Οι αρχαιότητες κατά κάποιον τρόπο μάς επινοούν, μας επικυρώνουν το εθνικό μας άλλοθι…

Αμφίπολη, Αντικύθηρα, Βεργίνα, Παρθενώνας…

boukalas25.10.14

Του Παντελή Μπουκάλα στην Καθημερινή

Ο τύμβος στην Αμφίπολη, με την ακολουθία των ανακαλύψεων και των αποκαλύψεων να μιμείται την πλοκή αστυνομικού μυθιστορήματος· μόνο που αντί να αναζητούμε ποιος ευθύνεται για τον νεκρό, αναζητούμε τον ίδιο τον νεκρό. Οι νέες καταδύσεις στα Αντικύθηρα, στα ίχνη των Συμιακών σφουγγαράδων του 1900. Η αναψηλάφηση του φακέλου «Ελγίνεια», με τη δραστηριοποίηση και της κ. Μαριάννας Βαρδινογιάννη (ορισμένοι τη βλέπουν ήδη υποψήφια για την προεδρία της Δημοκρατίας), κυρίως δε με την έλευση της κ. Αμάλ Αλαμουντίν-Κλούνεϊ, που έγινε δεκτή περίπου με τιμές αρχηγού κράτους. Αλλά και η χρυσή προσωπίδα του Φιλίππου Β΄, που βρέθηκε στη Βεργίνα, «στην ιερή γη της Μακεδονίας μας», όπως θα έλεγε ο πρωθυπουργός. Αλήθεια, θα έλεγε ποτέ ο κ. Σαμαράς –ή όποιος άλλος πολιτικός ασκείται στο ιδιόλεκτο της τοπικιστικής κολακείας– «η ιερή γη της Θεσσαλίας μας», «της Λευκάδας μας» ή «της Ακαρνανίας μας»; Και αν όχι, γιατί; Τι καθιστά αναγκαίο τον χωρισμό του τόπου σε ιερά και λιγότερο ιερά τμήματα; σε μαρτυρικά και λιγότερο μαρτυρικά; σε ιστορικά και λιγότερο ιστορικά; Αν το κριτήριο είναι τα ίχνη των αρχαίων, υπάρχει έστω ένα ελληνικό κομμάτι που να μη φυλάσσει λείψανα της αρχαιότητας; Αν μετράει η συνάφεια με τον χριστιανισμό, εξ ου και η ιερά νήσος Πάτμος, λόγω της εικαζόμενης διαμονής εκεί του ευαγγελιστή Ιωάννη, υπάρχει μέρος της Ελλάδας όπου να μην προσκυνείται λείψανο αγίου, αρτιμελές ή μη, ή να μη συνδέεται με τη χριστιανική πρωτοϊστορία, τον Απόστολο Ανδρέα, τον Παύλο κ.ά.; Και αν, τέλος, κριτήριο είναι το αίμα που δαπανήθηκε υπέρ ελευθερίας, από τα Μηδικά ώς την αντίσταση κατά των ναζιστών, σε ποιο τμήμα της στεριάς ή σε νησί έλειψαν οι πολεμιστές και η αυτοθυσία; Ωστε; Σε ποιους απαντά «κατακεραυνωτικά» το κλισέ περί «ιερής μακεδονικής γης»;

Εχει ειπωθεί πως η Ελλάδα, στο κύλισμα του χρόνου, παράγει περισσότερη ιστορία απ’ όση προλαβαίνει όχι να καταναλώσει αλλά να αφομοιώσει, να ξεδιαλύνει τα σκοτεινά σημεία της, να αναζητήσει τη συλλογική κίνηση και όχι μόνο τη διαδρομή των «μεγάλων». Ισως ο όγκος της παραγόμενης ιστορίας καθόρισε και το είδος της ιστοριογράφησης που προήχθη επίσημα: ένα εύπεπτο σενάριο με γραμμική εξέλιξη, μανιχαϊστική διάκριση των χαρακτήρων και υπερπροβολή των απολύτως εξιδανικευμένων ηρώων και μαρτύρων, που παρασταίνονται σαν να μην προέκυψαν από την κοινωνική μήτρα, αλλά σαν να προσγειώθηκαν εδώ αγγελόμορφοι.

Η υπερπαραγωγή ιστορίας τροφοδοτείται και συνυπάρχει με την υπερπαραγωγή αρχαιο-λογίας, και με τις δύο έννοιες της λέξης: της ανακάλυψης κειμηλίων της αρχαιότητας και του λόγου περί αρχαιότητας. Οταν ακούμε ξανά και ξανά πως «η βαριά μας βιομηχανία είναι ο πολιτισμός», καταλαβαίνουμε ότι ως πολιτισμό εννοούμε πρωτίστως, αν όχι αποκλειστικά, τις αρχαιότητες, την «κληρονομιά», και δη τη μνημειακή, όχι τη γραμματολογική. Η γραμματολογική είναι άυλη και οικουμενική, απρόσφορη σε ιδιοποιητική εκμετάλλευση, ενώ η μνημειακή παραμένει εδώ, εξαιρουμένων όσων τέχνεργων είχαν ελγίνεια μοίρα. Αυτή ορίζει τον τόπο, αυτή σηματοδοτεί τη «συνέχεια», που τόσο απασχολεί τον συλλογικό νου (ή μάλλον τον νου των εθνικών διανοουμένων, που υποθέτουν ότι το ορθό είναι να νιώθουν και να σκέφτονται όλοι ό,τι οι ίδιοι)· αυτή τον εξυψώνει σε σύμβολο, σε ένα τεράστιο διατηρητέο. Με το κόστος της συντήρησής του να βαραίνει αυτονοήτως την οικουμένη, που τόσο έχει ωφεληθεί, όπως αφήνουμε να εννοηθεί όποτε πιάνουμε το τροπάριο για «τους βάρβαρους που ζούσαν σε σπηλιές, όταν εμείς φτιάχναμε Παρθενώνες».

Στον Παρθενώνα λοιπόν μπορεί να μην έχουμε πάει όλοι, ακόμα όμως κι αν τον έχουμε δει από μακριά ή σαν φόντο στα τηλεδελτία, είναι υλικότατος μες στο μυαλό μας, όπου και μεταφράζεται συχνά σε τεκμήριο φυλετικής ανωτερότητας. Και μπορεί να μην έχουμε πάει ούτε στο (αδικημένο από τη μονόπλευρη προβολή του Μουσείου της Ακρόπολης) Αρχαιολογικό Μουσείο, για να δούμε έστω την έξοχη έκθεση με τα ευρήματα από το ναυάγιο των Αντικυθήρων, ωστόσο «ο αρχαιότερος υπολογιστής του κόσμου» είναι για εμάς, έτσι όπως μυθολογείται, εξίσου απτός με τον υπολογιστή που χειριζόμαστε καθημερινά γράφοντας ή παίζοντας. Και μεταφράζεται και αυτός σε πειστήριο εθνικής υπεροχής, με το έθνος να περνά πάνω από την ιστορία και να συναιρεί σε σώμα ένα τούς τόσο διαφορετικούς αιώνες.

«Οι εθνικές μνήμες», γράφει ο αρχαιολόγος Γιάννης Χαμηλάκης, «έχουν ανάγκη από αντικείμενα για να αγκιστρωθούν, από μνημειακούς χώρους για να αποκρυσταλλωθούν. […] Οι αρχαιότητες διέθεταν την ικανότητα να δημιουργούν μια χωρικότητα, να μετασχηματίζουν τον άχρονο, ομοιογενή, κενό χώρο του έθνους σε συγκεκριμένο τόπο. Τα υλικά, αυθεντικά μνημεία, τα οποία παρείχαν μια αίσθηση συνέχειας και αιωνιότητας, αποτέλεσαν καίρια στοιχεία σε αυτή τη διαδικασία του ονειρεύεσθαι τον ετεροτοπικό τόπο του έθνους. […] Στις αρχαιότητες ανατέθηκε ο ρόλος να λειτουργούν ως η πιο σημαντική αξία στο συμβολικό κεφάλαιο του νέου έθνους, την κλασική αρχαιότητα· ένα κεφάλαιο το οποίο προορίζεται να συμμετέχει σε αναρίθμητες συμβολικές αλλά και απροκάλυπτα υλιστικές ανταλλαγές. […] Ο εθνικός κοινός τόπος, που είχε δομηθεί και καθοριστεί από αρχαιότητες, έπρεπε να αποκαθαρθεί και να εξαγνιστεί, να ανα-δημιουργηθεί, να οριοθετηθεί, και οι υλικές αλήθειες του έπρεπε να εκτεθούν. Ετσι οι αρχαιότητες διαχωρίστηκαν από τον ιστό της καθημερινής ζωής· έγιναν η αρχαιολογική μαρτυρία, που πρέπει να τη βλέπουμε, να τη θαυμάζουμε, να την αναπαράγουμε επ’ άπειρον. Πλέον “τ’ αγάλματα είναι στο μουσείο”, όπως έγραψε ο αρχιερέας της νεοελληνικής ποίησης, και των γραμμάτων γενικότερα, Γιώργος Σεφέρης. Το έθνος παρήγαγε μια αρχαιολογική μαρτυρία, η οποία, με τη σειρά της, θα συνεχίσει να παράγει και να αναπαράγει το έθνος» (στο βιβλίο του «Το έθνος και τα ερείπιά του: Αρχαιότητα, αρχαιολογία και εθνικό φαντασιακό στην Ελλάδα», μετάφραση Νεκτάριος Καλαϊτζής, Εκδόσεις του Εικοστού Πρώτου, Αθήνα 2012, σελ. 149-50).

Ψιλά –ή μάλλον βαριά– γράμματα θα πουν μερικοί. Αυτήν ακριβώς την περίοδο πάντως ζούμε ένα επεισόδιο, ιδιαίτερα πυκνό, της αέναης παραγωγής και αναπαραγωγής του έθνους. Εμείς ανακαλύπτουμε τις αρχαιότητες κι αυτές κατά κάποιον τρόπο μάς επινοούν, μας εμφυτεύουν πίστεις, στερεώνουν τις δοξασίες μας, επικυρώνουν το εθνικό μας άλλοθι. Μας διαπλάθουν όλους. Και ας μην πρόκειται να καταδυθούμε ποτέ στα Αντικύθηρα.

Copyright©Παντελής Μπουκάλας και Καθημερινή

*

Όλα τα άρθρα της κατηγορίας «Λόγος«

This entry was posted in Logos. Bookmark the permalink.

4 απαντήσεις στο Οι αρχαιότητες κατά κάποιον τρόπο μάς επινοούν, μας επικυρώνουν το εθνικό μας άλλοθι…

  1. Ο/Η Ουρανοία Μπουζολοιάκου, αρχεωλάτροις λέει:

    https://dromos.wordpress.com/2014/09/18/%CE%B7-%CE%B1%CF%81%CF%87%CE%B1%CE%B9%CE%BF%CE%BC%CE%B1%CE%BB%CE%B1%CE%BA%CE%AF%CE%B1-%CF%89%CF%82-%CE%B5%CF%80%CE%B9%CF%83%CF%84%CE%AE%CE%BC%CE%B7/

    Η αρχαιομαλακία ως επιστήμη
    by ΑΝΤΩΝΗΣ ΑΝΤΩΝΑΚΟΣ

    Όταν οι κυρίες και οι κύριοι του καλού κόσμου τελειώνουν το γεύμα τους και τακτοποιούν τις ελεημοσύνες τους αρχίζουν να φιλολογούν και να στοιχηματίζουν. Από το γήπεδο μέχρι τους μπαζωμένους θολωτούς τάφους, η κοινωνία του θεάματος επιτελεί το ιερόν της καθήκον. Ο χορτασμένος μεσαίος όχλος αρματωμένος με κρατική εκπαίδευση και ιερό ορθόδοξο παροξυσμό, τώρα τρυπώνει στα λαγούμια των αρχαίων. Εκεί που το σκληροτράχηλο βυζί της κυρίας εφόρου αρχαιοτήτων και το μαρκούτσι του δαιμόνιου απλήρωτου ρεπόρτερ κάνει πολιτική.

    Εκεί που κάποτε μεγαλούργησαν οι σφαγές και οι δόλιες βασιλείες τώρα η σκαπάνη της αμεριμνησίας βρίσκει στόχο. Οι καναλάρχες τρίβουν τα χέρια τους και οι ντόπιοι φτωχοδιάβολοι ετοιμάζονται να αναβαθμίσουν τα καφέ μπαρ και τις ψησταριές σε γκουρμεδάδικα για βιτσιόζους γερμανοδανούς αρχαιολάτρες με φράγκα. Φιλόλογοι φροντιστές, ακαδημαϊκοί και διανοούμενοι, βρίσκουν μια ζεστή περιστρεφόμενη πολυθρόνα στα χειμερινά ανάκτορα της νεριτ για να αποθέσουν την πορδούλα τους. Οι καυλοπυρέσουσες νοικοκυρές συζητούν στα μπαλκόνια για τον Αλέξανδρο και τη Ρωξάνη, οι μπούκερς στήνουν στοιχήματα.

    Εδώ, μια νέα κοσμική αυταπάτη γεννιέται με τα υπολείμματα ενός πολιτισμού που θάφτηκε μέσα στη λάσπη της ιστορίας. Τώρα που ανέλαβαν οι κρατικοί τυμβωρύχοι με τις μπουλντόζες τους, ψάχνοντας μανιωδώς για πολύτιμα τιμαλφή, δηλαδή για λίγη πρέζα εθνικής υπερηφάνειας, όλα θα βγουν στο φως. Λιοντάρια, καρυάτιδες, φαντασιώσεις. Όλες οι οδύνες των σκοτωμένων και όλες οι κούφιες ρητορείες των νικητών. Εδώ, θα βαρέσει φλέβα χρυσού ο γκασμάς. Και η τελική άποψη θα λέει πως οι Έλληνες όταν ομονοούν βγαίνουν νικητές. Και πως κάθε ένδοξος θολωτός τάφος που στεγάζει μέσα του ένδοξα βασιλικά αρχίδια και σπουδαία πριγκιπικά μουνιά χτίζεται με θυσίες.

    Αλήθεια πόσοι γαμήθηκαν για να χτιστεί αυτό το κωλομνημείο και πόσοι θάφτηκαν λίγο πιο δίπλα, πρόχειρα και μουλωχτά, χωρίς τιμές και χωρίς ταφόπλακα; Πόσοι θάβονταν ομαδικά σε πρόχειρους τάφους κοντά στα κολοσσιαία μνημεία των βασιλιάδων τους και ψόφαγαν σα σκυλιά απ’ το βούρδουλα του επιστάτη;

    Απ’ τις ένδοξες πυραμίδες-που ένας ολόκληρος λαός ξέσχιζε τον κώλο του μια ζωή για να τις κατασκευάσει, ώστε να κοιμηθούν εν τιμή και ειρήνη αιωνίως οι δυνάστες του-,μέχρι τα ένδοξα έθνη κράτη που βατεύει με την υπερψωλλή του ο κύριος καπιταλιστής, οι άνθρωποι γυρνούν να ακουμπήσουν στο παλιό και το φθαρμένο. Μέσα απ’ την υπεραξία των ερειπίων ελπίζουν πάντα να καλύψουν το μεγάλο τους κενό.

    Ποιος αλήθεια αρχαιομαλάκας φαντασμένος νεοέλλην θα πήγαινε να δουλέψει στα κάτεργα ενός υπερμεγέθους τάφου και ποιος θα έστελνε το παιδί του πεσκέσι στον ψόφιο Φαραώ Σέσωστρις που ήθελε μαζί του φρέσκια νεανική σάρκα για να ταΐσει την κτηνώδη ματαιοδοξία του; Πραγματικά κανείς αρχαιομαλάκας δεν θα ήθελε να ζει εκείνη τη φριχτή εποχή. Κανείς δεν θα αναπολούσε αυτή τη μακρινή αρχαία αθλιότητα, αν σκεφτόταν με το μυαλό κι όχι με τα ένδοξα ελληνικά του αρχίδια.

    Ποιος θα αφιέρωνε τη ζωή του για να χτίσει αυτή τη σπουδαία άχρηστη μαλακία; Αν δεν πάψουν οι θλιβεροί συμπολίτες, σα χάνοι να αναμασούν την πεθαμένη αρχαιότητα και να υπερηφανεύονται για την ένδοξη νεκροφιλία τους, δεν θα βρουν ποτέ την αλήθεια και την πραγματική υπερηφάνεια. Θα σέρνονται με τη μαγαρισμένη τους εξουσία και τους διορισμένους απ’ το εξωτερικό εγχώριους σωτήρες στα σφαγεία του νάτο, μακελεύοντας άλλους λαούς που τόλμησαν να σηκώσουν κεφάλι.

    Απ’ τη μια θα ψηφίζουν τους νενέκους και απ’ την άλλη θα τους ξορκίζουν με χωριατοφασισμό και λοστάρια. Απ’ τη μια θα γκρινιάζουν για τον πετσοκομμένο μισθό κι απ’ την άλλη θα φουσκώνουν σαν παγώνια μπροστά στην αρχαία ένδοξη σπορά ερειπίων. Μπροστά απ’ τις ακρωτηριασμένες κόρες απ’ τις Καρυές της Λακωνίας που οι βασιλιάδες έχρισαν κολώνες για να βαστούν τις στέγες ενός ετοιμόρροπου κόσμου.

  2. Ο/Η Po λέει:

    Εξαιρετικός, όπως πάντα, ο φίλος Αντωνάκος….

  3. Ο/Η kostas λέει:

    καθαρή ματιά στην γεμάτη μαυρίλα εποχή μας

  4. Ποιητική η γλώσσα τού Αντώνη Αντωνάκου. Οί λέξεις μαρκούτσι, αρχίδι, κ.λ.π. αποκτούν μιά ποιητική φωτεινότητα, εξουδετερώνοντας τήν χυδαιότητα τής καθημερινής χρήσης τους.
    Οί κάτοικοι τής Αμφίπολης καί τών γύρω περιοχών δηλώνουν υπερήφανοι γιά τό ταφικό μνημείο καί ως ένδειξη τής υπερηφάνειας τους αύξησαν τίς τιμές τών αγροτεμαχίων από 500 ευρώ τό στρέμμα σέ 10.000 ευρώ τό στρέμμα. Ωιμέ!
    Είναι απίστευτο όμως νά νιώθουν κάποιοι υπερήφανοι γιά έργα καί επιτεύγματα άλλων οί οποίοι υπήρξαν χιλίάδες χρόνια πρίν από αυτούς καί μέ τούς οποίους δέν έχουν καμία σχέση. Ο ιός τής εθνικής υπερηφάνειας σέ αυτό τό επίπεδο συναντάται μόνο σέ αυτήν τήν Χώρα. Τούς βλέπω σύντομα νά εγκαταλείπουν τίς αγροτικές εργασίες καί νά γίνονται όλοι καφετηριάδες, σουβλατζηκάδες, τουριστικοεπαγκελματίες. Καί τώρα, οί δήμοι καί οί κάτοικοι τής Αμφίπολης καί τής Μεσολακιάς, έχουν κηρύξει πόλεμο μετάξύ τους διεκδικόντας τήν κυριότητα τού ταφικού μνημείου. Ασε τά στοιχήματα που έχουν πέσει βροχή γιά τό ποιός βρίσκεται μέσα στόν τάφο. Η Ελλάδα συντηρείται σέ μεγάλο βαθμό από τά αρχαιολογικά ευρήματα, καί αρχαία μνημεία. Πολλές φορές νιώθω μιά στενοχώρια καί λυπάμαι τήν δύστυχη Ακρόπολη καί τόν Παρθενώνα που δουέύουν ασταμάτητα τούς τελευταίους δύο αιώνες καί ταϊζουν τόν Ελληνικό λαό. Νιώθω θλίψη όταν βλέπω τά χιλιάδες μπουλούκια τών τουριστών νά ποδοπατούν τό έρμο κορμί τής Ακρόπολης, νά τήν φωτογραφίζουν σάν νά είναι καποια στάρ. Κάποια στιγμή ή Ακρόπολη θά πρέπει νά βγεί στήν σύνταξη. Εστω καί σύνταξη τού ΟΓΑ ως υπερήληξ.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s