Άρης Αλεξάνδρου, «Το κιβώτιο» -και η άδεια του ιστορία…

[μικροί στοχασμοί –μέρος 2ο]

alexandrou14.8.16

«Το κιβώτιο», έργο φαντασίας, ευανάγνωστο και συναρπαστικό σε όλα τα κεφάλαιά του, είναι κλασικό, θα λέγαμε, μυθιστόρημα, που όμως ξεχωρίζει αισθητά για τις συνεχείς παρεκβάσεις του από τα καθιερωμένα είδη, τα οποία γνωρίζει και σέβεται. Σε πρώτο στρώμα φαίνεται να περιγράφει την επικίνδυνη περιπέτεια μιας σαρανταμελούς ομάδας επιλέκτων αγωνιστών να μεταφέρουν από την πόλη Α στην πόλη Β ένα κιβώτιο αγνώστων στοιχείων, από το περιεχόμενο του οποίου θα κριθεί η έκβαση της αποστολής. Το κιβώτιο φτάνει στον προορισμό του με μοναδικό επιζώντα τον ανώνυμο αφηγητή, που είναι και ο μοναδικός μάρτυρας της διεκπεραίωσης της επιχείρησης. Συνεπώς τίθεται από την αρχή θέμα της αξιοπιστίας του, που δεν την προστατεύει το πλούσιο αγωνιστικό του παρελθόν. Έτσι υποχρεώνεται να απολογείται με επιστολές του απέναντι σε έναν ανακριτή που τον βλέπει μία φορά, και ο οποίος τελικά παραμένει άγνωστος και αγνώστων προθέσεων. Η κρίσιμη και αποφασιστική για το σύστημα «αλήθεια» παραμένει αίνιγμα και ο παραλήπτης της αλήθειας απροσδιόριστος. Ωστόσο, η υπόθεση είναι πειστική, είναι αληθοφανής και το ενδιαφέρον της διαρκώς αυξάνει. Τα γεγονότα συμβαίνουν απέναντι σε μια υπαρκτή κατάσταση, που παρουσιάζει τα συμπτώματα ενός αμείλικτου μηχανισμού, με τις δυνάμεις του σε πλήρη ετοιμότητα, συντηρώντας τις ασθένειές του στην πιο αποτρόπαιη μορφή. Γι’ αυτό, διαβάζοντας το έργο από μια ουσιαστική γωνία, μπορείς να πεις ότι στο μυθιστορηματικό του σύμπαν συγκεντρώνεται ένας αντιπροσωπευτικός κόσμος ανθρώπων και καταστάσεων μιας κυνικά αυτορρυθμιζόμενης πολιτείας, όπου τα επισφαλή κίνητρα των οπαδών της κρύβονται με επιμέλεια πίσω από τον μανδύα της αφοσίωσης και της υστεροβουλίας, ενώ καταγράφεται η κυρίαρχη νοοτροπία, σιωπηρά υποταγμένη στον πολιτικό αμοραλισμό, ο οποίος από ένα πρόταγμα ελευθερίας -με διαδοχικές πράξεις- καταλήγει στην αναίρεσή της. Και το μήνυμα του έργου, θα αναρωτηθεί ο αναγνώστης; Ο συγγραφέας αρνείται να εφεύρει μία και μοναδική απάντηση για την ανθρώπινη μοίρα. (Από την παρουσίαση στο οπισθόφυλλο του βιβλίου)

Κριτική παρουσίαση Σπύρου Τσακνιά,  (Το Βήμα 02/08/1998)

alexandrou14.8.16b

το νεότερο εξώφυλλο των εκδόσεων Κέδρος

Η άδεια Ιστορία…

Η 20ή επανέκδοση ενός από τα κορυφαία μυθιστορήματα της μεταπολεμικής πεζογραφίας μας, όπως είναι το «Κιβώτιο» του Αρη Αλεξάνδρου, μορφής εμβληματικής για τη μοίρα μιας γενιάς και για το πολιτικό και πνευματικό ήθος σημαντικού μέρους αυτής της γενιάς, δεν μπορεί να περάσει ασχολίαστη. Ο σχολιασμός της, εντούτοις, με φέρνει σε αμηχανία. Πώς και για ποιον σχολιάζεις ένα μυθιστόρημα που κυκλοφόρησε πριν από 23 χρόνια, διαβάστηκε και συζητήθηκε πολύ, εγκωμιάστηκε και δίχασε ως προς την ερμηνεία του, μελετήθηκε επαρκώς και, κατά κάποιον τρόπο, κατέκτησε την οριστική του θέση στην ιστορία της λογοτεχνίας μας (αν ο όρος «οριστική» ισχύει σε αυτές τις περιπτώσεις). Το «Κιβώτιο» τέλος πάντων είναι γνωστό.

Γνωστό σε πόσους και σε ποιους; Το ερώτημα εγγίζει την ουσία της αμηχανίας μου. Για ποιον γράφω αυτές τις γραμμές; Σε ποιον συστήνω ένα πολυδιαβασμένο και κριτικά μελετημένο μυθιστόρημα; Ούτε η αφορμή ούτε ο χώρος προσφέρονται σε μια επανακτίμηση του βιβλίου μέσα από έναν διάλογο με την κριτική που προηγήθηκε. Εξάλλου, δεν θα είχα να προσθέσω πολλά πράγματα, αλλά ούτε και να αναιρέσω τοποθετήσεις που τις θεωρώ έγκυρες ­ από τις πρώτες θερμές βιβλιοκριτικές αντιδράσεις ως τις πιο πρόσφατες μελέτες· νηφάλιες, διεξοδικές και διεισδυτικές. Εχω κατά νου πρωτίστως την πολυσέλιδη μελέτη του Δημ. Ραυτόπουλου που περιλαμβάνεται στη μονογραφία του «Αρης Αλεξάνδρου, ο εξόριστος», η οποία κυκλοφόρησε πριν από ενάμιση χρόνο από τις εκδόσεις «Σοκόλη». Αλλά και την ενδιαφέρουσα εισαγωγή του Αλέξ. Αργυρίου στο σχετικό λήμμα, στον Β’ τόμο της «Ανθολογίας Μεταπολεμικής Πεζογραφίας» του ίδιου εκδοτικού οίκου· τη συζήτηση για τον Αλεξάνδρου που διεξήγαγαν με πρωτοβουλία της «Αυγής» οι Α. Φραγκιάς, Δ. Ν. Μαρωνίτης, Α. Αργυρίου και η οποία δημοσιεύτηκε στα φύλλα της ίδιας εφημερίδας στις 10 και 12 Σεπτεμβρίου 1978· και επίσης τις εργασίες της Ρέας Γαλανάκη («Ο Πολίτης», Δεκέμβριος 1978) και της Λίζυς Τσιριμώκου (περιοδικό «Σπείρα», Φθινόπωρο 1986) ­ για να σταθώ σε ένα μικρό δείγμα κριτικού λόγου που αναπτύχθηκε με αφορμή το «Κιβώτιο». Και με την ευκαιρία αυτή, να εκφράσω τη λύπη μου που η νέα έκδοση του βιβλίου δεν συνοδεύτηκε από ένα παράρτημα με περιεκτική ανθολόγηση των σημαντικότερων κριτικών παρατηρήσεων για τον συγγραφέα και το έργο του. Το «Κιβώτιο» είναι το κατ’ εξοχήν μυθιστόρημα που έχει ανάγκη ερμηνευτικών σχολίων. Η κατανόησή του είναι προβληματική, ιδιαίτερα για τους νέους αναγνώστες, που συνήθως δεν είναι εξοικειωμένοι με το ιστορικό πλαίσιο μέσα στο οποίο τοποθετείται ο μύθος ή με τα περίπλοκα και δυσανάγνωστα ιδεολογικά σήματα που τον διαστίζουν. Αυτόν τον τύπο αναγνώστη έχω στο μυαλό μου γράφοντας ετούτες τις γραμμές. Και απευθύνομαι κυρίως στον αναγνώστη που δεν έχει διαβάσει το «Κιβώτιο». Για χάρη του, συνοψίζω την υπόθεση του μυθιστορήματος.

Το εξώφυλλο της Α' έκδοσης που όλοι γνωρίσαμε από τις εκδόσεις Κέδρος

Το εξώφυλλο της Α’ έκδοσης που όλοι γνωρίσαμε από τις εκδόσεις Κέδρος

Σε ένα απόσπασμα 40 ανδρών αρχικώς, επιλεγμένων με αυστηρά κριτήρια από το Γενικό Αρχηγείο του Δημοκρατικού Στρατού, ανατίθεται η επικίνδυνη αποστολή της μεταφοράς ενός κιβωτίου από την πόλη Ν. στην πόλη Κ. Η αποστολή είναι άκρως επικίνδυνη, καθώς η διαδρομή που χάραξε και ελέγχει ­ με τον ασύρματο ­ βήμα προς βήμα το Αρχηγείο διέρχεται από περιοχές που δεν ελέγχονται απολύτως από τις δυνάμεις του Δ.Σ. Στους αγωνιστές που μετέχουν της αποστολής ­ όλοι βαθμοφόροι, παρασημοφορηθέντες, έμπιστα και δοκιμασμένα μέλη του κόμματος ­ καθίσταται σαφές πως είναι εθελοντές σε αποστολή αυτοκτονίας. Παρά ταύτα, από τους 40 επιλεγέντες θα πάρουν μέρος στη θανάσιμη πορεία μόνο 35, καθώς 5 από αυτούς θα εκτελεστούν την παραμονή της αναχώρησης, ως ύποπτοι συμμετοχής σε αντικομματική, φραξιονιστική ομάδα.

Ολα αυτά υποτίθεται πως συμβαίνουν το καλοκαίρι του 1949, από τις 14 Ιουλίου που ξεκίνησε το απόσπασμα από την πόλη Ν. ως τις 20 Σεπτεμβρίου που ο μοναδικός επιζών παραδίδει το κιβώτιο στη στρατιωτική διοίκηση της πόλης Κ. Η αποστολή υποτίθεται πως είναι ζήτημα υψίστης σημασίας, αφού από την έκβασή της θα κριθεί το αποτέλεσμα του αγώνα του Δ.Σ., όπως η ηγεσία διαβεβαιώνει τα μέλη της. Λέω «υποτίθεται», γιατί στην πραγματικότητα το καλοκαίρι του 1949 ο Δ.Σ. έχει ήδη ηττηθεί. Και στο μυθιστόρημα, το επτασφράγιστο κιβώτιο, όταν ανοίγεται τελικά, αποδεικνύεται πως είναι άδειο, δεν περιέχει απολύτως τίποτε.

Ο αναγνώστης που δεν έχει διαβάσει το βιβλίο θα διερωτάται αν έχουμε να κάνουμε με μυθιστόρημα του παραλόγου. Κατά κάποιον τρόπο, το «Κιβώτιο» είναι μυθιστόρημα του παραλόγου, αλλά με μια ρεαλιστική επίφαση. Ο Δ. Ραυτόπουλος, εύστοχα νομίζω, το χαρακτηρίζει μίμηση ρεαλισμού. Αλλά αν ο ρεαλισμός είναι μίμηση της πραγματικότητας, τότε το «Κιβώτιο» είναι μίμηση μιμήσεως. Η «πραγματικότητα» φθάνει στον αναγνώστη λανθασμένη, φιλτραρισμένη υπό την ταραγμένη συνείδηση του μοναδικού επιζήσαντος της αποστολής, που είναι και ο μοναδικός μάρτυρας της μοίρας της, και φυσικά ο αφηγητής. Η ιδιότητα αυτή χρειάζεται διευκρίνιση. Ο ανώνυμος αφηγητής δεν εξιστορεί την περιπέτειά του στον άγνωστο αναγνώστη, αλλά σε έναν άγνωστο ανακριτή. Η αφήγησή του έχει τη μορφή απολογίας. Οταν φθάνει στην πόλη Κ, όπου διαπιστώνεται ότι το κιβώτιο είναι άδειο, φυλακίζεται, χωρίς να του απαγγελθεί κατηγορία. Λίγες ημέρες αργότερα, ο δεσμοφύλακας ­ αμίλητος και απρόσωπος ­ αφήνει στο κελί του λευκές κόλλες χαρτί, αριθμημένες και σφραγισμένες με δυσανάγνωστη σφραγίδα, καθώς και τα λοιπά χρειώδη της γραφής. Ο κρατούμενος αντιλαμβάνεται ότι οι κόλλες αυτές προορίζονται για τη γραπτή απολογία του. Ο ανακριτής ουδέποτε εμφανίζεται και ουδέποτε αποκαλύπτει τις αντιδράσεις του στις γραπτές καταθέσεις του κρατουμένου, παρά τα τεχνάσματα του τελευταίου να τον παρασύρει σε κάποια αποκάλυψη των σκέψεών του.

Η απολογία του κρατουμένου (δεν είναι βέβαιο πως είναι κατηγορούμενος) αρχίζει με μια λεπτομερή εξιστόρηση της συγκρότησης του ειδικού αποσπάσματος και συνεχίζεται, ως τη μέση του βιβλίου, με την αφήγηση της πορείας του, κατά την οποία αποδεκατίζεται, είτε σε αιφνιδιαστικές μάχες και απρόβλεπτους βομβαρδισμούς είτε από συμπτωματικά ατυχήματα, τα οποία, σύμφωνα με τις εντολές του Αρχηγείου, που γίνονται εσωτερικός κανονισμός της ομάδας, οδηγούν τους ανίκανους να βαδίσουν σε αυτοκτονία με κυάνιο. Από το μέσο του βιβλίου και μετά, ο κρατούμενος, απελπισμένος από τη σιωπή του ανακριτή, εγκαταλείπεται σε μια συνειρμική αφήγηση των αναμνήσεών του, που γλιστράει από τις νωπές ακόμη εμπειρίες της αποστολής στη δράση του κατά την Κατοχή, για να επανέλθει στα πρόσφατα γεγονότα. Ετσι κι αλλιώς, η αφήγηση δεν είναι ευθύγραμμη. Ο κρατούμενος / αφηγητής επανέρχεται σε προηγούμενες στιγμές, ανασκευάζει εκδοχές που είχε υποστηρίξει, αποκαλύπτει ψέματα που είχε πει ή γεγονότα που είχε αποκρύψει και τροποποιεί διαρκώς την απολογία του. Από ένα σημείο και πέρα αμφιβάλλει για όλα. Σε ποιον απολογείται; Κατά τη διάρκεια της πορείας, μια ιστορική Ολομέλεια του κόμματος ανέτρεψε τη δογματική ηγετική φράξια και τη θέση της πήρε άλλη ηγετική ομάδα, η σωστή, η γνησίως λενινιστική. Αλλά ο κρατούμενος δεν είναι σε θέση να γνωρίζει αν κι αυτή η ομάδα δεν ανατράπηκε από μια νεότερη ιστορική Ολομέλεια και τώρα απολογείται σε έναν δογματικό ανακριτή ή αν η πόλη Κ. δεν έπεσε ξανά στα χέρια του εχθρού, οπότε απολογείται σε έναν κυβερνητικό ανακριτή. Με αυτές τις προϋποθέσεις, ο αθέατος και αμίλητος ανακριτής παίρνει καφκικές διαστάσεις.

Καφκικές διαστάσεις παίρνει και ο ανώνυμος ήρωας ­ κρατούμενος ­ απολογούμενος ­ αφηγητής. Ως τη μέση του βιβλίου, πρόθεσή του είναι να αποσείσει τις ευθύνες του, να αποδείξει την αθωότητά του, να σώσει το τομάρι του. Από ένα σημείο και πέρα ούτε ο ίδιος ξέρει ­ ούτε ο αναγνώστης είναι βέβαιος ­ για ποιο λόγο συνεχίζει να γεμίζει τις λευκές κόλλες που του στέλνει ο ανακριτής. Απλώς γράφει. Νευρωσικά, ψυχαναγκαστικά, υπομανιακά, συνεχίζει να γράφει. Με λόγο συντακτικά και λογικά άψογο (καθότι μορφωμένος). Αλλά επιμένει με εξουθενωτική σχολαστικότητα σε απίστευτες λεπτομέρειες, ως εάν οι ασήμαντες αυτές λεπτομέρειες να είναι αποφασιστικής σημασίας για τη ζωή του ή για την έκβαση του παγκόσμιου επαναστατικού κινήματος. Για να επανέλθει λίγο αργότερα στην ίδια λεπτομέρεια και να την ανασκευάσει το ίδιο σχολαστικά, μεθοδικά, με πλησμονή λογικοφάνειας. Η σχολαστική του ακριβολογία και η τερατώδης επιμονή του στη λογική ερμηνεία μιας πράξης ή μιας σκέψης του, οδηγούν, μέσα από μια παράδοξη διαλεκτική, στην αίσθηση που έχει ο αναγνώστης ότι διαβάζει ένα παρανοϊκό παραλήρημα. Την εντύπωση του λογικοφανούς παραληρήματος ενισχύει ο απίστευτα κάποτε μακροπερίοδος λόγος του, η καθ’ υπόταξιν σύνταξη και, περιέργως, η γλώσσα του, κυριολεκτική, συναισθηματικά ουδέτερη, που συχνά προσφεύγει σε λόγιους τύπους ή σε δημοσιογραφικά στερεότυπα, στους αντίποδες πάντως της ξύλινης γλώσσας των μηχανισμών μέσα στους οποίους διαμορφώθηκε και τους οποίους υπηρέτησε με παθολογική συνέπεια.

Ο λόγος του αφηγητή, θα μπορούσε να υποθέσει κάποιος, συντάσσει ένα αυτοβιογραφικό κείμενο. Κι ωστόσο δεν έχουμε την αίσθηση πως διαβάζουμε μια αυτοβιογραφία ή έστω μια αυτοπροσωπογραφία. Ο λόγος του, εν τέλει, διαλύει το πρόσωπό του, το εξαφανίζει. Μολονότι ανώνυμος ο αφηγητής, στα πρώτα κεφάλαια του βιβλίου μάς επιτρέπει να φανταστούμε κάποιο, οσοδήποτε υποτυπώδες, πρόσωπο. Η αφήγηση το διαλύει, ακόμη κι όταν γλιστράει στο κατοχικό παρελθόν του, που υποτίθεται πως είναι πιο χλωρό, πιο ανθρώπινο. Από εκείνη την περίοδο, είναι η αλήθεια, αναδεικνύονται κάποια πρόσωπα, σκιώδη έστω. Από την ομάδα αυτοκτονίας που μεταφέρει το κιβώτιο δεν αναδεικνύεται κανένα πρόσωπο. Το μόνο που μας δίνει ο αφηγητής είναι τα ονόματα των συντρόφων του, τους στρατιωτικούς τους βαθμούς, τον αριθμό παρασήμων που κέρδισε ο καθένας εξ αυτών, και τον τρόπο με τον οποίο πέθανε. Ισως ο θάνατος να είναι το μόνο πορτρέτο που ολοκληρώνει ο χρονικογράφος της εφιαλτικής αυτής περιπέτειας. Ο θάνατος και το κενό. Και δεν εννοώ μόνο το άδειο κιβώτιο, την απουσία μηνύματος. Εννοώ την απουσία νοήματος. Αν διαβάζω σωστά τη μελέτη του Ραυτόπουλου, η πορεία του αποσπάσματος αυτοκτονίας, η συνδεδεμένη με την έκβαση ενός αγώνα που στοίχισε χιλιάδες ζωές, είναι μια πορεία προς το μη-νόημα. Ή, τουλάχιστον, η καταγραφή αυτής της πορείας που διαβάζουμε στο«Κιβώτιο» είναι μια πορεία καταδικασμένη να καταλήξει στο κενό, στην αδειοσύνη. Αν το«Κιβώτιο» είναι μια τεράστια μεταφορά, μολονότι από τις σελίδες του απουσιάζει ο μεταφορικός λόγος, όπως παρατηρεί ο ίδιος μελετητής, τότε η μεταφορά (κυριολεκτικώς) του άδειου κιβωτίου γίνεται η μεταφορά (μεταφορικώς) του κενού της Ιστορίας, της απουσίας νοήματος από τας δέλτους της.

Παρά ταύτα, ο υποθετικός νέος αναγνώστης μου, που δεν έχει διαβάσει το «Κιβώτιο», που δεν έζησε τον Εμφύλιο και τους κομματικούς μηχανισμούς που μας ενέπλεξαν σ’ αυτόν, που ποτέ δεν υποψιάστηκε τον λαβύρινθο των ιδεολογικών γραναζιών μέσα στα οποία παγιδεύτηκαν και διαμελίστηκαν οι εθελοντές που πολέμησαν με τις αγνότερες των προθέσεων, καλό είναι να γνωρίζει πως το «Κιβώτιο», χωρίς να αναπαριστά την Ιστορία, γεννήθηκε από τα σπλάχνα της. Και ξαναγυρίζει στην Ιστορία ακτινοβολώντας τη με τον δυσοίωνο και δαιμονικό φωτισμό του. Για ένα πράγμα με έπεισε η πρόσφατη ανάγνωση του«Κιβωτίου», με αφορμή την 20ή του έκδοση: Οσες φορές κι αν το διαβάσει κάποιος, ποτέ δεν θα πάψει να εκπλήσσεται. Ποτέ δεν θα φθάσει στον πάτο της ερμηνείας του.

Ο κ. Σπύρος Τσακνιάς είναι κριτικός λογοτεχνίας.

*

Διαβάστε επίσης: Χριστίνα Παπαστοίκα – Κατερίνα Κωσταβάρα -Τμήμα Φιλολογίας της Φιλοσοφικής Σχολής του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης. Kατεβάστε την άποψή τους σε pdf

http://www.lit.auth.gr/sites/default/files/documents/Egasia_Xristina_Papastoika_Kwstavara_Katerina.pdf

***

[μικροί στοχασμοί –μέρος 1ο]

 

This entry was posted in Για την Αριστερά, Επάναστἀτες του Κώλου, Ελευθερία Λόγου/Έκφρασης, βιβλία/ανάγνωση, κοινωνία/πολιτική. Bookmark the permalink.

6 απαντήσεις στο Άρης Αλεξάνδρου, «Το κιβώτιο» -και η άδεια του ιστορία…

  1. Ο/Η Αλέκα Παπαρούπα Μουτσούμπα λέει:

    Το ΚΚΕ λέει:

    http://www.rizospastis.gr/story.do?id=5332773

    Κυριακή 1 Νοέμβρη 2009
    ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ Σελίδα 11

    Ζωντανή η ψυχή, το μεγαλείο του ΔΣΕ

    (…)
    Το δίκαιο ή όχι ενός αγώνα δεν καθορίζεται από το αν ο αγώνας αυτός είναι τελικά νικηφόρος. Στο αίμα πνίγηκε η Κομμούνα του Παρισιού το 1871. Στο αίμα πνίγηκε η επανάσταση του 1905 – 1907 στη Ρωσία. Το ίδιο και η σοσιαλιστική επανάσταση στη Γερμανία το 1918 και ο ένοπλος ξεσηκωμός των λαϊκών δυνάμεων στην Ισπανία το 1936 – 1939. Το ίδιο και πολλοί άλλοι ξεσηκωμοί. Αλλά ήταν αγώνες δίκαιοι. Και τα διδάγματά τους παραμένουν επίκαιρα.
    Στην ταινία του Π. Βούλγαρη Ψυχή βαθιά, αυτό το βασικότατο στοιχείο, όχι μόνο δεν φαίνεται, αλλά και ισοπεδώνεται. Η φράση του γέροντα, που υποδύεται ο Θ. Βέγγος, «Ντροπή! Ελληνες να τουφεκάνε Ελληνες!», τα λέει όλα. Οτι, δηλαδή, και οι δύο πλευρές που συγκρούστηκαν είχαν άδικο, αφού, σύμφωνα με την ταινία, επιδόθηκαν σε μία αλληλοσφαγή από όπου δεν υπήρξε νικητής και νικημένος, καθότι νικημένη ήταν τελικά η Ελλάδα! Το μετέωρο στην ταινία ερώτημα «ποιος νίκησε, τελικά;», είναι σαφές τι υπονοεί, έστω κι αν ο σκηνοθέτης εναποθέτει την απάντηση στον προβληματισμό των θεατών. Αυτό λέει, δίχως να το ομολογεί.

    Αλλά η ταινία του Π. Βούλγαρη θυμίζει κάτι και από το μυθιστόρημα του Αρη Αλεξάνδρου Το κιβώτιο, μνημειώδες για τα ελληνικά δεδομένα έργο του οπορτουνισμού στη λογοτεχνία, που έχει ως περιεχόμενο τον αγώνα του ΔΣΕ. Σε αυτό το βιβλίο η εποποιία του ΔΣΕ χλευάζεται, ενώ οι μαχητές του παρουσιάζονται από τον συγγραφέα ως θύματα απάτης, ξεγελασμένοι (!) από την κομματική καθοδήγηση. Γιατί, τελικά, το κιβώτιο που μετέφεραν ήταν άδειο, δίχως προορισμό και αξία! Καταθέτει ο ήρωας του Αλεξάνδρου:
    «…Δεν είναι δυνατόν να ευθύνομαι ούτε στο ελάχιστο για όλη αυτήν την ιστορία, δεν φταίω εγώ που το κιβώτιο βρέθηκε άδειο, εγώ το πίστευα γεμάτο και γι’ αυτό το έφερα στην πόλη Κ (…) γιατί μόνο ένας τρελός κουβαλάει εν γνώσει του ένα άδειο κιβώτιο, παίζοντας χίλιες φορές κορόνα γράμματα τη ζωή του (…) ήτανε όμως άδειο, για λόγους που δεν ξέρουμε ακόμα, αλλά εν πάση περιπτώσει λόγω δικής μας υπαιτιότητος…»(Αρη Αλεξάνδρου, «Το κιβώτιο», σελ. 341 – 342, εκδόσεις «ΚΕΔΡΟΣ»).

    (….)

  2. Ο/Η atheofobos λέει:

    Διαβάζοντας τα παρακάτω λόγια του Αλεξάνδρου μπορεί να καταλάβει κανείς γιατί,κατά τον Ριζοσπάστη, το συγκλονιστικό βιβλίο του Το κιβώτιο, είναι μνημειώδες για τα ελληνικά δεδομένα έργο του οπορτουνισμού στη λογοτεχνία!!
    «Δεν ανήκω σε κανένα κόμμα και σε καμιά πολιτική οργάνωση. Δεν είμαι μέλος καμιάς εκκλησίας. Δεν είμαι οπαδός καμιάς θρησκείας. … Έχοντας περάσει από τα ξερονήσια και τις φυλακές, νιώθω πως είμαι συγκρατούμενος όχι μόνο με όσους υποφέρουν στα φασιστικά στρατόπεδα, μα και με όσους βασανίζονται στο Αρχιπέλαγος Γκουλάγκ. Νιώθω αλληλέγγυος και συνυπεύθυνος με όσους αγωνίστηκαν, αγωνίζονται και θα αγωνιστούν εναντίον όλων των τυράννων, εστεμμένων και τραγιασκοφόρων, εναντίον όλων των δεσποτών, γαλονάδων και ρασοφόρων»

    • Ο/Η Po λέει:

      Το «δεν ανήκω» πάντα έτσουζε, και όχι μόνο αριστερούς/κομμουνιστές…
      Η από παντού εχθρότητα είναι φανερή, το «φιλελέ» πάει κι έρχεται λες και είναι λέπρα.
      Το γνωρίζω προσωπικά, από τη στιγμή που ο εγκέφαλός μου επίσης αποφάσισε: «δεν ανήκω»
      (στον πρωτόγονό τους, απλοϊκό «υλικό διαλεκτισμό» τους με το να «μην ανήκεις» εντάσσεσαι αυτομάτως στους αντιδραστικούς -ε, ναι είμαι αντιδραστικός και ό,τι άλλο επιθυμούν, άλλωστε δεν ζούμε με γνώμονα τη γνώμη των αδαών)

  3. Ο/Η eklag λέει:

    Αγαπητέ Άρη,
    είναι δύσβατο το μονοπάτι της πεφωτισμένης αναρχίας.
    Τα ελεύθερα μολοντούτο πνεύματα δεν έχουν επιλογή.
    Η χώρα βέβαια είχε δύο.
    Την πεφωτισμένη δεσποτεία του Καποδίστρια αν ήθελε απλώς να προκόψει
    και τους ξεπουλημένους πράκτορες για να μεγαλουργήσει….

  4. Ο/Η Αφώτιστος Φιλέλλην λέει:

    Εκτος απο το εξαιρετικο κιβωτιο ου Αρη Αλεξανδρου εχουμε την νηφαλια ανλυση -εκ των εσω και απο ψηλα- του ξεχασμενου πλεον πρωην κομμουνιστη ηγετη Μίλοβαν Τζίλας.

    Μίλοβαν Τζίλας

    Ο Μίλοβαν Τζίλας (σερβ. κυριλλ. Милован Ђилас) ήταν Γιουγκοσλάβος Μαυροβούνιος Παρτιζάνος ηγέτης, ηγέτης της Σοσιαλιστικής Γιουγκοσλαβίας κατά τα πρώτα χρόνια ίδρυσής της και αντιφρονούντας και επικριτής του κομμουνισμού μετά το 1954.
    Φθέγματα

    «Η Ιστορία θα συγχωρέσει τους κομμουνιστές για πολλά, αποδεικνύωντας ότι ήταν αναγκασμένοι από τις περιστάσεις και από την ανάγκη για άμυνα να καταφύγουν σε βιαιότητες. Αλλά η κατάπνιξη κάθε διαφορετικής άποψης και το μονοπώλειο των ιδεών, για την προστασία των προσωπικών τους συμφερόντων θα καθηλώσει για πάντα τους κομμουνιστές σε ένα σταυρό ντροπής».
    Μίλοβαν Τζίλας, Νέα Τάξη, Ανάλυση του Κομμουνιστικού Συστήματος, Εκδόσεις Ορίζων, σελ. 169

    «Κάθε έγκλημα ήταν δυνατό για τον Στάλιν και δεν υπήρχε στην πραγματικότητα κανένα που να μην διέπραξε. Οποιαδήποτε μέτρα κι αν χρησιμοποιήσουμε για να τον κρίνουμε σε κάθε γεγονός -ας ελπίσουμε για όλους τους αιώνες που θα έρθουν- σ’ αυτόν θα πέσει η δόξα ότι στάθηκε ο μεγαλύτερος εγκληματίας στην Ιστορία. Γιατί σ’ αυτόν συναπαντιώνταν η εγκληματική αναισθησία ενός Καλιγούλα, η ευγένεια ενός Βοργία και η ωμότητα ενός τσάρου, του Ιβάν του Τρομερού».
    Μίλοβαν Τζίλας, Συνομιλίες με τον Στάλιν, Εκδόσεις Καμαρινοπούλου, σελ. 167

    «Ο κομμουνισμός δεν μπορεί ούτε να βελτιωθεί, ούτε να αλλάξει, πρέπει να φύγει από το προσκήνιο».
    Δημήτρης Γουσίδης, Φλογισμένα Βαλκάνια, Συνέντευξη του Μίλοβαν Τζίλας, σελ. 16

  5. Παράθεμα: Χρόνης Μίσσιος, …καλά εσύ σκοτώθηκες νωρίς | Ροΐδη και Λασκαράτου Εμμονές

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s