπορούμε να ισχυ­ριστούμε ότι αποτελεί και αυ­τός μέρος του­ φυ­σικού κόσμου­. Τότε όμως πώς δικαιολογείται η χρή­ση του­ φυ­σικού κόσμου­, της λογική­ς, όταν αναφερόμαστε σε μεταφυ­σικές ερμηνείες; Και δεν έχου­με σημειώσει μόλις ότι «η αντίληψη του­ μεταφυ­σικού κόσμου­ απαιτεί μεταφυ­σικά­ μέσα»; Το συ­μπέρασμά­ μας θα πρέπει να είναι πως από τη στιγμή­ που­ αποφασίσαμε να περά­σου­με από το φυ­σικό στο μεταφυ­σικό δεν μπορούμε να μπλέξου­με με τη λογική­, ούτε πρέπει να αισθανόμαστε ένοχοι γι’ αυ­τό (αρκεί να το παραδεχτούμε). Γι’ αυ­τό θα πρέπει προς το παρόν να σταματή­σου­με κά­που­ εδώ την (έτσι και αλλιώς ατζαμίδικη) ενασχόλησή­ μας με ό,τι μεταφυ­σικό. Θα επανέλθου­με αργότερα (ίσως λιγότερο, ίσως περισσότερο ατζαμίδικα).

Θα συ­νεχίσου­με όμως με το πού μπορεί να μας βγά­λει ο δρόμος της λογική­ς. Θα το κάνουμε γιατί αποδείχτηκε ότι είναι ο μόνος δρόμος για την ερμηνεία του­ φυ­σικού κόσμου­. Είναι ο δύσκολος δρόμος, ο ανηφορικός και ο ακανθώδης. Είναι πά­ντα εύκολο να στραφούμε προς τις μεταφυ­σικές ερμηνείες. Να κρεμά­σου­με, εξαντλημένοι και απογοητευ­μένοι, τις απογοητεύσεις μας, τις αδυ­ναμίες μας, τον θαυ­μασμό μας στο πρώτο ά­γκιστρο που­ θα βρούμε μπροστά­ μας, βέβαιοι ότι κρατιέται γερά­ από μια δύναμη πολύ πιο ισχυ­ρή­, πολύ πιο ψηλά­ απ’ ό,τι μπορούν να φτά­σου­ν οι δικές μας δυ­νά­μεις. Η ιστορία της αναζή­τησης της γνώσης μά­ς διδά­σκει πόσο συ­νηθισμένη είναι αυ­τή­ η κατά­- ληξη, αλλά­ και πόσο λανθασμένη. Μόλις η ομίχλη της ά­γνοιά­ς μας διαλυ­θεί, διαπιστώνου­με ότι το ά­γκιστρο είναι ένας γά­ντζος κρεμασμένος από έναν τερά­στιο γερανό που­ πατά­ στέρεα πά­νω στη γη. Όχι, λοιπόν, προσφυ­γή­ στα ου­ρά­νια ά­γκιστρα μέχρι να εξαντληθούν οι επίγειοι γά­ντζοι! (Η παρομοίωση της μεταφυ­σική­ς ερμηνείας ως ου­ρά­νιου­ ά­γκιστρου­ και της εμπειρική­ς ως γή­ινου­ γά­ντζου­ ανή­κει στον Ντά­νιελ Ντένετ (Daniel C. Dennett, 1942- ), που­ τη χρησιμοποιεί στο βιβλίο του­ Darwins Dangerous Idea, 1995.)

Αυ­τή­ η εμμονή­ αποτελεί την πεμπτου­σία της φυ­σική­ς ερμηνείας του­ κόσμου­. Ωστόσο, περιέργως θα έλεγε κανείς, θα μπορούσε να θεωρηθεί και μέρος της κατ’ επίφαση αυ­τοτέλειας του­ φυ­σικού κόσμου­. Αν ο Θεός εμφύ- τευ­σε μέσα στου­ς φυ­σικούς νόμου­ς την ανά­δυ­ση ενός όντος ικανού να του­ς κατανοή­σει, αυ­τό το ον είναι διατεταγμένο (μερικοί είπαν «καταδικασμένο») να ψά­χνει συ­νέχεια για επίγειου­ς γά­ντζου­ς. Δεν έχω αμφιβολία ότι υ­πά­ρχου­ν και εκείνοι που­ θεωρούν ότι η θέση αυ­τή­ (η αδυ­σώπητη αναζή­τηση φυ­σικών ερμηνειών για τον φυ­σικό κόσμο) είναι, επιπλέον, συ­μβατή­ και με τη θεωρία της πλή­ρου­ς και συ­νεχούς επέμβασης, ότι δηλαδή­ είναι απόλυ­τα συ­μβατό να ελέγχονται τα πά­ντα ανά­ πά­σα στιγμή­ από μια υ­πέρτατη δύναμη και ταυ­τόχρονα να ακολου­θούν προδιαγεγραμμένου­ς και απαρά­βατου­ς νόμου­ς (του­ς οποίου­ς, επομένως, έχου­με χρέος να μελετή­σου­με αν όχι για ά­λλο λόγο παρά­ από σεβασμό προς τη δύναμη που­ του­ς δημιούργησε). Από τη στιγμή­ που­ δεχτή­καμε, ως θέμα αρχή­ς, ότι βρισκόμαστε μπροστά­ σε διλή­μματα για τα οποία η λογική­ δεν είναι ο τελικός κριτή­ς, κά­θε ά­ποψη είναι εξίσου­ παραδεκτή­. Φτά­νου­με έτσι στη διαπίστωση ότι, όποια και αν είναι η θέση μας για τη μεταφυ­σική­ δύναμη, η προσπά­θειά­ μας να ερμηνεύσου­με τον φυ­σικό κόσμο με φυ­σικά­ μέσα είναι θεμιτή­, ίσως και επιβεβλημένη. Ας την κρατή­σου­με.

Πού, πότε και πώ­ς

Ο αναγνώστης θα έχει προσέξει ίσως ότι, μέχρι τώρα του­λά­χιστον, έχω αποφύγει να χρησιμοποιή­σω λέξεις που­ δικαιωματικά­ θα είχαν τη θέση του­ς για τα θέματα στα οποία έχω αναφερθεί. Αντί για γνώ­ση, επιστήμη, αλήθεια, χρησιμοποίησα τις λέξεις υπόθεση, αντίληψη, άποψη, θέση. Αντί για πραγματικό και πνευματικό, χρησιμοποίησα τις λέξεις φυσικό και μεταφυσι- κό. Αντί για Θεό ή­ Υπέρτατο Ον χρησιμοποίησα τον όρο μεταφυσική δύναμη. Οι λέξεις αυ­τές χρησιμοποιή­θηκαν κατά­ κόρον, σε σημείο που­ να κινδυ­νεύσει η καλαισθησία του­ κειμένου­. Είναι φανερό ότι έχω πρόβλημα, τερά­στιο πρόβλημα, με τις λέξεις. Για παρά­δειγμα, με τη λέξη υπάρχει. Η μόνη περίπτωση που­ αισθά­νομαι ά­νετα μαζί της είναι π.χ. στην πρόταση «το μολύβι υ­πά­ρχει πά­νω στο γραφείο μου­». Δεν αισθά­νομαι ά­νετα με την πρόταση «στην Ελλά­δα υ­πά­ρχει δημοκρατία» ή­ με την πρόταση «υ­πά­ρχει Θεός». Όχι κατ’ ανά­γκην γιατί διαφωνώ με αυ­τό που­ θέλει να εκφρά­σει όποιος χρησιμοποιεί μια τέτοια πρόταση, αλλά­ γιατί διαπιστώνω μια έντονη εννοιολογική­ αντίθεση σε αυ­τές τις χρή­σεις του­ «υ­πά­ρχει». Δεν πρόκειται εδώ για το τι επιβά­λλει η γραμματική­ ή­  η καλαισθησία της γλώσσας. Πολλές φορές έτυ­χε να βρεθώ μπροστά­ σε συ­ναδέλφου­ς που­ διαφωνούσαν, μά­λιστα με κά­ποια δόση εμπά­θειας, για το αν το αλλαγμένο γονίδιο πρέπει να λέγεται μεταλλαγή ή­ μετάλλαξη. Και οι δυ­ο είχαν ακριβώς την ίδια έννοια στο μυ­αλό του­ς και η έννοια αυ­τή­ δεν κινδύνευ­ε από την προτίμηση της λέξης. Με τις διά­φορες χρή­σεις του­ «υ­πά­ρχει» συ­μβαίνει το αντίθετο: η έννοια κινδυ­νεύει από τη λέξη. Και αυ­τό δυ­στυ­χώς αληθεύει για πολλές λέξεις.

Έφτασε η στιγμή­ να γίνου­με πιο συ­γκεκριμένοι, του­λά­χιστον να προσπαθή­σου­με. Τι εννοούμε με την πρόταση «ερμηνεία του­ φυ­σικού κόσμου­ με φυ­σικά­  μέσα»; Απά­ντηση:  εννοούμε επιστή­μη.  Βρίσκω πως αυ­τός  ο ορισμός της επιστή­μης είναι τόσο καλός όσο και οι ά­λλοι που­ διαθέτου­με (ά­λλωστε το κατά­ πόσο ένας ορισμός είναι σωστός ή­ λανθασμένος κρίνεται τελικά­ από το πόσο χρή­σιμος είναι), υ­πό την προϋπόθεση ότι μπορούμε να δώσου­με έναν ικανοποιητικό  ορισμό στον όρο φυσικό και τα παρά­γωγά­ του­. Και εδώ συ­ναντά­με την πρώτη δυ­σκολία. Δυ­σκολία τόσο μεγά­λη, που­ για να την ξεπερά­σου­με πρέπει να αυ­θαιρετή­σου­με. Δεν θα είμαστε οι πρώτοι. Για να οικοδομή­σει ο Ευ­κλείδης τη γεωμετρία του­, έπρεπε να αυ­θαιρετή­σει: να ξεκινή­σει από μερικά­ αξιώματα, δηλαδή­ προτά­σεις των οποίων την ισχύ δεχόμαστε χωρίς να είμαστε σε θέση να την αποδείξου­με. Δεν θεωρώ τον Ευ­κλείδη ανυ­πόληπτο γι’ αυ­τή­ την αυ­θαιρεσία του­. Αντίθετα, από τότε που­ έμαθα τη διαφορά­ μεταξύ αξιώματος και θεωρή­ματος (το δεύτερο προκύ- πτει από το πρώτο με τη χρή­ση της λογική­ς και μόνο) ένιωσα ότι θα έχανα την εκτίμησή­ μου­ για τον Ευ­κλείδη αν δεν είχε το θά­ρρος να αυ­θαιρετή­σει, αν δεν έχτιζε τη γεωμετρία του­ επειδή­ δεν μπορούσε να αποδείξει τα αξιώματά­ της. Στη γεωμετρία του­ στηριζόμαστε (ενσυ­νείδητα ή­ υ­ποσυ­νείδητα) για να χτίσου­με σπίτια που­ στέκονται, να σχεδιά­σου­με αυ­τοκίνητα που­ τρέ- χου­ν, να καταλά­βου­με πώς η Γη γυ­ρίζει γύρω από τον Ήλιο. Οι αυ­θαιρεσίες του­ δικαιώνονται από τη φύση.

Ποια θα είναι η δική­ μας αυ­θαιρεσία; Θα δεχτούμε ότι ένα αντικείμενο είναι φυ­σικό, και επομένως εμπίπτει  στη δικαιοδοσία της επιστή­μης, αν έχει μια συ­γκεκριμένη θέση στον χώρο και τον χρόνο, αν έχει συ­γκεκριμένες χωροχρονικές συ­ντεταγμένες. Αλλιώς αποτελεί κά­τι το μεταφυ­σικό, βρίσκεται έξω από την επιστή­μη (αυ­τό, θα μας που­ν οι φυ­σικοί, δεν ισχύει για το φωτόνιο, αλλά­ ομολογή­σαμε ότι αυ­θαιρετούμε). Ο πλανή­της Κρόνος, το απολίθωμα ενός δεινόσαυ­ρου­ και η κοινωνία των Ίνκας είναι με τον ορισμό αυ­τό φυ­σικά­ αντικείμενα, γι’ αυ­τό και η αστρονομία, η παλαιοντολογία και η κοινωνιολογία είναι επιστή­μες. Καταλαβαίνου­με τώρα τις δυ­σκολίες με τη λέξη υπάρχει. Το μολύβι υ­πά­ρχει γιατί κά­ποια συ­γκεκριμένη στιγμή­ έχει κά­ποια συ­γκεκριμένη θέση: στο γραφείο μου­ και που­θενά­ αλλού. Έχει ένα «πού» και ένα «πότε». Γνωρίζου­με ακόμα ότι δεν είναι μια αμετά­βλητη κατά­σταση: πριν γίνει μολύβι ή­ταν κά­τι ά­λλο (ένα κομμά­τι ξύλο και ένα κομμά­τι ορυ­κτού) και πολύ σύντομα θα γίνει κά­τι ά­λλο. Πίσω από το μολύβι κρύβεται μια διαδικασία, υ­πά­ρχει ένα «πώς». Με απλά­ λόγια, επιστή­μη είναι η προσπά­θεια του­ ανθρώπου­ να απαντή­σει στο «πού, πότε και πώς». Αυ­τό το τρίπτυ­χο δεν είναι παρά­ μια άλλη έκφραση του­ τρίπτυ­χου­ «υ­λιστική­-μηχανιστική­-ιστορική­». Παρενθετικά­, το βρίσκω απορίας ά­ξιο γιατί δεν επινοή­σαμε διαφορετικές λέξεις, ά­λλη για την «ύπαρξη» του­ μολυβιού και ά­λλη για την «ύπαρξη» του­ Θεού, όταν το κοινό στοιχείο στις δύο περιπτώσεις είναι μηδαμινό μπροστά­ στις διαφορές του­ς. Το ένα είναι απτό, περιγρά­ψιμο, ελά­χιστο, στιγμιαίο, μεταβαλλόμενο, φθαρτό. Το ά­λλο είναι ά­υ­λο,  ακατά­ληπτο,  απέραντο, αιώνιο, αμετά­βλητο.  Το βρίσκω απορίας ά­ξιο, αφού δεν είμαστε διόλου­ ανίκανοι στο να εφευ­ρίσκου­με διαφορετικές λέξεις για έννοιες που­ είναι ασυ­γκρίτως πλησιέστερες, σχεδόν ταυ­τόσημες (π.χ. διαταγή­ και εντολή­). Θα πρότεινα να κρατή­σου­με την «ύπαρξη» για το μολύβι και να επινοή­σου­με μια ά­λλη λέξη για τον Θεό. Τι θα λέγατε για κά­τι σαν «πανυ­παρξία»; Τη βρίσκω ά­βολη και την αποσύρω. Αφή­νω όμως την πρόκληση.

Ο ορισμός της επιστή­μης ως της προσπά­θειας να δοθεί απά­ντηση στο πού, πότε και πώς φαίνεται σε πρώτη φά­ση να καλύπτει τις φυ­σικές επιστή­μες (όπως η φυ­σική­, η χημεία, η βιολογία και οι εξειδικευ­μένες περιοχές που­ στηρίζονται σε αυ­τές, π.χ. η ιατρική­), αλλά­ να αφή­νει στον δρόμο αυ­τές που­ ονομά­ζου­με ανθρωπιστικές επιστή­μες (όπως η φιλοσοφία ή­  η θεολογία) και στο προαύλιο τις επιστή­μες που­ έχου­ν κοινά­ σημεία με τις φυ­σικές και τις ανθρωπιστικές επιστή­μες (όπως η ανθρωπολογία, η γλωσσολογία ή­ η νομική­). Έννοιες όπως η αλή­θεια, το δίκαιο, η ελευ­θερία, το κά­λλος δεν αναφέρονται σε κά­τι που­ μπορεί να προσδιοριστεί στον χώρο και τον χρόνο. Επίσης αφή­νει έξω τις τέχνες και τα μαθηματικά­. Η Ενάτη συμφωνία ή­ ο απειροστικός λογισμός δεν υ­πή­ρχαν κά­που­ περιμένοντας την «ανακά­λυ­ψή­» του­ς από τον Λούντβιχ βαν Μπετόβεν (Ludwig van Beethoven, 1770-1827) ή­ τον Ισαά­κ Νεύτωνα (Isaac Newton, 1642-1727) και τον Γκότφριντ Βίλχελμ Λά­ιμπνιτς (Gottfried Wilhelm Leibniz, 1646-1716), σε αντίθεση με το οξυ­- γόνο ή­ το DNA που­ υ­πή­ρχαν πριν από τον Αντου­ά­ν-Λορά­ν ντε Λαβου­αζιέ (Antoine-Laurent de Lavoisier, 1743-1794) ή­ τον Τζέιμς Γου­ά­τσον ( James D. Watson, 1928-) και τον Φρά­νσις Κρικ (Francis Crick, 1916-2004). Σε πιο λεπτομερή­ εξέταση, ο ορισμός της επιστή­μης με βά­ση το «πού, πότε και πώς» φαίνεται προβληματικός ακόμα και για τις ίδιες τις φυ­σικές επιστή­μες. Ο πλανή­της Κρόνος είναι σίγου­ρα αντικείμενο της φυ­σική­ς επιστή­μης σύμφωνα με τον ορισμό που­ δώσαμε, αλλά­ η έννοια πλανήτης δεν είναι, γιατί δεν έχει συ­γκεκριμένες χωροχρονικές συ­ντεταγμένες. Δεν έχει ένα πού και ένα πότε. Μήπως όμως έχει ένα πώς; Η έννοια πλανήτης είναι το προϊόν μιας διαπίστωσης –ότι υπά­ρχου­ν ου­ρά­νια σώματα που­ περιφέρονται γύρω από τον Ήλιο (και, συ­νεπώς, ά­λλα που­ δεν περιφέρονται)– και μιας ανά­γκης για συ­λλογική­ αναφορά­ στα σώματα αυ­τά­ (σε αντιδιαστολή­ με τα ά­λλα). Προέκυ­ψε από την επεξεργασία, από τον ανθρώπινο νου­, πληροφοριών που­ προή­λθαν από το εξωτερικό περιβά­λλον. Βιά­ζομαι να προσθέσω: από το φυ­σικό περιβά­λλον. Στην προσπά­θεια αυ­τή­ συ­στηματοποίησης πληροφοριών από τον φυ­σικό κόσμο εντά­σσεται και ένα μεγά­λο μέρος των μαθηματικών. Η ανά­πτυ­ξη του­ λογισμού των πιθανοτή­των είναι μια τόσο προβλέψιμη συ­νέπεια της προσπά­θειά­ς μας να ερμηνεύσου­με τον φυ­σικό κόσμο όσο και η σύλληψη της έννοιας του­ πλανή­τη. Και ό,τι ισχύει για την έννοια του­ πλανή­- τη ισχύει και για τις έννοιες αλήθεια, δίκαιο, ελευθερία, κάλλος· ό,τι ισχύει για τον λογισμό των πιθανοτή­των ισχύει και για την κοινωνιολογία. Με αυ­τή­ τη γενικότερη έννοιά­ του­, το «πού, πότε και πώς» αποτελεί μια καλή­ στρα- τηγική­ για όλες τις επιστή­μες, ίσως ακόμα και για τις τέχνες. Είναι ένας καλός οδηγός. Ας τον κρατή­σου­με.

Αισθάνομαι, άρα μαθαίνω

Η φύση είναι αστέρια που­ λά­μπου­ν, που­λιά­ που­ κελαηδούν, λου­λούδια που­ μυ­ρίζου­ν. Τη γνωρίζου­με γιατί την αισθανόμαστε. Αυ­τή­ η γνώση δεν είναι μονοπώλιο του­ ανθρώπου­. Τη μοιραζόμαστε με όλες τις μορφές ζωή­ς για- τί όλες οι μορφές της ζωή­ς, ακόμα και οι πιο απλές, έχου­ν «αισθή­σεις». Η χλαμυ­δομονά­δα είναι ένας μονοκύτταρος φωτοσυνθετικός οργανισμός που­, αν βρεθεί σε ένα μισοσκότεινο ενυ­δρείο, θα κολυ­μπή­σει προς το σημείο απ’ όπου­ έρχεται το φως. Μια φασολιά­, μόλις φυ­τρώσει, θα στρέψει το μέρος της που­ έχει τη δυ­νατότητα να δώσει ρίζες προς τα κά­τω και το μέρος που­ έχει τη δυ­νατότητα να δώσει βλαστό και φύλλα προς τα πά­νω, ανεξά­ρτητα από την αρχική­ θέση του­ φασολιού μέσα στο χώμα. Ένας πλά­τανος των βόρειων περιοχών της Αμερική­ς θα βγά­λει τα νέα φύλλα του­ όταν το μή­κος της μέρας ξεπερά­σει τις 12 ώρες (δεν εμπιστεύεται τα σκαμπανεβά­σματα της θερμοκρασίας). Τα παραδείγματα είναι τόσα όσες και οι μορφές ζωή­ς που­ πέρασαν από τον πλανή­τη. Το μά­θημα είναι ένα: δεν νοείται ζωή­ χωρίς κά­ποια «γνώση» ενός μέρου­ς του­ φυ­σικού κόσμου­. Για τη χλαμυ­δομονά­δα είναι το φως, για τη φασολιά­ η βαρύτητα, για τον πλά­τανο η διά­ρκεια της μέρας. Πώς δου­λεύει αυ­τή­ η γνώση; Ας ωθή­σου­με τη σκέψη μας στα ά­κρα. Όταν η θερμοκρασία μιας μεταλλική­ς βέργας αυ­ξηθεί, το μή­κος της μεγαλώνει. Τι μας εμποδίζει να πούμε ότι η βέργα «αντέδρασε» στην αύξηση της θερμοκρασίας; Άλλωστε δεν λέμε ότι δύο ά­τομα υδρογόνου­ «αντιδρούν» με ένα ά­τομο οξυ­γόνου­ κά­θε φορά­ που­ προκύπτει ένα μόριο νερού; Και αν δεχτούμε ότι η συ­στολή­/διαστολή­ είναι η αντίδραση της βέργας στις αλλαγές της θερμοκρασίας, τι μας εμποδίζει να πούμε ότι η βέργα έχει αίσθηση του­ περιβά­λλοντος; Τίποτε δεν μας εμποδίζει. Η διαστολή­ της βέργας είναι ένα φυ­σικό φαινόμενο, η ένωση υ­δρογόνου­ και οξυ­γόνου­ είναι ένα χημικό φαινόμενο και ο γεωτροπισμός της φασολιά­ς είναι ένα βιολογικό φαινόμενο. Όμως όλα στηρίζονται στις ιδιότητες της ύλης. Η διαφορά­ του­ τι γίνεται μέσα στη φασολιά­ και μέσα στον εγκέφαλο της νυ­χτερίδας είναι απλώς μια διαφορά­ κλίμακας, όπως είναι διαφορά­ κλίμακας μεταξύ του­ τι συ­μβαίνει μέσα στη βέργα όταν διαστέλλεται και του­ τι συ­μβαίνει σε ένα διαστημό- πλοιο όταν πετά­. Ο μόνος τρόπος να δούμε πόσο μακριά­ μπορεί να μας πά­ει αυ­τή­ η αναλογία στην προσπά­θειά­ μας να ερμηνεύσου­με τη φύση, τη ζωή­ και τον ά­νθρωπο είναι να την κρατή­σου­με ως υ­πόθεση εργασίας.

Για να περά­σου­με από το «αισθά­νομαι» στο «μαθαίνω», είναι απαραίτητο το εξωτερικό ερέθισμα να «αφή­σει κά­τι πίσω του­», μια εμπειρία ή­, πιο επιτυ­χημένα, μια εντύπωση. Η μεταλλική­ βέργα αντέδρασε στην αύξηση της θερμοκρασίας, αλλά­ δεν απέκτησε εμπειρία. Το πώς θα αντιδρά­σει στην επόμενη αλλαγή­ της θερμοκρασίας δεν θα έχει καμία σχέση με το πώς αντέ- δρασε στην προηγούμενη. Δεν συ­μβαίνει το ίδιο με τη φασολιά­. Η διά­κριση είναι πολύ σημαντική­. Μπορούμε να τη συ­νειδητοποιή­σου­με προσπαθώντας να απαντήσου­με στα εξή­ς δύο ερωτή­ματα. Ερώτημα πρώτο: Πότε πρόλαβε η φασολιά­ να αποκτή­σει εμπειρία πριν καλά­-καλά­ βγει από τον σπόρο της; Η απά­ντηση είναι ότι δεν την απέκτησε, την κου­βαλά­ μέσα της. Της χρειά­- στηκαν λίγες εκατοντά­δες εκατομμύρια χρόνια για να την αποκτή­σει. Ερώ- τημα δεύτερο: Αλλά­ζει η συ­μπεριφορά­ της φασολιά­ς ως αποτέλεσμα των ερεθισμά­των που­ δέχεται; Η απά­ντηση είναι όχι. Μπορεί όμως να αλλά­ξει η συ­μπεριφορά­ των απογόνων της. Η φασολιά­ δεν είναι δημιούργημα της στιγμή­ς, δεν είναι αποκομμένη από τον χρόνο, έχει παρελθόν και υ­πό μία έννοια έχει μέλλον. Δεν είναι μια μηχανή­ που­ παίζει απλώς το τραγούδι που­ είναι γραμμένο στα γονίδιά­ της. Δεν είναι μόνο σι-ντι-πλέιερ, είναι και σι- ντι-ρά­ιτερ (πόσο θα ή­θελα να υ­πή­ρχαν απλές, στρωτές ελληνικές λέξεις για το σι-ντι-πλέιερ και το σι-ντι-ρά­ιτερ! εννοώ λέξεις χρησιμοποιή­σιμες. όχι σαν τη θλιβερή­, σχεδόν αυ­τοκτόνο, τηλεομοιοτυ­πία· πόσες φορές τη χρησιμοποιή­σατε αντί του­ φαξ;). Το τραγούδι που­ θα εγγρά­ψει η φασολιά­ στα γονίδια και θα κληροδοτή­σει στα φασόλια της θα μοιά­ζει, αλλά­ δεν θα είναι ολόιδιο, με το τραγούδι που­ ή­ταν γραμμένο στο φασόλι από το οποίο φύτρωσε. Οι εντυ­πώσεις με τις οποίες θα είναι εφοδιασμένη η επόμενη γενιά­ θα είναι διαφορετικές από τις εντυ­πώσεις με τις οποίες ή­ταν εφοδιασμένη η προηγούμενη. Η προηγούμενη γενιά­ θα είχε ίσως εκτεθεί σε ένα ψύχος ή­ μια ασθένεια. Και η εμπειρία αυ­τή­ πιθανόν να αποτυ­πώθηκε και να πέρασε στην επόμενη γενιά­ μέσω ενός μηχανισμού, του­ μηχανισμού της αναπαρα- γωγή­ς, της μεταλλαγή­ς και της επιλογή­ς που­ θα μας απασχολή­σει αργότερα. Μπορούμε όμως να πούμε από τώρα ότι τον μηχανισμό αυ­τό δεν τον συ­ναντούμε στη μεταλλική­ βέργα.

Ποια είναι λοιπόν η ειδοποιός διαφορά­ μεταξύ της βέργας που­ δεν μαθαίνει και των οργανισμών που­ μαθαίνου­ν; Μια φασολιά­ ζει περίπου­ όσο και ένα ποντίκι. Και οι δύο οργανισμοί κληρονομούν και κληροδοτούν γονίδια. Από τη σκοπιά­ του­ πώς συ­σσωρεύεται, πώς αλλά­ζει και του­ πώς μεταβιβά­ζεται αυ­τή­ η γνώση, ο μηχανισμός είναι ίδιος. Υπά­ρχει όμως μια πρόσθετη διαφορά­. Όπως είπαμε, στη φασολιά­ το «μαθαίνω» δεν αναφέρεται σε ένα συ­γκεκριμένο φυ­τό, αλλά­ στη μακρά­ αλυ­σίδα που­ ενώνει το φυ­τό με του­ς προγόνου­ς και του­ς απογόνου­ς του­. Ένα συ­γκεκριμένο φυ­τό γνωρίζει αλλά­ δεν μαθαίνει. Μαθαίνει όμως το είδος του­. Το ποντίκι γνωρίζει και μαθαίνει, με την έννοια ότι η εμπειρία του­ μπορεί να επηρεά­σει τη συ­μπεριφορά­ του­. Δύο απλές και πολύ χρή­σιμες για το θέμα μας έννοιες της βιολογίας είναι η οντογένεση και η φυ­λογένεση. Με τον όρο οντογένεση εννοούμε όλα τα στά­δια από τα οποία περνά­ ένα ά­τομο από τη στιγμή­ που­ ξεκινά­ ως γονιμοποιημένο ωά­ριο μέχρι τη συ­μπλή­ρωση της ανά­πτυ­ξή­ς του­ και, με ελαφριά­ παραβίαση της ακρίβειας του­ όρου­, θα λέγαμε μέχρι τον θά­νατό του­. Είναι η ιστορία του­ ατόμου­. Φυλογένεση είναι όλα τα στά­δια από τα οποία πέρασε το είδος στο οποίο ανή­κει το ά­τομο μέχρι να φτά­σει στη σημερινή­ του­ μορφή­. Είναι η ιστορία του­ είδου­ς. Στη διά­σταση του­ χρόνου­, η οντογένεση είναι ένα σημείο, η φυ­λογένεση είναι μια γραμμή­.

Όσα είπαμε για τη φασολιά­ και το ποντίκι μπορούν τώρα να ειπωθούν ως εξή­ς: τόσο η φασολιά­ όσο και το ποντίκι γεννιούνται με γνώση που­ συ­σσωρεύεται και αλλά­ζει στη διάρκεια της φυ­λογένεσης. Έχου­ν «φυ­λογενετική­ γνώση». Επιπλέον, το ποντίκι αποκτά­ γνώση στη διά­ρκεια της ζωή­ς του­, αποκτά­ «οντογενετική­ γνώση». Άλλες πιο συ­νηθισμένες λέξεις για τη φυ­λογενετική­ γνώση είναι η εγγενή­ς ή­ η έμφυ­τη γνώση και για την οντογενετική­ η επίκτητη γνώση. Αυ­τοί οι όροι δεν μας βοηθούν γι’ αυ­τό που­ θέλου­με να εξετά­σου­με εδώ, διότι δεν τονίζου­ν τη διά­σταση του­ χρόνου­. Ειδικά­ με του­ς όρου­ς εγγενής ή­ έμφυτη κινδυ­νεύου­με να μείνου­με με την εντύπωση πως η γνώση γεννιέται μαζί με τον οργανισμό, το στοιχείο της προΰπαρξης δεν βγαίνει στο προσκή­νιο. Η οντογενετική­ γνώση σβή­νει με τον θά­νατο του­ ατόμου­, δεν περνά­ από του­ς γονείς στου­ς απογόνου­ς, δεν αποτυ­πώνεται στα γονίδια, δεν μετατρέπεται σε φυ­λογενετική­ γνώση. Αλλιώς θα περιμέναμε κά­θε ποντίκι να γνωρίζει από τη στιγμή­ που­ γεννιέται του­ς κρυ­ψώνες και τα περά­σματα μέσα στον στά­βλο που­ γεννή­θηκε, να είχε πά­ρει αυ­τή­ τη γνώση από του­ς γονείς του­ που­ έζησαν στον ίδιο στά­βλο. Δεν τα γνωρίζει, τα μαθαίνει. Υπά­ρχει και μια άλλη μορφή­ μά­θησης που­ αξίζει να τη σχολιά­σου­με ιδιαίτερα, γιατί συ­νδυ­ά­ζει στοιχεία από την οντογενετική­ και τη φυ­λογενετική­ γνώση. Μπορούμε να την πούμε κοινωνική­. Συ­γκρίνετε το ποντίκι με την οχιά­. Με εξαίρεση το ζευ­γά­ρωμα, η οχιά­ ζει μονή­ρη ζωή­. Ό,τι μαθαίνει το μαθαίνει από μόνη της. Αντίθετα, το ποντίκι αποκτά­ ένα μεγά­λο μέρος της γνώσης του­ περίγυ­ρού του­ από τη μά­να του­ και από τα ά­λλα ά­τομα της ομά­δας του­. Η κοινωνική­ γνώση περνά­ από γενιά­ σε γενιά­, έχει οντογενετική­ προέλευ­ση και φυλογενετική­ συ­νέχεια. Θα την ξαναβρούμε βέβαια μπροστά­ μας αργότερα· εδώ την αναφέραμε απλώς για να την έχου­με υ­πόψη μας. Στο παρά­δειγμά­ μας, το ποντίκι έχει κοινωνική­, οντογε- νετική­ και φυ­λογενετική­ γνώση, η οχιά­ έχει οντογενετική­ και φυλογενετική­, η φασολιά­ μόνο φυ­λογενετική­. Από τις τρεις γνώσεις, η φυ­λογενετική­ είναι σίγου­ρα η πιο βασική­, η πιο προβλέψιμη, η πιο στερεότυ­πη, θα λέγαμε η πιο πρωτόγονη. Αυ­τό δεν την κά­νει λιγότερο αξιοθαύμαστη. Η πλοή­γηση της νυ­χτερίδας μέσα από τον λαβύρινθο των υ­περή­χων, η ευ­αισθησία του­ φιδιού στις αλλαγές της θερμοκρασίας, η ικανότητα του­ χελιού να επιστρέψει στη Θά­λασσα των Σαργασσών από το όποιο ποτά­μι έτυ­χε να μεγαλώσει για να αφή­σει εκεί για πρώτη και τελευ­ταία φορά­ τα αυ­γά­ ή­ το σπέρμα του­, είναι γνώση φυ­λογενετική­, γνώση αποτυ­πωμένη στα γονίδια, γνώση γραμμένη στη γλώσσα της χημείας.

*

©Το παρόν υπάρχει ελεύθερο προς διάδοση και ανάγνωση από τις Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης Ε Δ Ω.

This entry was posted in βιβλία/ανάγνωση, Logos. Bookmark the permalink.

4 απαντήσεις στο [βιβλίο] Λευτέρης Ζούρος, Ας συμφιλιωθούμε με τον Δαρβίνο [2]

  1. Ο/Η Γιάννης λέει:

    Ερώτημα: Είναι η επιστήμη, η μοναδική μέθοδος για την ερμηνεία του φυσικού κόσμου;
    Η επιστήμη συχνά, στην προσπάθεια της να ερμηνεύσει τον κόσμο, να εξερευνήσει ένα φυσικό φαινόμενο, μας περιγράφει έναν «κόσμο», τον οποίο είμαστε καταδικασμένοι να μη γνωρίσουμε από «μέσα», να μην έχουμε ποτέ την δυνατότητα να ζήσουμε, παρά μόνο να έχουμε πληροφορίες γι’ αυτόν από την επιστήμη και τους επιστήμονες. Για παραδείγματα, τον μικρόκοσμο, τα σωματίδια (ηλεκτρόνια κλπ), θεωρία της μεγάλης έκρηξης κ.α. Ζούμε την ζωή μας, δεχόμενοι τα αποτελέσματα των ιδιοτήτων αυτού του κόσμου, δεν μπορούμε όμως να είμαστε δρώντα υποκείμενα μέσα σ’ αυτόν. Συνεπώς, είναι ένας κόσμος, «εξ ακοής», που ποτέ δεν θα υποκαταστήσει αυτόν, τον «δικό» μας κόσμο. Νομίζω, πως αυτά είναι και τα όρια της επιστήμης.
    Οφείλουμε να είμαστε ειλικρινείς. Οι δυνατότητες της επιστήμης και η γνώση της είναι περιορισμένες. Όχι με την έννοια, ότι από την φύση του ο άνθρωπος, παρά τις τεράστιες διανοητικές και πνευματικές δυνατότητες του, δεν θα μπορέσει ποτέ να ερμηνεύσει τον κόσμο, λόγω περιορισμένων εν τέλει φυσικών δυνατοτήτων αλλά και χρόνου. Αλλά μάλλον, επειδή καμιά ανθρώπινη δραστηριότητα δεν μπορεί από μόνη της να εξηγήσει τον φυσικό κόσμο, που μας περιβάλλει, με τέτοιο τρόπο που να κάνει την ζωή, ακόμα περισσότερο ενδιαφέρουσα, στα μάτια μας. Αλλωστε μάλλον, δεν χρειάζεται να εξηγήσουμε και να φέρουμε στο φως τα πάντα, ώστε να ζήσουμε τούτη την γήινη ζωή μας. Η ίδια η θεωρία του Δαρβίνου, διαστρεβλώθηκε από διάφορους, για να δικαιολογήσουν τις φασιστικές και εξουσιαστικές τους προθέσεις. Όπως και η επιστήμη, αναρίθμητες φορές, χρησιμοποίησε τις γνώσεις και τις ικανότητες της, για σκοπούς που στρέφονται εναντίον του ανθρώπου και του φυσικού κόσμου, τον οποίο θέλει να ερμηνεύσει και να κατανοήσει. Αυτό κατά την γνώμη μου, γίνεται διότι η επιστήμη σκέπτεται και δρα αποσπασματικά, δίχως να συνειδητοποιεί ότι το ανθρώπινο ον, έχει περισσότερες ανάγκες, προκειμένου να δώσει νόημα στην ζωή του, ένα νόημα που εξ αιτίας του, θα έχει εκατό λόγους να αισθάνεται ότι αξίζει να ζει την ζωή. Η θεωρία του Δαρβίνου -δεν είμαι βιολόγος ούτε ειδικός- ίσως να εξηγεί αποτελεσματικά την καταγωγή των ειδών και την αλληλοεπίδραση τους με το περιβάλλον, αλλά αποκτά ένα άλλο, ανώτερο νόημα, αν την δούμε σαν κάτι που δεν κάνει τίποτα περισσότερο και τίποτα λιγότερο, από το να ερμηνεύει ένα μέρος, ενός κόσμου που συνεχώς μεταβάλλεται, που βρίσκεται σε μια δυναμική ροική κατάσταση, με τα είδη του ζωικού και φυτικού κόσμου, να συμμετέχουν με την αδιάκοπη εξέλιξη τους, σ’ αυτό το ποτάμι της πανίερης μάνας φύσης, όπου τα πάντα αλλάζουν. Όμως, αυτό το επιπλέον νόημα στις επιστημονικές υποθέσεις του Δαρβίνου, είναι υπόθεση που αφορά την φιλοσοφία, τον στοχασμό, την σοφία, που οφείλουν να αντιλαμβάνονται τον κόσμο σαν μια ενότητα. Αυτή, η θεώρηση του κόσμου σαν μία διαρκώς αυτοτροφοδοτούμενη και αέναα μεταβαλλόμενη πραγματικότητα, μέσα στην οποία, ο άνθρωπος που αναγνωρίζει αυτήν την αλήθεια της φύσης, συμμετέχει συνειδητά όχι μόνο σαν έλλογο ον, αλλά και σαν ένα πλάσμα που γνωρίζει το ότι στο τέλος παραμονεύει το «Μεγάλο τίποτα» και που έχει επινοήσει, διάφορα εργαλεία για να αντέξει αυτό πόνο του αιώνιου αφανισμού. Οπως την αθανασία, τις τέχνες, το να δίνει νόημα στον πόνο, το ψέμα, τις γιορτές κ.α. Λοιπόν, όλα αυτά είναι ο ανθρωποκεντρισμός. Και αν υπάρχει και κάποιος αυτοθαυμασμός, δεν αποτελεί κάτι αλλόκοτο. Στο κάτω-κάτω, ο άνθρωπος είναι το πιο ενδιαφέρον πλάσμα. Και όταν η επιστήμη, καταβάλει προσπάθειες να απορρίψει τον ανθρωποκεντρισμό, προσφέρει κακές υπηρεσίες και συμπεριφέρεται θα ‘λεγε κάποιος, με αλαζονεία, διότι καθώς τον απορρίπτει, μάλλον επιθυμεί να καταλάβει την θέση του. Παρά την υιοθέτηση συχνά, της μετριοπάθειας. Οι πρώτοι που δίδαξαν την μετριοπάθεια, είναι οι ιερείς και αυτό καθόλου δεν τους εμπόδισε να είναι αλαζόνες.
    Ναι στην επιστήμη και στις γνώσεις που μας παρέχει, αλλά όχι στην λογοκρατία και στην απογύμνωση της ιερότητας της φύσης, ούτε οι γνώσεις της να σπρώξουν τον άνθρωπο ακόμη περισσότερο «στην άκρη», συνεχίζοντας το έργο της μεταφυσικής και των θρησκευτικών ιερατείων. Η ευφυία μας είναι ένα ισχυρό εργαλείο, αλλά δεν είμαστε μόνο φαιά ουσία.

    » Θα ξανάρθω, μ’ αυτόν τον ήλιο, μ’ αυτή την γη, όχι για μια νέα ζωή ή για μια καλύτερη ζωή ή για μια ζωή όμοια με τούτη, αλλά γι’ αυτή την ίδια την ζωή, ταυτόσημη μέσα στα πιο μεγάλα και στα πιο μικρά πράγματα. Και θα σας διδάξω, για μιαν ακόμη φορά, την Αιώνια Επιστροφή» (Ετσι μίλησε ο Ζαρατούστρα).

  2. Ο/Η laskaratos λέει:

    https://roides.wordpress.com/2009/12/07/7dec09-2/
    Η πολεμική των Εκκλησιών κατά Δαρβίνου
    07/12/2009

    …………………
    Περίφημη ήταν η μονομαχία του καλού του φίλου, του ζωολόγου Huxley με τον πιο φανατικό εχθρό του Δαρβίνου τον επίσκοπο της Οξφόρδης Σάμουελ Γουϊλμπερφόρς (εικ.1-2) γνωστό ως Σαμ Σαπουνάκια, σύμφωνα με το παρατσούκλι που προήλθε από κάποιο χαρακτηρισμό της συμπεριφοράς του ως «γλοιώδους» (saponaceous= σαπωνοειδούς) από τον Ντισραέλι. Το 1860, λίγο μετά τη δημοσίευση της «Καταγωγής των ειδών», μπροστά σε ένα ευρύ κοινό επιστημόνων και στην αφρόκρεμα της διανόησης, σε αίθουσα του Μουσείου της Οξφόρδης, σε ένα πολυαναμενόμενο ντιμπέιτ που είχε προκαλέσει σάλο, ο επίσκοπος υπέβαλε στον Χάξλεϋ το εξυπνακίστικο ερώτημα από ποια μεριά συγγενεύει με τον πίθηκο από τη γιαγιά ή τον παππού του. Αυτό ήταν και το μόνο που θα θυμόντουσαν οι άνθρωποι από την αγόρευση του επισκόπου που έμελλε να είναι και το Βατερλώ του. Λέγεται μάλιστα πως ο ζωολόγος ψιθύρισε θριαμβευτικά για την αναπάντεχη αυτή αφελή ατάκα-που και σήμερα τη χρησιμοποιούν οι Έλληνες παπαδίσκοι-τη βιβλική ρήση του Σαούλ: «Ο Θεός τον έστειλε στα χέρια μου» και απάντησε: «Δεν ντρέπομαι αν κάποιος πρόγονός μου ήταν πίθηκος, θα με πείραζε αν ήταν ένας άντρας που χρησιμοποιούσε το δώρο των γνώσεών του για να συσκοτίσει την αλήθεια». Το ακροατήριο συγκλονίστηκε και λέγεται πως η Λαίδη Brewster λιποθύμισε.
    ………………
    Σήμερα 126 χρόνια μετά το θάνατο του ο καλός αρχιεπίσκοπος του Καντέρμπουρυ, ο δρ.Rowan Williams, ζήτησε Συγνώμη για λογαριασμό της Εκκλησίας.
    …………..

    Η Ορθόδοξη Εκκλησία, η πιο πρωτόγονη από τις 3 βασικές αιρέσεις της Χριστιανοσύνης, αφού απευθύνεται κυρίως στην καθυστερημένη Ανατολή, πολέμησε τον Δαρβίνο, όχι συστηματικά είναι η Αλήθεια αφού το κοινό της δεν χαμπαριάζει από αυτά, αλλά με ανταρτοπόλεμο. Κατά καιρούς θεολόγοι, μητροπολίτες και απλοί κληρικοί επιτέθηκαν με αφελή επιχειρήματα στον «πιθηκάνθρωπο». Ήδη από την δεκαετά του 1870, οι θεολόγοι Ιγ.Μοσχάκης και Σ.Π.Σούγκρας, είχαν μεταφράσει και δημοσιεύσει αντίστοιχα έργα για τον «Δαρουϊνισμό και το ανυπόστατον αυτού». Στα «Αθεϊκά» του Βόλου, ο δεσπότης Γερμανός κατήγγειλε τον Δελμούζο και τους φωτισμένους δασκάλους του «Παρθεναγωγείου» πως «από του Σεπτεμβρίου 1908 μέχρι τέλους Μαρτίου 1911 εν Βόλω, Λαρίση και ιδίως εν τω Εργατικώ Κέντρω και τω Ανωτέρω Παρθεναγωγείω Βόλου, προσεπάθησαν διά ζώσης, διά διδασκαλίας και δι’ εντύπων φυλλαδίων να ελκύσωσι προσηλύτους εις λεγόμενα θρησκευτικά δόγματα, τουτέστι την αθεϊαν, με τα οποία ενεργούμενα είναι ασυμβίβαστος η διατήρησις της πολιτικής τάξεως, διδάσκοντες ότι δεν υπάρχει Θεός (…), ότι ο άνθρωπος εδημιουργήθη υπό πιθήκων, ότι ο Θεός είναι ένα αγγούρι (!!!) ….». Η μετεμφυλιοπολεμική «Διακήρυξις της Χριστιανικής Ενώσεως Επιστημόνων» που κυκλοφόρησε σε χιλιάδες αντίτυπα το 1946, με πρωτοβουλία των παραεκκλησιαστικών οργανώσεων ήταν μια προσπάθεια να χτυπηθούν οι ιδέες της Αριστεράς. Στόχος των συντακτών της Διακήρυξης ήταν και ο Δαρβίνος: «Ο Δαρβινισμός δεν είναι ταμπού άθικτον, αλλά θεωρία περί της οποίας θα μας επιτρέπεται κάποια συζήτησις……Ναι μεν η θεωρία του Δαρβίνου είναι μια επιστημονική θεωρία, η οποία είχε και έχει τους υποστηρικτάς της, αλλά … μόνον εις κύκλους που εμφορούνται από σκόπιμον προχειρολογίαν, θεωρείται ο δαρβινισμός ως η τελευταία λέξις της επιστήμης». Στη σύγχρονη ορθόδοξη Σερβία ο βιολόγος Ν.Τούσιτς κατήγγειλε την αφαίρεση από τα σχολεία της Σερβίας της («δογματικής»! κατά την υπουργό) θεωρίας του Δαρβίνου ως «αποτέλεσμα της ανάμιξης της Ορθόδοξης Εκκλησίας στα πόδια της πολιτικής». Ο Χριστόδουλος δεν δίστασε σε μια έκρηξη εθνικιστικής χυδαιότητας να κάνει αισχρή χρήση του δαρβινισμού, διερωτώμενος αν οι «βάρβαροι» Ευρωπαίοι περπατούσαν στα τέσσερα, όταν οι Έλληνες μεγαλουργούσαν («Ελευθεροτυπία», 20.10.’04).
    Αποκορύφωμα των αντιδράσεων υπήρξε το βιβλίο της Ιστορίας Α΄Λυκείου του Λέυτέρη Σταυριανού (1984), που μια απλή αναφορά του στο Δαρβίνο προκάλεσε την αντίδραση της Συνόδου και του όχλου των πιστών που με χάντρες και με χαϊμαλιά βγήκε να διαδηλώσει ξορκίζοντας τον αιρετικό συγγραφέα και αναγκάζοντας την κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ σε μια από τις πολλές ακόμη άτακτες υποχωρήσεις της μπροστά στις ορδές του ιερατείου. Τη σκυτάλη του αντιδαρβινισμού σήκωσε ο πνευματικός πατέρας του Xριστόδουλου ο μητροπολίτης Καλλίνικος της παρακρατικής «Χρυσοπηγής» ένα απηνής διώκτης των δαιμόνων της Σαρκός, που αποχώρησε πρόωρα, συκοφαντημένος για σεξουαλικές παρενοχλήσεις σε βάρος ανδρών. Στο μανιφέστο του «Ο άνθρωπος από τον πίθηκο;» επικαλείται τη γνώμη του Αμερικανού Duane Gish και τον εμφανίζει ως διδάκτορα βιοχημείας. Λησμόνησε όμως να προσθέσει ότι ήταν αναπληρωτής πρόεδρος του «Ινστιτούτου Ερευνας της Δημιουργίας», δηλαδή ο επικεφαλής της οργάνωσης των «δημιουργιστών» στις ΗΠΑ και χρηματοδότης όλων όσοι υποστηρίζουν ότι η Βίβλος μπορεί να διαβαστεί και ως επιστημονικό πόνημα φυσικής ιστορίας.
    http://www.iospress.gr/ios2000/ios20000730a.htm
    http://www.iospress.gr/ios2000/ios20000730b.htm
    ……………………

  3. Παράθεμα: [βιβλίο] Mark Ridley, Δαρβίνος | Ροΐδη και Λασκαράτου Εμμονές

  4. Παράθεμα: [βιβλίο] Mark Ridley, Δαρβίνος [2] | Ροΐδη και Λασκαράτου Εμμονές

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s