Δημήτρης Φωτιάδης: Καραϊσκάκης (απόσπασμα)

[που αφορά την παιδική ηλικία του Καραϊσκάκη στον Ελληνόπυργο (Γράλιστα). Η πρώτη έκδοση του βιβλίου το 1956]

Karaiskakis25mar16

ΓΙΟΣ ΤΗΣ ΚΑΛΟΓΡΙΑΣ
Σαν τα παραμύθια αρχίζει τούτη η ιστορία. Στο κεφαλοχώρι του Ροδοβιτσιού της Άρτας , Σκουληκαριά ,ζούσε πριν από εκατόν ογδόντα πάνω- κάτω χρόνια μια θεληματικιά κοπέλα, η ζωή Ντιμισκή, αδελφή του κλέφτη Κώστα Ντιμισκή και ξαδέλφη του καπετάν Γώγου Μπακόλα. Παντρεύτηκε ένα ξενοτοπίτη, τον Γιαννάκη από το Μαυρομάτι Καρδίτσας. Την πήρε νύφη, με τα λαγούτα και τις πίπιζες , και την πήγε στο δικό του χωριό. Μα τούτο το στεφάνωμα στάθηκε άτυχο. Έπειτα από λίγο πέθανε ο άντρας της και την άφησε χήρα, νέα και άτεκνη.
Θες τα λόγια του κόσμου, θες η φτώχεια, θες η συνήθεια, την έκαναν να καλογερέψει και να μπει καντηλανάφτισσα στο μοναστήρι του Αη-Γιώργη, που γνώριμος ή συγγενής της ήταν ο γέρος ηγούμενος.
Κάτω όμως από το ράσο έβραζε το αίμα της. Η ζωή της γύρευε τα δικαιώματά της που μάταια προσπάθαγε να πνίξει.
Εκεί γύρω στα 1780, κονάκιασε, ως φαίνεται στο μοναστήρι, ο φοβερός Δημήτρης Καραϊσκος, αρματολός του Βάλτου. Λιμπίστικε την ομορφιά της νιας καλογριάς, την έμπλεξε στα δίχτυα του και πλάγιασε μαζί της. Ευλογημένη ώρα! Η Ελλάδα της χρωστάει έναν από τους πιο λαμπρούς ήρωες του εικοσιένα.
Οι μήνες περνούσαν και το γκάστρι πια δεν κρυβόταν. Να γεννήσει στο μοναστήρι ήταν σκάνδαλο και αμαρτία Την πήγανε σε μια σπηλιά, που τώρα τηνε δείχνουν με περηφάνια οι Μαυρωματιώτες, και σ΄ αυτή, όπως τα’ αρκούδια έφερε στον κόσμο το παιδί της. Τα’ αφαλόκοψε μοναχή της, συγυρίστηκε η ίδια και το φάσκιωσε με κάτι παλιοκούρελα που μπόρεσε να οικονομήσει! Άνοιξε τον κόρφο της κι έφερε τα χείλια του μωρού στη ρόγα του βυζιού της. Του χαμογέλασε. Ήτανε Μάης κι ολούθε γύρω στη σπηλιά ανθοβολούσε ο βράχος.
Μα γρήγορα συννέφιασε το πρόσωπό της, όταν λογάριασε το τιθ’ απογίνουν εκείνο κι αυτή. Η πόρτα του μοναστηριού βρισκόταν πια κλειστή για την αμαρτωλή και το μπάσταρδο. Να πάει στους συγγενείς του αντρός της ; Αμ ποιος θα τη δεχόταν, αφού απίστησε στη μνήμη του μακαρίτη; Να γυρίσει πίσω στο χωριό της; Δε θα συναντούσε άλλο τίποτα εξόν από την καταφρόνια των δικών της. Δεν της απόμενε παρά να τα βγάλει πέρα μοναχή της.
Αφού κάθισε η λεχώνα λίγο καιρό στη σπηλιά, όπου της έφερνε τροφή οι γέρος ηγούμενος, παράδωσε το παιδί στη γυναίκα κάποιου Σαρακατσάνη τσέλιγκα, Πουλιάνα τηνε λέγανε, να το βυζάξει κι αυτή πήρε των αμαρτιών της κι έφυγε. Ντυμένη πάντα τα καλογερίστικα, γύριζε από χωριό σε χωριό πουλώντας κεριά, μοσχολίβανο, σταυρούς και θαυματουργό από τα καντήλια της εκκλησίας λάδι, μοναδικό για τον πονόματο.
Ο τόπος όμως μικρός και σιγά- σιγά το μυστικό της γίνηκε βούκινο. Και καθώς ήτανε ναι κι όμορφη, άκουγε λόγια φαρμακωμένα. Μα η Ζωή δεν το ‘βαζε κάτω’ αποκρινόταν στα πρώτα με μια πιο βαριά ακόμα βρισιά και στ΄ άλλα μ΄ έναν πιο τσουχτερό λόγο. Απ’ αυτήνανε λένε πως πήρε ο ΚαραΪσκάκης την άτσαλη γλώσσα που είχε ως το τέλος της ζωής του.
Κι όταν τ΄ ανίδεο παιδί άρχισε να μπουσουλάει κι ύστερα να τραυλίζει, ρώταγαν τους Σαρακατσαναίους τσελιγκάδες που το είχαν;
– Ποιανού είναι τούτο το μούλικο;
Κι έπαιρναν την απόκριση:
– Ο γιος της καλογριάς.
Αυτό στάθηκε το πρώτο όνομά του. Και Δε λησμονήθηκε ποτέ. Τον ακολούθησε ίσαμε το θάνατο. Κι έπειτα πέρασε στην ιστορία.

ΣΑΝ ΤΟΝ ΚΑΡΑΪΣΚΑΚΗ ΚΑΤΑΝΤΗΣΑΤΕ, ΒΡΕ!
ΜΕΓΑΛΩΝΕ το παιδί ανάμεσα στους ξένους, τρώγοντας ξύλο και μπομπότα. Ένα κουρέλι σκέπαζε το κορμί του ό,τι καιρό κι αν έκανε. Τα γυμνά πόδια του συνήθισαν ν΄ αντέχουν στις κοφτερές πέτρες, στις τσουκνίδες την άνοιξη στα ξεράγκαθα το καλοκαίρι, στα χιόνια το χειμώνα. Έμαθε να κάνει βαριά θελήματα πιο πάνω από την ηλικία του. Άμα του δίνανε να βοσκάει τα γίδια, ήταν η χαρά του σκαρφάλωνε στις κακοτοπιές καλύτερα απ’ αυτά.

Φτώχια όλα, τα πάντα, και μιζέρια γύρω του, μα η δική του ζωή ήταν πιο άχαρη απ’ όλες. Και τούτη τη σκοτεινή εικόνα δεν τη λησμόνησε ποτέ. Γι αυτό συμπονούσε τον αδύνατο και κατηγόραγε όσους του φέρνονταν άδικα. Συχνά, όταν πια τράνεψε έλεγε:
-Όποιος γίνεται αφέντης χωρίς να γίνει δούλος, είναι μπάσταρδος αφέντης κι αλίμονο στο δούλο.
Η σκληρή αυτή ζωή τον έκανε πρόωρα να μεστώσει . Αν τσακωνόταν μ’ άλλα παιδιά και τους άνοιγε με καμιά πέτρα το κεφάλι, έτρωγε της χρονιάς του κι από πάνω άκου8γε αδιάκοπα, σαν μια κατάρα που Δε μπόραγε να την κρίνει, να τον φωνάζουν μούλο και μπάσταρδο. Αν πάλι τον εχτύπαγαν τα’ άλλα παιδιά, ήξερε πως δεν είχε να παραπονεθεί σε κανέναν, γιατί σ’ αυτόν θα ‘ριχναν το φταίξιμο.
Μα η ζωή Δε μοιάζει με τα όνειρα. Η μάνα του , ως φαίνεται , πέθανε άμα ήταν οχτώ χρονών. Όλα γύρω του γίνηκαν κόλαση. Οι ξένοι καταφρόνεσαν το παιδί πιότερο από ποτέ και γύρευαν μ’ αδιάκοπη δούλεψη να τους πλερώνει το ξεροκόμματο που του δίναν να φάγει. Και τότε παίρνει τη μεγάλη απόφαση. Παρατάει τους Σαρακατσαναίους, φεύγει από το Μαυρομάτι και τραβάει για τη Γράλιστα (Ελληνόπυργο), που βρίσκεται ίσαμε πέντε ώρες δρόμο από τη σημερινή Καρδίτσα. Κι εκεί λίγο πιο κάτω απ’ το χωριό, στη σπηλιά του Λώλου, στήνει το πρώτο λημέρι του. Είχε τη γη για στρώμα, προσκέφαλο την πέτρα. Τα μόνα άρματά του για να μη πεθάνει από την πείνα, ήταν η σβελτάδα του κι η καπατσοσύνη του. Έκλεβε φρούτα κι άλλοτε άρπαζε καμιά κότα. Τέτοια κακή φήμη απόχτησε τότες, που οι μάνες, σ’ αυτά τα μέρη, ακόμα ως χτές λέγανε στους κανακάρηδές τους, άμα τους βλέπανε να αλητεύουν:
-Σαν τον Καραϊσκάκη καταντήσατε, βρέ!

ΣΤΟ ΚΛΑΡΙ
ΑΣ ΞΑΝΑΓΥΡΙΣΟΥΜΕ στ’ ορφανό που αφήσαμε στη σπηλιά του Λώλου στη Γράλιστα (Ελληνόπυργο) να παλεύει με τους ανθρώπους και τη φύση, για να μην πεθάνει από την πείνα και το κρύο…
Όλες οι μαρτυρίες που έχουμε βεβαιώνουν πως δεν πρέπει να ‘ταν πιότερο από δεκαπέντε χρονών παιδί όταν πρωτογίνηκε κλέφτης. Μα την απόφαση να βγει στο κλαρί δεν την πείρε έτσι ξαφνικά…
Τα χωριατόπουλα, που όταν πρωτόφτασε στη Γράλιστα (Ελληνόπυργο) άγρια τον κυνήγησαν, άρχισαν σιγά-σιγά να κάνουν παρέα μαζί του. Δεν άργησε τούτο τουτο το δοκιμασμένο κιόλας από τη ζωή τολμηρό και πανέξυπνο παιδί να ξεσηκώσει τα μυαλά των συνομηλίκων του. Φτιάσανε μια ψευτοσυμμορία. Άλλοτε έπιαναν τον πετροπόλεμο μ’ άλλα χωριατόπουλα κι άλλοτε αράζανε γίδια, τα σούβλιζαν, τα ‘ ψηναν κι έπειτα το ‘ριχναν στο τραγούδι και το χορό, λογαριάζοντας τους εαυτούς τους τρανούς κιόλας κλέφτες. Τούτα όμως τα κατορθώματά τους παράγιναν και τότες άρχισε ο κατατρεγμός. Δεν τους απόμεινε άλλο τίποτα, παρά να οικονομήσουν κανένα παλιοντούφεκο και να βγουν ζορμπάδες. Και σε λίγο τριγύρναγαν αρματωμένοι πια στα βουνά. Μ’ αρχηγό τον πιο άξιό τους, τον Καραϊσκάκη, που μόλις χνούδιζε το μάγουλό του, σβάρνιζαν τα Άγραφα με τα θεόρατα βουνά την Καράβα, την Τσουρνάτα, τον Αη-Λιά, με τα νερά, τα έλατα, τα πλατάνια και τους δέντρους που ολονών οι κορυφές σχίζουνε τον ουρανό πάνω από τα δύο χιλιάδες μέτρα. Κι ήτα, όπως είπαμε, τα πιο δύσκολα χρόνια για την κλεφτουριά. Άλλοι κι άλλοι τρανοί αρματολοί και κλέφτες είτε ξεπατώνονταν είτε προσκύναγαν τον Αλή Πασά κι αυτά τα παλιόπαιδα τότες σηκώσανε μπαϊράκι.

Οι κλέφτες επροσκύνησαν και γίνηκαν ραγιάδες,
κι ένα μικρό κλεφτόπουλο Δε θέλ’ να προσκυνήσει
ψηλά στην πέτρα κάθονταν, τον ταμπουρά λαλούσε
«εγώ ραγιάς Δε γίνομαι, χαράτσι δεν πληρώνω»

Σαν έμαθε ο μπουλούκμπασης (αρχηγός μικρού στρατιωτικού σώματος) πως κάτι καινούργια αγκάθια φυτρώσανε στα βουνά, πήρε κάμποσους τσοανταραίους (επίλεκτους σωματοφύλακες) και τράβηξε κατά τη Γράλιστα (Ελληνόπυργο), περνώντας απ’ την Αγια- Μαρίνα και τον Αη- Θανάση, να ζώσει τα κλεφτόπουλα από παντού, να τα πιάσει ζωντανά και τότες θα βλέπανε πόσες ουρές είχε ο βούρδουλάς του. Τα’ αμούστακα παλικάρια, άμα τους είδανε να ροβολάνε κατά κει, πιάνουν μετερίζια στον Αη Θανάση (θέση ταμπούρια), Τους αφήνουν να σιμώσουν ίσαμε λίγες δρασκελιές κι ο Καραϊσκάκης δίνει το πρώτο πολεμικό πρόσταγμα:
– Βαράτε παλικάρια!

Και τότες τι να δεις ; Οι φοβεροί τζοανταράιοι, που περπατάγανε κι έτρεμε η γης, κατρακυλούσανε τα βράχια μαζί με τις χαντζάρες τους και τα καφτάνια τους. Τρεις απόμειναν σκοτωμένοι κι οι άλλοι το βάλανε στα πόδια να γλιτώσουν. Από κείνη τη μέρα τράνεψαν τα παιδαρέλια. Πήρανε όνομα σ’ όλα τα γύρω μέρη και στόλισαν τα σελάχια τους με τα’ ασημοδουλεμένα άρματα των τούρκων που ξεπάστρεψαν.
Το δεύτερο κατόρθωμά του γίνηκε σε κάτι βαφτίσια (δέυτερη μέρα του Πάσχα) στη Γράλιστα (Ελληνόπυργο), όπου πήγανε να γλεντήσουν και να δειχτούν. Άμυαλα ακόμα καθώς ήτανε, καταφόνησαν τον κλέφτικο νόμο πως ποτέ δεν πρέπει να κονακιάζουν το βράδυ εκεί όπου περάσανε τη μέρα τους. Δώσανε οι τσασίδες (κατάσκοποι) είδηση στο ντερβέναγα και σε λίγο πλάκωσε η Τουρκιά και μπλοκάρισε το σπίτι ( του Αηδόνη) όπου μένανε. Τότες για πρώτη φορά άστραψε το πολεμικό δαιμόνιο του Καραϊσκάκη.

-Πάρτε, λεει στ’ άλλα κλεφτόπουλα, ό,τι κάπες είναι κι’ άμα ανοίξω την πόρτα να τις πετάξετε όξω όλοι με μιας.

Όπως το ‘πε γίνηκε. Ακούνε οι Τούρκοι ν’ ανοίγει η πόρτα και μισοξεχωρίζουν μέσα στο σκοτάδι τις κάπες κι αδειάζουν πάνω τους με μιας όλα τους τα ντουφέκια. ΄Ωσπου να τα ξαναγεμίσουν, χυμάν όξω τα κλεφτόπουλα, ζαρκάδια στα ποδάρια, ροβολάνε τον κατήφορο και γίνουνται άφαντα. Μα στον Καραϊσκάκη δεν έφτασε πως γλίτωσε. Ήθελε κιόλας να ξευτελίσει τον ντερβέναγα. Οδηγάει λοιπόν απ’ άλλονε δρόμο τα παλλικάρόπουλά του, πιάνει ένα ψήλωμα στις πλάτες των Τούρκων και τους ρίχνει από κει δυο-τρεις κοροϊδευτικές μπαταριές…

***

Σημείωση: Το κείμενο μεταφέρθηκε αυτούσιο από το βιβλίο via Ελληνόπυργος

Advertisements
This entry was posted in Πολιτισμός-Τέχνες, βιβλία/ανάγνωση, Logos. Bookmark the permalink.

16 απαντήσεις στο Δημήτρης Φωτιάδης: Καραϊσκάκης (απόσπασμα)

  1. Ο/Η Παλιός λέει:

  2. Ο/Η Kάποιος λέει:

  3. Ενα πράγμα μούρθε στό μυαλό διαβάζοντας αυτήν τήν συναρπαστική καί συγκινητική αφήγηση τών πρώτων χρόνων τής ζωής τού Καραϊσκάκη. Η επαφή μας μέ τό παρελθόν περνάει επιφανιακά, επιπόλαια, σβήνει καί χάνεται στό σκοτάδι τής αμνησίας καί τής άγνοιας. Πολλές φορές προσπάθησα νά μπώ στό πετσί σημαντικών μορφών τού ιστορικού μας παρελθόντος, νεότερου καί αρχαίου καί νά νιώσω τό είναι τους σάν νά είμαι δίπλα τους καί συνομιλώ. Τό αίσθημα είναι μιά βαθειά συγκίνηση καί η «γνωριμία» μέ τόν / τήν πρόγονό μας μέ φορτίζει μέ ενέργεια, δύναμη καί κατανόηση. Μάς λείπει αυτή η μετάγγιση αίματος μέ τίς μορφές τού παρελθόντος μας καί η επαφή μας αναλώνεται σέ χαζές παρελάσεις, σέ ανόητες διαμάχες γιά τό ποιός θά σηκώσει τήν σημαία, σύμβολο χωρίς αντίκρυσμα τού περίεργου συνονθυλέυματος που λέγεται έθνος. Η ουσία χάνεται, ο πολιτισμός μένει στάσιμος καί μουχλιασμένος κι εμείς παραμένουμε μετέωροι στό κενό τής μή γνωριμίας μέ τόν κόσμο μας, τόν εαυτό μας, χωρίς ταυτότητα, χωρίς συγκεκριμένη μορφή.

  4. Ο/Η Psycho λέει:

    Οι αγωνιστές του 21 δεν ήταν οι θεούσες όπως τους περιγράφουν στα Κατηχητικά
    Άλλη μια καλόγρια, σύντροφος του Κολοκοτρώνη, με εξώγαμο παιδί που πρόκοψε για το καλό της πατρίδας.

    http://www.mixanitouxronou.gr/o-exogamos-gios-pou-apektise-o-kolokotronis-tin-kalogria-egine-lampros-axiomatikos-ke-diikitis-tis-scholis-evelpidon/

    Ο εξώγαμος γιός που απέκτησε ο Κολοκοτρώνης με την καλόγρια. Έγινε λαμπρός αξιωματικός και διοικητής της σχολής Ευελπίδων

    Την έλεγαν Μαργαρίτα και ήταν μια πρώην μοναχή που φρόντιζε τον Γέρο του Μωριά κατά την περίοδο που εκείνος ήταν φυλακισμένος στην Ύδρα.

    Ήταν κόρη του Αγγελή Βελισσάρη. Ο Κολοκοτρώνης τη γνώρισε όταν ήταν περίπου 70 χρονών. Δεν άργησε να γοητευτεί από τη γυναίκα που τον φρόντιζε. Ένας θαυμασμός που εξελίχθηκε σε μεγάλο έρωτα. Καρπός αυτού του έρωτα ήταν ένας γιος που πήρε το όνομα του πρωτότοκου γιου του Κολοκοτρώνη, Πάνου, ο οποίος σκοτώθηκε στο δεύτερο εμφύλιο το 1824. Ο Κολοκοτρώνης πέθανε στην Αθήνα στις 4 Φεβρουαρίου 1843 σε ηλικία 73 ετών από συμφόρηση.

    Ο Γέρος του Μοριά αναγνωρίζει το παιδί

    Τον Μάιο του 1841 στο κτήμα του, πέριξ του Ναυπλίου, κάλεσε τον συμβολαιογράφο Χαράλαμπο Παπαδόπουλο και συνέταξε τη διαθήκη του, την οποία ο ιστορικός Τάκης Κανδηλώρος δημοσίευσε στην «Αρκαδική Επετηρίς» το 1906. Στη διαθήκη κανόνιζε τις εκκρεμότητες με την περιουσία του, αλλά κυρίως εξασφάλιζε το παιδί του. Ένας γιος που γεννήθηκε εκτός γάμου ήταν σκάνδαλο και πολλοί ήταν εκείνοι που θα ήθελαν να αμαυρώσουν την εικόνα του Γέρου.

    Ο ίδιος αναγνώρισε με λεβεντιά το παιδί, το οποίο συμπεριέλαβε στη διαθήκη του.

    Άφησε κληρονόμους και τα τρία του παιδιά χωρίς να κάνει διαχωρισμούς. Αναφέρει χαρακτηριστικά: » και ένα μερίδιο ο υιός μου Παναγιωτάκης, τον οποίο απέκτησα με τη Μαργαρίτα θυγατέρα του Αγγελή Βελισσάρη από τα Χαλικιάνικα τον οποίο να έχουν τα παιδιά μου ο Γενναίος και Κωνσταντίνος μέσα εις το σπίτι μας…».

    Η αναγνώριση έγινε επίσημα με την εξής αναφορά: «…και τον οποίον Παναγιωτάκην τον κηρύττω και αναγνωρίζω ως υιόν μου «.

    Σ” αυτό το γιο, στο στερνοπούλι του, που δεν πρόλαβε να το χαρεί γιατί πέθανε όταν εκείνο ήταν ακόμα μωρό, άφησε την εικόνα και το σπαθί του.

    » Την εικόνα όπου μου έχει χαρισμένην ο στρατηγός Ρεβελιώτης και το σπαθί μου όπου φορώ, να το λάβη ο υιός μου Παναγιωτάκης και να μην εμπούν σε μοίρασμα». Στη διαθήκη σαφώς περιλαμβάνει και εξασφαλίζει και τη Μαργαρίτα. Ο μικρός Παναγιώτης μεγάλωσε και ακολούθησε την παράδοση της οικογένειας. Τα αδέρφια του ωστόσο, παρά τη ρητή εντολή του πατέρα τους ποτέ δεν τον αποδέχθηκαν ως ισότιμο αδερφό. Ο ίδιος έγινε στρατιωτικός και τίμησε το όνομα και τη βαριά ιστορία του πατέρα του.
    Άξιος του ονόματος

    Αντιτάχθηκε στην πολιτική του Όθωνα και συμμετείχε σε επαναστατικές κινήσεις εναντίον του με αποτέλεσμα να φυλακιστεί. Μετά την πτώση του Όθωνα διετέλεσε διευθυντής της αστυνομίας Αθηνών και Πειραιώς και στη συνέχεια υπασπιστής του Βασιλέως Γεωργίου Α΄.

    Ήταν στο Επιτελείο του ελληνικού στρατού κατά την εκστρατεία της Θεσσαλίας και πήρε μέρος στον Σερβοτουρκικό πόλεμο, στον οποίο τραυματίσθηκε.

    Για την προσφορά του παρασημοφορήθηκε από την σερβική κυβέρνηση. Αξιομνημόνευτη είναι και η θητεία του στη Στρατιωτική Σχολή Ευελπίδων. Αναδιοργάνωσε τη σχολή όντας αντισυνταγματάρχης και διοικητής της σχολής την περίοδο 1881-1885, θέτοντας τις βάσεις για τη δημιουργία ισχυρού στρατού.

    Καθιέρωσε την υποχρεωτική θητεία, λειτούργησε σχολεία ανώτερων και κατώτερων στελεχών και φρόντισε να σταλούν για εκπαιδευτικούς λόγους αξιωματικοί στην Ευρώπη. Η περίοδος που ήταν διοικητής της σχολής θεωρείται απ τις καλύτερες περιόδους της Ευελπίδων. Στον χώρο της σχολής υπάρχει προτομή του. Πέθανε το 1893 στην Αθήνα με τον βαθμό του συνταγματάρχη εν ενεργεία και τιμήθηκε με τον Ταξιάρχη του Σωτήρος.

    Οι φωτογραφίες και οι εικόνες είναι από την Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού

  5. Ο/Η Mίμης ο σιδεράς λέει:

    Χρόνια πολλά (για το ’21, όχι για τις 25)

  6. Ο/Η makis λέει:

    Ο Καραϊσκάκης είχε τεράστια πίστη στον Θεό. Ακόμα υπάρχει στην εικόνα της Παναγίας στον Προυσό, αφιέρωση γραμμένη το 1824. Ο Καραϊσκάκης λιώνοντας τρία ασημένια παράσημα του, δώρισε το ασημένιο κάλυμμα της εικόνας. Ομοίως είχε φτιάξει ασημένιο κάλυμμα στην εικόνα του Αγ Δημητρίου στην Σαλαμίνα τον οποίο θεωρούσε προστάτη του, λιώνοντας παλάσκες και πιστόλες του. Διασώζεται επιστολή του όπου ζητάει νηστήσιμα τρόφιμα από τον ηγούμενο του Προυσού, επειδή ήταν περίοδος νηστείας. Υπάρχει και αφήγηση, όπου σε χωριό που εορταζόταν ο Αη Γιάννης ο νηστευτής, ένα παλικάρι του δεν νήστεψε και από ατύχημα αυτοπυροβολήθηκε και σκοτώθηκε εκείνη τη μέρα. Ο Καραϊσκακης απέδωσε το γεγονός στον Αη Γιάννη λέγοντας οτι αν δεν το κανε εκείνος θα τον πυροβόλαγε ο ίδιος, «το σκυλί» που τόλμησε να φάει κρέας τη μέρα του Αη Γιαννιού.
    Στη μάχη της Αράχωβας, οι Έλληνες νίκησαν ανέλπιστα, πιστεύοντας οτι τους βοήθησε ο Αη Γιώργης. Ο Καραϊσκάκης αρχίζει την αναφορά του ως εξής: » «Δια της δυνάμεως και βοηθείας του Υψίστου Θεού πέμπομεν τας χαροπάς αγγελίας περί της λαμπράς νίκης εις Ράχωβαν». Καθώς διηγούνται οι γέροντες της Αράχωβας, «ο καπετάν Καραϊσκάκης ανταριαζότανε, μήπως χάνανε τον αγώνα, γι’ αυτό διέταξε να προσευχηθούμε όλοι στον Αϊ Γιώργη». Μετά τη νίκη, εκφράζοντας ευλαβικά τις ευχαριστίες του στον Άγιο Γεώργιο, του αφιέρωσε ένα κανόνι από τα λάφυρα της μάχης.
    Η δε εκτίμηση που είχε στην τουρκιά φαίνεται από την απάντηση του:
    «‘γαμώ την πίστη σας και το μωχαμέτι σας.»
    Αιωνία σου η μνήμη Στρατηγέ.

  7. Ο/Η Γιάννης λέει:

    Ο Καραϊσκάκης υπήρξε σημαντική προσωπικότητα, αλλά εγώ θα ήθελα να μιλήσω για την σημερινή επέτειο. Σήμερα εορτάζουμε την Εθνική επέτειο της ελληνικής επανάστασης, του ’21. Οι περισσότεροι από εμάς, έχουμε μια ιδανική εικόνα για αυτήν. Πιστεύουμε, πως μετά από ηρωικούς και ανιδιοτελείς αγώνες, κατορθώσαμε να αποκτήσουμε την ανεξαρτησία μας. Δεν είναι όμως έτσι. Η Επανάσταση έχει πολλά μελανά σημεία, όπως σκληρός και μακροχρόνιος εμφύλιος, ιδιοτέλεια, υποτέλεια σε ξένες δυνάμεις, προδοσίες, πλιάτσικα, δάνεια από τράπεζες που κατασπαταλήθηκαν κλπ. Αν δεν υπήρχε η συνδρομή των ξένων δυνάμεων, η ναυμαχία του Ναβαρίνου (Οκτώβριος 1827), η βοήθεια των οποίων ήταν για δικούς τους, ιδιοτελείς σκοπούς, ήταν όμως καθοριστικής σημασίας για την ίδρυση του πρώτου Ελληνικού Κράτους, δεν θα είχαμε ελευθερωθεί από τους Οθωμανούς. Αυτά, πρέπει να τα μάθουμε όχι για να καταλήξουμε στο συμπέρασμα, άπαξ δια παντός, ότι είμαστε ανίκανοι, αλλά γιατί η γνώση σε κάνει δυνατό, έμπειρο, ικανό να αποφύγεις τα ίδια λάθη. Οσο πόνο και αν νιώσουμε, πρέπει να το κάνουμε. Αν θέλουμε μια μέρα να ανέβουμε στα υψηλά σκαλοπάτια της ιστορίας των εθνών, ανάγκη να κατεβούμε, πρώτα χαμηλά, κάτω. Στον Κάτω Κόσμο του παρελθόντος μας, σαν τον Οδυσσέα. Και όπως ο Οδυσσέας, να συναντηθούμε και εμείς με την μητέρα μας, την ιστορική αλήθεια. Να κάνουμε ότι δεν μπόρεσε να κάνει ο Οδυσσέας, να την φέρουμε στον Πάνω Κόσμο, στο Φως.

  8. Ο/Η Ἀριστοκλῆς λέει:

    Στὴν ἀρχαία ἐποχὴ ἁπλῶς θὰ τὴν ξαναπάντρευαν τὴν κοπέλα.
    Καὶ ἂν πέθαινε τὸ παιδὶ θὰ τὸ μεγάλωνε ὁ μητρόθεν παππούς.
    Δὲν φθάνει ὅμως τὰ κακὰ ποὺ τῆς ἔτυχαν, τὴν φθονοῦσαν γιὰ τὴν ὀμορφιά της.

  9. Ο/Η Πρεζόνι λέει:

    https://argolikivivliothiki.gr/2012/04/11/karaiskakis/

    Καραϊσκάκης – Θάνατος στη μάχη ή δολοφονία από ελληνικό χέρι;

    Απριλίου 11, 2012 από Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας & Πολιτισμού
    ……..

    Ποιος τράβηξε τη σκανδάλη;

    Τελικά δεν έζησε μέχρι την ημέρα της μάχης για να δει την πανωλεθρία των ελληνικών δυνάμεων. Στις 22 Απριλίου του 1827, μια σφαίρα τον πέτυχε στη βουβωνική χώρα ενώ προσπαθούσε να ελέγξει μια ασήμαντη συμπλοκή με τις τουρκικές δυνάμεις, λίγες ώρες πριν από την προγραμματισμένη μεγάλη επίθεση.

    Ποιος τράβηξε όμως τη σκανδάλη, αφαιρώντας τη ζωή του Αρβανίτη αρχιστράτηγου; Από τις πρώτες ώρες του θανάτου του, κυκλοφόρησε έντονη φημολογία πως ο δράστης ήταν Έλληνας. Ο Γιάννης Βλαχογιάννης, ο ιστοριοδίφης που επιμελήθηκε τα απομνημονεύματα του Μακρυγιάννη, υποστηρίζει ότι τον πυροβόλησαν πληρωμένοι μπράβοι του Μαυροκορδάτου. Την ίδια θεωρία φαίνεται να ασπάζεται και ο Δημήτρης Φωτιάδης, ο οποίος όμως εκτός από τον Μαυροκορδάτο βλέπει σαν ηθικούς αυτουργούς τους δύο Βρετανούς αξιωματικούς.

    Γράφει χαρακτηριστικά στο βιβλίο του με τίτλο «Καραϊσκάκης»:

    «Ο Κόχραν κι ο Τσωρτς, μέσα στις λίγες ημέρες που βρί­σκονταν στον Πειραιά, κατάλαβαν πως ένας είχε τη δύναμη να αντιταχθεί στα σχέδιά τους, ο Καραϊσκάκης. Η εντολή που είχανε πάρει ήταν να πνιγεί η επανάσταση στη Στερεά, για να μπορέσει η Αγγλία να πετύχει το διπλωματικό της παιχνίδι, τον περιορισμό δηλαδή του απελευθερωτικού κινήματος του Μοριά, για να ‘χει το μικρό, αδύναμο και μισοανεξάρτητο ναυτικό κράτος που θα δημιουργούνταν κά­τω από τον έλεγχό της. (…) Ο Καραϊσκάκης έπεσε θύμα της εγγλέζικης πολιτικής στην Ελλάδα και εμπνευστές της σατανικιάς δολο­φονίας του στάθηκαν ο Κόχραν, ο Τσωρτς κι ο Μαυροκορδάτος».

    Σύμφωνα μάλιστα με τον αγωνιστή Νι­κόλαο Κασομούλη, ο ίδιος ο Καραϊσκάκης, λίγες ώρες πριν πεθάνει, άφησε να εννοηθεί ότι γνωρίζει τους δράστες. Δίνοντας μάλιστα ένα από τα γνωστά ρεσιτάλ βωμολοχίας, είπε στους συναγωνιστές του: « Γνωρίζω τον αίτιον, και αν ζήσω παίρνομεν όλοι το χάκι (εκδίκη­ση), ειδέ και πεθάνω, ας μου κλάσει τον π…….. και αυτός».

    Παρ’ όλα αυτά, νεότεροι ερευνητές και ιστορικοί είναι πολύ επιφυλακτικοί στο να μιλήσουν για δολοφονία και πολύ περισσότερο να αποδώσουν ευθύνες στο Λονδίνο. Ο «φάκελος Καραϊσκάκης» λοιπόν έπρεπε να ανοίξει και πάλι. Και όπως κάθε καλή αστυνομική έρευνα, ξεκινά από το γραφείο του ιατροδικαστή
    …..

  10. Ο/Η του κώλου λέει:

    ΣΥΝΟΛΙΚΑ 19 ΑΤΟΜΑ ΜΠΑΝΤΑ
    Ο Καμμένος στις ΗΠΑ με το πρωθυπουργικό αεροσκάφος και την μπάντα του ναυτικού
    http://www.iefimerida.gr/news/257601/o-kammenos-stis-ipa-me-prothypoyrgiko-aeroskafos-kai-tin-mpanta-toy-naytikoy

    Πηγή: Ο Καμμένος στις ΗΠΑ με το πρωθυπουργικό αεροσκάφος και την μπάντα του ναυτικού | iefimerida.gr http://www.iefimerida.gr/news/257601/o-kammenos-stis-ipa-me-prothypoyrgiko-aeroskafos-kai-tin-mpanta-toy-naytikoy#ixzz43xOysaSx

  11. Ο/Η Boλταίρος λέει:

    http://grpost.blogspot.gr/2016/03/blog-post_83.html?spref=fb

    Οι αλήθειες που πρέπει να λέμε και να μάθουμε…

    Νίκος Γ. Σακελλαρόπουλος

    Όταν κυκλοφόρησε το βιβλίο «Οι μύθοι και το παραμύθι», ο γράφων αντιμετώπισε ένα σωρό «επιθέσεις», κάποιες μάλιστα και κάτω από τη ζώνη.
    Αιτία, φυσικά, οι αλήθειες για το 1821, την θρησκεία και την εκκλησία μας, που δεν μπορούν ν’ αφομοιωθούν εύκολα από μια κοινωνία που έμαθε να ζει μέσα στους μύθους που η ίδια κατασκεύασε, κι η ίδια συντηρεί.
    Μοιραία, όσοι βουτάνε στα απόκρυφα της ιστορίας, στα ψιλά της γράμματα, σε όσα ουδείς δίδαξε, σε όσα δήθεν διακυβεύουν το εθνικό ιδεώδες που κάποιοι κατασκεύασαν, χαρακτηρίζονται
    εθνομηδενιστές, βέβηλοι, κάπηλοι, ανίεροι κι από ένα σωρό άλλα επίθετα.
    Κι όμως.
    Μια απλή ανάγνωση των απομνημονευμάτων του Κολοκοτρώνη, του Παλαιών Πατρών Γερμανού ή και άλλων ηρώων της επανάστασης, θα έβαζε στη θέση τους πολ
    ……………………..
    Η ωρίμανση της κοινωνίας μας, η ωρίμανση του Έθνους μας, θα συμβεί μόνο αν τις πούμε.
    Μόνο αν τα σχολικά βιβλία τις καταγράψουν.
    Όχι ως εθνομηδενιστικά μυθεύματα τύπου «συνωστισμός στην παραλία της Σμύρνης», αλλά ως καταγραφή ή αποκωδικοποίηση γεγονότων.
    Μόνο και μόνο τις αλήθειες που καταγράφει στα απομνημονεύματά του ο Κολοκοτρώνης να μάθουμε, θα έχουμε κάνει πολλά βήματα προς την ελευθερία μας από τα δεινά της συντήρησης και της εκκλησίας…
    Γιατί, μόνο το αληθές είναι εθνικό, όπως λέει κι ο Σολωμός

    http://www.lifo.gr/articles/book_articles/93091

    Ο Βασίλης Κρεμμυδάς καταρρίπτει έναν-έναν τους μύθους του 1821 (κι όχι μόνο το Κρυφό Σχολειό)

    Ούτε το λάβαρο της Επανάστασης υψώθηκε στην Άγια Λαύρα ούτε βεβαίως ήταν «ταξική εξέργεση» όπως ισχυρίστηκε ο Γιάννης Κορδάτος.
    O μεγαλύτερος μύθος της Επανάστασης ] θα έλεγα ότι είναι αυτός με τη δήθεν ύψωση του λάβαρου από τον Παλαιών Πατρών Γερμανό στη Μονή της Αγίας Λαύρας την 25η Μαρτίου του 1821, όπου τάχα ορκίστηκαν οι αγωνιστές. Η Επανάσταση στην Πελοπόννησο δεν ξεκίνησε καν την ημερομηνία εκείνη, αλλά λίγο νωρίτερα. Ο ίδιος ο Γερμανός, άλλωστε, στα απομνημονεύματά του αναφέρει ότι την ημέρα εκείνη βρισκόταν σε άλλο χωριό. Ο θρύλος της Λαύρας εντασσόταν στις μεταγενέστερες προσπάθειες να συνδεθεί η θρησκευτική με τη νεοαναδυόμενη εθνική ταυτότητα.

    http://news247.gr/eidiseis/mixani-tou-xronou/mhxanh-toy-xronoy-ti-grafoyn-ta-toyrkika-sxolika-vivlia-gia-thn-ellhnikh-epanastash-toy-1821.3974051.html

    Τι γράφουν τα τουρκικά σχολικά βιβλία για την ελληνική επανάσταση του 1821

  12. Ο/Η L’Enfant de la Haute Mer λέει:

    .., ο φοβερός Δημήτρης Καραΐσκος,…

  13. Ο/Η L’Enfant de la Haute Mer λέει:

    ……. Η αναγνώριση έγινε επίσημα με την εξής αναφορά: «…και τον οποίον Παναγιωτάκην τον κηρύττω και αναγνωρίζω ως υιόν μου».
    Σ’αυτό το γιο, στο στερνοπούλι του, ….

  14. Ο/Η L’Enfant de la Haute Mer λέει:

    ……….τα άλλα παιδιά, ήξερε πως δεν είχε να παραπονεθεί σε κανέναν, γιατί σ’ αυτόν θα’ριχναν το φταίξιμο.

  15. Ο/Η L’Enfant de la Haute Mer λέει:

    ………… τα’ψηναν κι έπειτα το’ριχναν στο τραγούδι και το χορό,

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s