Η μεγαλομανία του λόγιου Αγίου Μ.Φωτίου

Σκηνές από τη βυζαντινή ιλαροτραγωδία

Η απαράμιλλη βυζαντινή ευσέβεια. Ο ναύαρχος Nικήτας Ωορύφας στα χρόνια του Βασιλείου του Μακεδόνα, ανάμεσα στα πολλά θηριώδη βασανιστήρια που χρησιμοποιούσε, κρεμούσε τους εξωμότες με τροχαλία πάνω σε καζάνια με καυτή πίσσα και τους άφηνε, χαλαρώνοντας τις αλυσίδες, να βυθιστούν κοροϊδεύοντας πως τους βαφτίζει (Μαδρίτη, Εθν.Βιβλιοθήκη, χειρόγραφο Σκυλίτζη).

Η απαράμιλλη βυζαντινή ευσέβεια. Ο ναύαρχος Nικήτας Ωορύφας στα χρόνια του Βασιλείου του Μακεδόνα, ανάμεσα στα πολλά θηριώδη βασανιστήρια που χρησιμοποιούσε, κρεμούσε τους εξωμότες με τροχαλία πάνω σε καζάνια με καυτή πίσσα και τους άφηνε, χαλαρώνοντας τις αλυσίδες, να βυθιστούν κοροϊδεύοντας πως τους βαφτίζει (Μαδρίτη, Εθν.Βιβλιοθήκη, χειρόγραφο Σκυλίτζη).

του Αναγνώστη Λασκαράτου
Ο άγιος Μέγας Φώτιος, παλατιανός πρωτοσπαθάριος, άνδρας από βασιλική γενιά και ανιψιός του παλιότερου πατριάρχη άγιου Ταράσιου (σκεύους εκλογής της παιδοκτόνου αγίας Ειρήνης της Αθηναίας), ανέβηκε δυο φορές (858-867, 877-886) στον πατριαρχικό θρόνο. Την πρώτη φορά τα κατάφερε με την εύνοια του ακόλαστου Καίσαρα Βάρδα, εκθρονίζοντας τον πατριάρχη άγιο Ιγνάτιο, αφού διεξήλθε σε έξι ημέρες, όπως και ο αισχρός θείος του, όλες τις ιερατικές βαθμίδες. Θα αρκούσαν αυτά (βαρύνεται με πολλά ακόμη), δηλαδή η διακωμώδηση του “μυστηρίου” της ιεροσύνης, η με ευθύνη του επέμβαση της κοσμικής εξουσίας στα εκκλησιαστικά και ο σφετερισμός, για να τον κατατάξει η εκκλησιαστική Ιστορία στα ιερά σκουπίδια. Όμως τιμάται ως Άγιος και Μέγας μαζί με δεκάδες όμοιούς του ή και πολύ χειρότερους, χωρίς να νιώθει σήμερα κανένα μέλος ή αξιωματούχος της κρατικής Εκκλησίας την ανάγκη να διαμαρτυρηθεί γι’αυτό, αν και κατά το Κανονικό Δίκαιο είναι το λιγότερο ένας ‘μοιχεπιβάτης’ του πατριαρχικού θρόνου, που τον κατέλαβε με μπαμπεσιά.

Ο παραδυναστεύων Βάρδας, δεξί χέρι του ανιψιού του αυτοκράτορα Μιχαήλ Γ΄ του μέθυσου, του έκφυλου γιού της αδελφής του της μέγαιρας αγίας Θεοδώρας, θέλησε να την ξεφορτωθεί κλείνοντάς την σε μοναστήρι. Ο άγιος Ιγνάτιος, γιός του αυτοκράτορα Μιχαήλ Α΄, ευνουχισμένος από πολύ νέος από το διάδοχο του πατέρα του Λέοντα τον Αρμένιο για να εξουδετερωθεί ως δικαιούχος του βασιλικού θρόνου, αρνήθηκε, γι’αυτό ο Βάρδας καιροφυλακτούσε εναντίον του. Στα Θεοφάνεια ο Ιγνάτιος δεν του χορήγησε τη θεία κοινωνία, όχι για τις ατελείωτες κακουργίες του, αλλά επειδή συζούσε με τη γυναίκα του γιου του, αφού στην υποκριτική ηθική των παπάδων, οι κρεβατοκάμαρες έχουν τον πρώτο και σχεδόν μοναδικό λόγο, μαζί με την κατηγορία της «αίρεσης». Ο πατριάρχης εξορίστηκε από τον αυτοκράτορα, που πείστηκε από τον Βάρδα πως συνωμοτούσε μαζί με την μάνα του εναντίον του. Ο Βάρδας ήταν ήδη συνεννοημένος με τον αρρωστημένα φιλόδοξο Φώτιο και μεθόδευσε με πονηριές, πιέσεις και ψεύτικα ταξίματα την ψήφισή του από τους Αρχιερείς, ακόμη κι από αυτούς που υποστήριζαν τον Ιγνάτιο. Πρόκειται για μια ακόμη πονηρή μεθόδευση, που διεκδικεί τη θέση της στα εκτεταμένα Άπαντα των ευρηματικών αθλιοτήτων της εκάστοτε πατριαρχικής εκλογής, που σχεδόν ποτέ της δεν υπήρξε ομαλή. Το έσχατο πρόσχημα των ενδοτικών Αρχιερέων, η υπογραφή από το Φώτιο δήλωσης πως θα σεβαστεί τον ξεπεσμένο Ιγνάτιο, έπεσε όταν ο νέος πατριάρχης κατάφερε να εξαφανίσει το χαρτί και μαζί του και τις υποσχέσεις του. Ο Φώτιος στο μεταξύ μέσα σε λίγες μέρες είχε χριστεί διαδοχικά καλόγερος, αναγνώστης, υποδιάκος, διάκος, παπάς και περίμενε ανυπόμονος την ψήφο της Συνόδου, που του δόθηκε τελικά μετά και από αυτοκρατορικούς ελιγμούς και ο αθεόφοβος έγινε επίσκοπος και πατριάρχης ανήμερα τα Χριστούγεννα, το ίδιο ταχύτατα με το θείο του τον άγιο Ταράσιο, το άθλιο προηγούμενο του οποίου καθώς και αυτό του μιμητή και διαδόχου του Νικηφόρου Α΄, που άνοιξαν το δρόμο σε υπερταχείες χειροτονίες, επικαλέστηκε απαντώντας στον έλεγχο του πάπα, αφού πρώτα είχε κάνει το δύσκολο, γράφοντας πως δήθεν θεωρεί τον εαυτό του «ανάξιον» «και του αρχιερατικού βαθμού και της ποιμαντικής εγχειρήσεως». Καρφί δεν του καιγόταν πως με την τρίτη επανάληψη αυτής της καθεστωτικής ασχήμιας μέσα σε τόσο σύντομο χρόνο, εξαχρειωνόταν η πατριαρχική αξία και τα όποια λείψανα της αυτονομίας της Εκκλησίας και έμπαιναν στον ίδιο πειρασμό και οι μελλοντικοί μονάρχες. Mάλιστα γνώριζε ότι δυο εξέχοντες ηγούμενοι του Στουδίου, οι όσιοι Πλάτων και Θεόδωρος ο Ομολογητής, όταν ο αυτοκράτορας Νικηφόρος διόρισε πατριάρχη το λαϊκό Νικηφόρο απείλησαν με σχίσμα και αντέταξαν «το μη δειν από λαϊκών αθρόως εις επισκοπήν ανατρέχειν», κινδυνεύοντας να τιμωρηθούν για την αποκοτιά τους (Θεοφάνης ‘Chronographia’, σελ.747).

Για να είναι εξασφαλισμένος ο Φώτιος ήθελε την παραίτηση του Ιγνάτιου, αυτός όμως αρνιόταν. Υποβλήθηκε σε βασανιστήρια, από εγκάθετους του Φώτιου και του αυτοκράτορα, «πυγμαίς τα πρόσωπα και τους οδόντας συνθλάσαντες». Τον γρονθοκόπησαν δηλαδή και τον ξεδόντιασαν κυριολεκτικά και τον έκλεισαν, απογυμνωμένο από κάθε ιερό διάσημό του, στον τάφο του εικονομάχου αυτοκράτορα Κωνσταντίνου του Κοπρώνυμου, όπου πήγαιναν βασανιστές που τον ανάγκαζαν σε συνεχή ορθοστασία χωρίς φαγητό, για να του αποσπάσουν την παραίτησή του, πράγμα που πέτυχαν, όχι εθελούσια αλλά με τη βία, βάζοντάς του μια πένα στο χέρι και κατευθύνοντάς την (‘Scriptores post Theophanem’, 195). Δίκαια λοιπόν ο χρονογράφος Συμεών ο Λογοθέτης έγραψε για την «τυραννίδα Φωτίου». Δεν ήταν ασφαλώς ούτε η πρώτη ούτε η τελευταία φορά που δυο άγιοι πατριάρχες διευθετούσαν τις διαφορές τους μέσα σε τόση αηδιαστική βαρβαρότητα. Τα ίδια και χειρότερα είχε υποστεί άλλος ένας άγιος πατριάρχης ο ευνούχος Μεθόδιος ο Ομολογητής, που διαβεβαίωνε πως τα γεννητικά του όργανα τα είχε κόψει το φάντασμα του Αγ.Πέτρου στη Ρώμη για να μην μπαίνει σε πειρασμό. Ο ίδιος είχε ξεβρακωθεί μπροστά στη Σύνοδο για να αποδείξει πως δεν μπορούσε να πάει με γυναίκα. Αυτόν τον απατεώνα λοιπόν ο εικονομάχος αυτοκράτορας Θεόφιλος, αφού τον ξεδόντιασε τσακίζοντάς του τα σαγόνια, τον έκλεισε σε βαθύ τάφο μαζί με δυο κλέφτες, ο ένας από τους οποίους πέθανε και το σώμα του αφέθηκε να σαπίσει μέσα στην ειρκτή. Ο θεομπαίχτης άγιος Μεθόδιος δεν του κράτησε κακία κι όταν επανακατέλαβε τον πατριαρχικό θρόνο, έκανε το χατίρι στην ηλίθια χήρα του Θεόφιλου, την εικονόδουλη αγία Θεοδώρα και είπε πως τάχα Άγγελος Κυρίου έσβησε το όνομα του Θεόφιλου από το αφοριστήριο κατά των Εικονομάχων, που είχε αφήσει πάνω στην Αγ.Τράπεζα. Ασφαλώς ο Φώτιος ήταν ίσως ο πλέον μορφωμένος άνθρωπος της Αυτοκρατορίας και της εποχής του, όπου βεβαίως η μόρφωση προσφερόταν σε ελάχιστους, ένας άλλος Μιχαήλ Ψελλός, ένας λόγιος ρασοφόρος, που υπηρετεί την τυραννική εξουσία, αλλά αυτό τον καθιστά ακόμη πιο ένοχο, αφού του αφαιρεί το ελαφρυντικό της συνηθισμένης καλογερικής αμορφωσιάς, μωρίας και έλλειψης κάθε συναίσθησης. Άλλωστε κίνητρο της φιλομάθειάς του ήταν η ακόρεστη φιλοδοξία του, μελετούσε για να ανεβεί: ««πλέον δε πάντων ο της δόξης έρως, δι’ ον αυτώ και νύκτες άϋπνοι περί την ανάγνωσιν εμμελώς εσχολακότι» (Νικήτας Παφλαγών, 509).

fotios4.10.14bΟ επαγγελματίας εραστής, σλαβικής ή αρμένικης καταγωγής, αγράμματος αλλά ρωμαλέος παλαιστής και ιπποκόμος Βασίλειος ο Μακεδόνας, καταφέρνει και γίνεται παρακοιμώμενος και σύντροφος του έκφυλου και μέθυσου Μιχαήλ Γ΄ και αργότερα χρίζεται από το Φώτιο συμβασιλέας του. Συνήθως οι παρακοιμώμενοι ήταν ευνούχοι, αλλά ο Βασίλειος όχι μόνο δεν ήταν, αλλά είχε πριν την κοινωνική του άνοδο, κάποια συνάντηση με κάποιον παπαδίσκο ενός μοναστηριού, τον προσμονάριο Νικόλαο, όταν ήταν ζητιάνος, που πολλοί (κακόπιστοι) την θεωρούν παρεξηγήσιμη. Ο παπάς πήρε λέει εντολή από το Θεό (!) να φιλοξενήσει το μελλοντικό βασιλιά, που κοιμόταν κουρελής στο κατώφλι της Μονής κι αυτός το παράκανε λιγάκι, πλένοντάς τον ο ίδιος στο λουτρό κλπ. «Εξελθών ουν μετά σπουδής σύντρομος και εύρων Βασίλειον μετά πήρας και ράβδου, εισήγαγεν έσωθεν της εκκλησίας. Και τη δευτέρα ημέρα απελθών μετ’ αυτού εις το λουτρόν έλουσεν αυτόν και ήλλαξε και ελθών εν τη εκκλησία εποίησεν αδελφοποίησιν, και συνηυφραίνοντο εν αλλήλοις. Τη δε επαύριον λούσας αυτόν και ιμάτιον περιβολών, πνευματικόν αδελφόν εποιήσατο και ομώροφον είχε και ομοδίαιτον» (Γεωργίου Μοναχού, «Βίοι των νέων Βασιλέων»). Έτσι ξεκίνησε η σταδιοδρομία του στην Πόλη, αφού ο εξαιρετικά περιποιητικός παπάς, όχι επειδή υπήρξε εραστής του, όπως ερμηνεύουν πολλοί (κακοήθεις), αλλά εκτελώντας οδηγίες του θεού του, που φαίνεται πως εκτιμούσε ιδιαίτερα τον πανάθλιο Βασίλειο και πως άνοιγε ψιλοκουβέντα με το ρασοφόρο λουτράρη του, του έδειξε με τις γνωριμίες του την πόρτα της εισόδου στην ‘καλή κοινωνία’, μέσω του κοντού και ασθενικού άρχοντα Θοφιλίτζη, που του άρεσε να περιβάλλεται από ρωμαλέους άνδρες, που τους έντυνε πλούσια και τους επιδείκνυε στην Πόλη. Για όσους καχύποπτους αναρωτηθούν από πότε οι παπάδες περιμαζεύουν ζητιάνους, τους πλένουν τους ντύνουν και τους προάγουν όπου δει, θα υπενθυμίσω πως όλα έγιναν με τη θεία βούληση, που άλλη δουλειά δεν είχε από το να προωθεί καθάρματα στον ανατολικό ρωμαϊκό θρόνο.

Ο Βασίλειος, δολοφονεί το Βάρδα με τη συναίνεση του αυτοκράτορα. Ο μασκαράς ο Φώτιος για να σώσει το τομάρι του έστειλε γράμμα στο Μιχαήλ στην οποία εκφράζει τη χαρά του για το χαμό του ευεργέτη του, που τώρα τον αποκαλεί «ταπεινόν άνθρωπον». Ο Μιχαήλ βέβαια, που ήξερε τι κουμάσι ήταν, δεν δίσταζε να διακηρύσσει ότι «δικός μου πατριάρχης είναι ο Γρύλος» (Νικήτας, 520), ο γελωτοποιός του, που όπως μαρτυρεί ο Κεδρηνός, ντυνόταν αρχιεπίσκοπος της Κολωνίας και ασχημονούσε παλιότερα με αισχρό και δύσοσμο τρόπο μπροστά στη βασίλισσα αγία Θεοδώρα, την ώρα που η ξεμωραμένη αμαρτωλή γριά έσκυβε να του φιλήσει το χέρι, πριν ο γιός της κουρέψει με το στανιό αυτήν και τις αδελφές του, καλόγριες. Η μάνα του μέθυσου αυτοκράτορα, κάποτε είχε πιεί τόσο αίμα ‘αιρετικών’, ώστε η Ορθόδοξη Εκκλησία ευγνωμονούσα την ανακήρυξε αγία. Ο στρατός της δολοφόνησε εκατό χιλιάδες Παυλικανούς, παλουκώνοντας, σφάζοντας ή πνίγοντάς τους. «Τους μεν ξύλω ανήρτων, τους δε ξίφει παρεδίδουν, τους δε τω τη θαλάσση βυθώ.» Ακόμη και ο συντηρητικός Παπαρρηγόπουλος κατηγορεί την αγία λάμια: «Παρασυρθείσα υπό κακώς νενοημένου θρησκευτικού ζήλου, εξέθηκεν εαυτήν, ή μάλλον εξέθηκε τον χριστιανισμόν της Ανατολής εις δεινοτάτας συμφοράς». Αυτή η κακούργα σήμερα προστατεύει λέει την Κέρκυρα, εκ περιτροπής με τη μούμια του τσοπάνη Σπυρίδωνα, που τις νύχτες κόβει βόλτες στην πόλη με τις ιαματικές παντόφλες της.

Ο πάπας είχε χίλιους λόγους να επωφεληθεί και συγκρούστηκε με το Φώτιο και με τον αυτοκράτορα και τους αναθεμάτισε υπερασπιζόμενος τάχα τον Ιγνάτιο, για τον οποίο ο Φώτιος τον είχε κοροϊδέψει πως παραιτήθηκε με τη θέλησή του. Ο Φώτιος δεν δίστασε να δώσει, σε αυτήν την καθαρά προσωπική, εξουσιαστική και διοικητικής υφής (ο πάπας διεκδικούσε την προσάρτηση περιοχών) σύγκρουση, προσχηματικά δογματικά χαρακτηριστικά και αφόρισε κι αυτός τον πάπα προκαλώντας έτσι προσωρινό αλλά κρίσιμο Σχίσμα με τη δυτική Εκκλησία, προάγγελο του οριστικού. Ο Βασίλειος, κατ’εντολήν του αυτοκράτορα, χώρισε τη γυναίκα του και παντρεύτηκε, για να τον καλύψει, με τη βασιλική ερωμένη Ευδοκία Ιγγερίνα (εικ.2, ο γάμος τους, από το Χρονικό του Σκυλίτζη), την κόρη ενός Βάραγγου μισθοφόρου. Ταυτόχρονα βολεύεται ερωτικά με την αδελφή του Μιχαήλ. Με την Ιγγερίνα απέκτησε και τρεις γιούς, χωρίς η πατρότητά των δυο πρώτων (του αυτοκράτορα Λέοντα και του πατριάρχη άγιου Στέφανου) να είναι βέβαιη, αφού η Ιγγερίνα δεν είχε διακόψει τη σχέση της με το Μιχαήλ. Αργότερα ο Βασίλειος δολοφονεί και το Μιχαήλ και στέφεται από το Φώτιο αυτοκράτορας. Ήταν μεγάλη η αχαριστία του αλητήριου τυχοδιώκτη Bασίλειου, που είχε ανέβει στο θρόνο με ρουσφέτι του ορθόδοξου θεού, γιατί η «του βασιλέως αγάπη προς τον Βασίλειον εξέχυτο και τούτον μόνον είναι τον θεραπευτήν αυτού» (Γεωργίου μοναχού, ‘Βασιλεία Μιχαήλ…’, 18). Για να καλοπιάσει τον πάπα και τους πολυπληθείς οπαδούς του Ιγνάτιου, επανέφερε το δεύτερο στο θρόνο. Μάταια λοιπόν ο Φώτιος είχε φτιάξει ένα ψεύτικο γενεαλογικό δέντρο για τον τιποτένιο Βασίλειο, στο οποίο τον κολάκευε εμφανίζοντάς τον ως απόγονο των Αρμενίων βασιλιάδων Αρσάκου και Μιθριδάτη, γιατί όπως σωστά παρατηρεί ο Παπαρηγόπουλος (βιβλ. 11ο, κεφ.6ο) «ο Φώτιος αρχήν είχε να περιποιείται πάντα κυριάρχην».

Πρώτη κίνηση του Ιγνάτιου ήταν να αναθεματίσει τον Φώτιο. Ο Φώτιος εξορίστηκε, οι οπαδοί του έστησαν δική τους Εκκλησία, αλλά ο ίδιος είχε την εξυπνάδα να καθίσει φρόνιμα και έτσι το ο αυτοκράτορας τον κάλεσε πίσω στο παλάτι ως δάσκαλο των γιών του. Το 878 πέθανε ο Ιγνάτιος και σχεδόν αυτόματα τον διαδέχθηκε ο Φώτιος που πρώτη του φροντίδα ήταν η επαναπροσέγγιση με τη μητρική Εκκλησία της Ρώμης, γεγονός που επιτεύχθηκε με μεγάλη Σύνοδο, δυο χρόνια μετά. Ο Φώτιος παραμέρισε ή και έλυσε όλα τα αστεία δογματικά προσχήματα, που είχε επινοήσει για να διασφαλίσει τη θέση του από τις δικαιολογημένες επεμβάσεις του αρχηγού της Εκκλησίας. Παρ’όλα αυτά ο πάπας θεώρησε λίγο μετά πως η Κωνσταντινούπολη τον ξεγέλασε και αναθεμάτισε τον Φώτιο. Επί Βασιλείου, η μεγάλη σύνοδος που συνήλθε το 879, υπήγαγε οριστικά στην Εκκλησία Κωνσταντινουπόλεως την Ελλάδα, που παλιότερα ανήκε στον πάπα που δεν είχε πάψει να τη διεκδικεί. Το 886 πέθανε ο Βασίλειος και τον διαδέχθηκε ο γιός του Λέων, ο οποίος εκθρόνισε το δάσκαλό του Φώτιο και διόρισε πατριάρχη τον ανήλικο ευνουχισμένο αδελφό του άγιο Στέφανο τον Α΄. Ο Φώτιος εξορίστηκε στην Αρμενία και μετά κάμποσα χρόνια πέθανε βυθισμένος στην αφάνεια.

Αυτός ο αδίστακτος άνθρωπος προκάλεσε για να σταθεί στον πατριαρχικό θρόνο που άνομα κατέλαβε, το πρώτο Σχίσμα των Εκκλησιών, επινοώντας και επικαλούμενος γελοίες δογματικές διαφορές σαν το Filioque, στερούμενες το ελάχιστο ηθικό ή ουσιαστικό για την πίστη περιεχόμενο, που δεν απασχολούν κανένα λογικό πιστό, έξω από ανισόρροπους και διαστροφικούς καλόγερους, που κάνουν την τρίχα τριχιά, φανατίζοντας και χειραγωγώντας με κουταμάρες, για δικό τους όφελος, τον όχλο των θρησκόληπτων και των υποκριτών. Υπηρέτησε συνειδητά, έχοντας πλήρη επίγνωση της απαξίας του, ένα ολότελα αισχρό σύστημα εξουσίας, όπως όλοι σχεδόν οι βυζαντινοί πατριάρχες, αν και αρκετοί συγκρούστηκαν με το παλάτι για ζητήματα εξουσιαστικού φατριασμού ή παπαδίστικης ηθικής ή δογματικών λεπτομερειών ή λατρείας των Εικόνων, χωρίς να αμφισβητούν το άθλιο εξουσιαστικό οικοδόμημα, που και μόνο ο τρόπος που απένεμε «Δικαιοσύνη» προκαλεί ρίγος φρίκης. Στον 21ο αιώνα αποτελεί παράνοια η κρατική Εκκλησία να διαφθείρει το λαό προσφέροντας του, σε λατρευτική μάλιστα σχέση, τόσο αχρεία πρόσωπα. Το ελληνικό σχολείο έχει αναλάβει να εξωραϊσει τον άνδρα και η ελληνική κοινωνία συνεχίζει να πορεύεται φορτωμένη με έναν ακόμη ανίερο μύθο, κοντά στα υπόλοιπα εκατοντάδες παραμύθια, που της σκοτίζουν το μυαλό και τα ήθη, αφού το χειρότερο είδος ανθρώπου, ο θεομπαίχτης, άρπαγας και φιλόδοξος πνευματικός δυνάστης, παρουσιάζεται ως πρότυπο αρετής.

*

Όλα τα άρθρα της κατηγορίας «Λόγος«

Advertisements
This entry was posted in «Ιερή» Εξουσία, Γράμμα από το Ληξούρι, θρησκεία/κλήρος, Logos. Bookmark the permalink.

10 απαντήσεις στο Η μεγαλομανία του λόγιου Αγίου Μ.Φωτίου

  1. Ο/Η Ορθόδοξοι σαδιστές και δήμιοι λέει:

    @χωρίς να αμφισβητούν το άθλιο εξουσιαστικό οικοδόμημα, που και μόνο ο τρόπος που απένεμε «Δικαιοσύνη» προκαλεί ρίγος φρίκης.

    Σωστός!

    http://athriskos.gr/579

    ΒΑΣΑΝΙΣΤΗΡΙΑ ΣΤΟ ΒΥΖΑΝΤΙΟ. ΦΡΙΚΑΛΕΟΤΗΤΕΣ ΠΟΥ ΔΕΝ ΧΩΡΟΥΝ ΣΤΟΝ ΑΝΘΡΩΠΙΝΟ ΝΟΥ

    Το Βυζάντιο, που δεν ήταν παρά η Ανατολική Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία, καθιέρωσε με ωμή βία τον χριστιανισμό ως επίσημη θρησκεία της αυτοκρατορίας. Ο χριστιανικός κόσμος ποτέ δε θέλησε να παραδεχτεί το βίαιον της υπόθεσης, παρ’ όλο που ατέλειωτες ιστορικές μαρτυρίες, γραπτές και αρχαιολογικές, βοούν προς αυτή την κατεύθυνση. Υπάρχουν όμως κι έντιμοι χριστιανοί οι οποίοι το αναγνωρίζουν. Θα αναφέρουμε μια τέτοια περίπτωση:

    Ελένη Γλύκατζη Αρβελέρ, Πρύτανις στο Πανεπιστήμιο της Σορβόνης, βιβλίο «Η ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΙΔΕΟΛΟΓΙΑ ΤΗΣ ΒΥΖΑΝΤΙΝΗΣ ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΙΑΣ», έκδοση «Ψυχογιός» σελ. 17,

    «Πράγματι κατά τη βασιλεία του Θεοδοσίου ο χριστιανισμός γίνεται η θρησκεία του κράτους. Εναντίων των ειδωλολατρών (διάβαζε Ελλήνων) εφαρμόσθηκαν μέτρα, που πήραν συχνά το χαρακτήρα πραγματικών διώξεων. Το μαντείο των Δελφών υποχρεώθηκε να σιγήσει, οι Ολυμπιακοί αγώνες και τα Ελευσίνια μυστήρια απαγορεύτηκαν, τα ιερά λεηλατήθηκαν από τους χριστιανούς, οι ιερείς, όπως γράφει ο Λιβάνιος υποχρεώθηκαν «να σιγήσουν ή να πεθάνουν».

    Ωστόσο είναι άξια απορίας τα φρικτά βασανιστήρια κι οι απάνθρωπες ποινές που εφαρμόστηκαν, καθ’ όλη τη διάρκεια της αυτοκρατορίας αυτής, παρ’ όλα τα «αγαπάτε τους εχθρούς υμών» και τα «καλώς ποιείται τοις μισούσιν υμάς». Όπως και να το κάνουμε, θρησκεία της αγάπης λέγεται. Κι όμως. Οι φρικαλεότητες εκτινάχθηκαν σε απίστευτα ύψη. Η απανθρωπιά των Βυζαντινών μας προκαλεί τεράστιες δέος και τρομερή κατάπληξη για το απίστευτο μέγεθος της διαστροφής, στην οποία μπορεί να περιέλθουν ανθρώπινα όντα.

    Όλα τα στοιχεία που θα παραθέσουμε είναι από το ανεκτίμητο βιβλίο του Κυριάκου Σιμόπουλου «ΒΑΣΑΝΙΣΤΗΡΙΑ ΚΑΙ ΕΞΟΥΣΙΑ». Ότι θα ακολουθήσει εδώ τυγχάνει προϊόν αντιγραφής από το προαναφερθέν βιβλίο. Θέτουμε υπ’ όψιν των αναγνωστών ότι τίποτε απολύτως δεν αναφέρει ο εν λόγω συγγραφέας χωρίς να το τεκμηριώσει και μάλιστα στις περισσότερες περιπτώσεις με αρκετά και ικανά ιστορικά ντοκουμέντα, τα οποία παραθέτει στις πάμπολλες υποσημειώσεις. Πρόκειται για ένα άκρως επιστημονικό έργο. Επίσης πρέπει να αναφέρουμε ότι το βιβλίο είναι ογκωδέστατο, ότι καλύπτει όλες τις ιστορικές περιόδους και πολιτισμούς και ότι όσα θα αποσπάσουμε εδώ τυγχάνουν ψήγματα του όλου έργου. Έχουμε λοιπόν και λέμε:

    Στο Βυζάντιο άναψαν οι πρώτες πυρές για την θανάτωση αιρετικών και μάγων. Στο Βυζάντιο η πρώτη Ιερά Εξέταση. Καινούργιες μέθοδοι βασανισμού και εκτελέσεων εφαρμόζονται για κατάδικους και εχθρούς της εξουσίας. Όλα αυτά μαζί με τη διαφθορά του συστήματος, συνθέτουν μια τοιχογραφία φρίκης και τρόμου. Η κατάκτηση και η διατήρηση της αυτοκρατορικής ηγεμονίας, γράφει ο Μιχαήλ Ψελλός, γινόταν «φόνοις και αίμασιν»…

    Βασάνιζε η αυτοκρατορική εξουσία, βασάνιζε και η πατριαρχική. Με την ίδια αγριότητα. Οι βασανιστές του πατριαρχείου συναγωνίζονταν τους βασανιστές του παλατιού σε σκληρότητα και εφευρετικότητα.

    Η αγριότητα των βυζαντινών ηθών, ο σαδισμός και οι εκδικητικές επινοήσεις στους βασανισμούς εξεικονίζονται στα κείμενα των χρονογράφων. Αναρωτιέται ο Νικήτας Χωνιάτης ποιός από τους πασίγνωστους τύραννους της αρχαιότητας υπήρξε τόσο θηριώδης όσο οι σύγχρονοί του ηγεμόνες. Μήπως ο Καμβύσης ή ο Ταρκύνιος, μήπως ο Έχετος ή ο Φάλαρις;

    Δεν είναι επομένως περίεργο που πολλοί αυτοκράτορες χαρακτηρίζονται από Βυζαντινούς συγγραφείς αίσχιστοι, παμμίαροι, δυσεβείς, θεοβδέλυκτοι, ωμότατοι, ανόσιοι, τρισάθλιοι, θηριώδης, αιμοχαρείς, θεομισείς, αλιτήριοι, παλαμναίοι (δηλ. δολοφόνοι, βδελυροί).

    Οι ποινές στους Βυζαντινούς χωρίζονταν σε τρεις κατηγορίες. Σα κείνες που συνεπάγονταν θάνατο, στις σωματικές ποινές και σε κείνες που όριζαν χρηματική αποζημίωση. Στις κεφαλικές ανήκαν αρχικά ο αποκεφαλισμός, η πυρά, η κρεμάλα, ο απαγχονισμός, ο καταποντισμός, ο λιθοβολισμός κι ακόμα η εξορία, ο περιορισμός και η δουλεία. Αργότερα θα προστεθούν στις θανατικές ποινές η εκτύφλωση, ο ακρωτηριασμός και το μεταλλισθήναι – ισόβια καταναγκαστικά έργα στα μεταλλεία.

    Απέραντη ποικιλία αυθαίρετων βασανισμών και μαρτυρικών θανατώσεων. Ψήσιμο στη θράκα, εκδορά, θανάτωση σε κοχλαστό νερό, βραστό λάδι ή αναλειωτή πίσσα, ανασταύρωση, παλούκωμα, κατόρυξη, πυρωμένα σίδερα, φαρμάκωμα, ακόμα και ευνουχισμός.

    Ο τεράστιος αριθμός των ακρωτηριασμών στο Βυζάντιο φαίνεται και από τα παρωνύμια που δίνονταν σε όσους είχαν υποστεί ρινοτομία, αποκοπή αφτιών, χεριών κλπ, Κοψόρρινος, Αργυρομύτης, Ασημομύτης, Χαλκομύτης – επειδή τα θύματα αντικαθιστούσαν την κομμένη ή πλαγιασμένη μύτη με ομοίωμα, ένα είδος θήκης από μέταλλο – Κουτσομύτης, Κουτσοχέρας, Κουτζοδάκτυλος, Δερμοκαΐτης. Κι ακόμα το όνομα Γάλλος που σημαίνει τον «αποτετμημένον τα αιδοία», τον ευνούχο.

    Οι Βυζαντινοί αναζητούσαν και θεωρητική κάλυψη των ακρωτηριασμών και των εκτυφλώσεων, που κυριαρχούσαν στον κολασμό των πολιτικών, κυρίως, εγκλημάτων, με θεολογικά επιχειρήματα και αναγωγές στα ιερά κείμενα. Επιστράτευαν λ.χ. την ίδια τη διδασκαλία του Χριστού, τα ευαγγελικά ρήματα.

    Βγάλε το μάτι σου, κόψε το χέρι σου ή το πόδι σου αν σε σκανδαλίζει. Καλύτερα κουτσός ή κουλός παρά αρτιμελής και κολασμένος – «και εάν σκανδαλίζει σε η χειρ σου, απόκοψον αυτήν. καλόν σοι εστί κυλλόν εις την ζωήν εισελθείν, ή τας δύο χείρας έχοντα απελθείν εις την γέενναν, εις το πυρ το άσβεστον… και εάν ο πούς σου σκανδαλίζει σε, απόκοψον αυτόν. καλόν εστί σοι εισελθείν εις την ζωήν χωλόν, ή τους δύο πόδας έχοντα βληθήναι εις την γέενναν… και εάν ο οφθαλμός σου σκανδαλίζει σε, έκβαλε αυτόν. Καλον σοι κλπ.». (Μαρκος, θ΄, 43-47).

    Αλλά και στον Ματθαίο ε΄, 29: «ει δε ο οθφαλμός σου ο δεξιός σκανδαλίζει σε, έξελε αυτόν και βάλε από σου. Συμφέρει γαρ ίνα απόληται εν των μελών σου, και μη όλον το σώμα σου βληθή εις γέενναν. Και ει η δεξιά σου χειρ σκανδαλίζει σε, έκκοψον αυτήν και βάλε από σου».

    Και μιά άλλη, νομικοθεολογική αυτή τη φορά, θεμελίωση. Η εκτύφλωση και οι ακρωτηριασμοί αντικαθιστούν τη θανατική ποινή δίνοντας στον δράστη του εγκλήματος την ευκαιρία να μετανοήσει… πρόκειται φυσικά για σοφιστικές προφάσεις και υποκριτικές δικαιολογίες. Οι ακρωτηριασμοί και οι εκτυφλώσεις είναι η φρικαλεότερη μορφή βασανισμού, χειρότερη ποινή κι από τον θάνατο γιατί καταδικάζει το θύμα σε ισόβια δυστυχία.

    Με τη συχνότητα, πολλαπλότητα και έκταση που παρουσιάζονται στο Βυζάντιο οι αποτρόπαιες αυτές τιμωρίες, δημιουργούν τη εντύπωση πνεύματος διαστροφής και κύματος βαρβαρότητας…

    ΧΕΙΡΟΚΟΠΙΑ

    Ήταν η πιο συνηθισμένη ποινή, για όποιους έγδυναν νεκρούς, παραχάραζαν νομίσματα, έκοβαν ξένο αμπέλι, πυρπολούσαν αποθήκες, γκρέμιζαν φράχτες, όποιος ξέκοβε κοπάδι από βοσκοτόπι ή μαντρί, προκαλούσαν βαρύ τραύμα με γροθιά, έπαιζαν ζάρια κ.ά. Από τις αρχές του Η΄ αιώνα οι ακρωτηριασμοί, με την ένταξή τους στην ποινική νομοθεσία, κατάντησαν ένα οικτρό φαινόμενο του βυζαντινού καθημερινού βίου. Σε ορισμένες περιόδους έπαιρναν διαστάσεις τρομακτικές. Σε κάθε βήμα συναντούσε κανείς ανθρώπους με κλαδεμένα μέλη.

    ΡΙΝΟΤΟΜΙΑ

    aisha5_h_300_182

    Ήταν ο ποιο συνηθισμένος ακρωτηριασμός. Θύματα ακόμα και αυτοκράτορες. Επιβαλλόταν για πολλά και ποικίλα εγκλήματα, πολιτικά και του κοινού δικαίου, και έπληττε άτομα όλων των τάξεων, κρατικούς αξιωματούχους, κληρικούς και απλούς πολίτες.

    Αποτελούσε είδος βασανιστηρίου αλλά και ηθικής, κοινωνικής και πολιτικής εξόντωσης σε περιόδους εσωτερικών αναστατώσεων ή θρησκευτικής διαμάχης, όπως στα χρόνια της εικονομαχίας. Επιβαλλόταν συνήθως στους δίγαμους, αιμομίκτες, πορνεύοντες σε μοναστήρι, βιαστές, απαγωγείς κοριτσιού κ.ά.

    Επιβαλλόταν και στους μοιχούς μαζί με ξυλοδαρμό δημόσιο και κούρεμα ατιμωτικό. Σε περίπτωση μοιχείας ελεύθερης με δούλο η γυναίκα μαστιγωνόταν, κουρεύονταν και έχανε τη μύτη της ενώ ο δούλος καιγόταν ζωντανός ή θανατώνονταν με ξίφος.

    Ρινοτομία στους Βυζαντινούς δεν σήμαινε πάντοτε αποκοπή της μύτης με μαχαίρι, κλάδεμα από τη ρίζα, όπως γινόταν επί τουρκοκρατίας. Έκοβαν με μια κοφτερή λαβίδα, ψαλίδιζαν δηλαδή, μόνο τον χόνδρο που χωρίζει τους δύο ρώθωνες. Έτσι η μύτη, χωρίς το εσωτερικό υποστήριγμα, έγερνε στο πλάι. Η αποκοπή του χόνδρου γινόταν από χειρουργό.

    ΓΛΩΣΣΟΤΟΜΙΑ

    Ποινή επί ψευδορκία.

    ΤΑΥΤΟΠΑΘΕΙΑ

    Πολλές φορές, έκοβαν το μέλος του σώματος που είχε προκαλέσει την εγκληματική πράξη ή επέβαλλαν την ταυτοπάθεια. Έκοβαν την γλώσσα του ψεύδορκου, έρριχναν στην πυρά τον εμπρηστή και φούρκιζαν τον φονιά ληστή στο σημείο ακριβώς που έγινε η ανθρωποκτονία.

    0 χρονογράφος Γεώργιος Κεδρηνός αναφέρεται στον βαρύ κολασμό με τη μέθοδο της ταυτοπάθειας μιας ομάδας αρρενοφθόρων (παιδεραστών) στον δεύτερο χρόνο της βασιλείας του Ιουστινιανού. Ανάμεσά τους και δύο επίσκοποι, ο Ησαΐας ο Ρόδιος και ο Αλέξανδρος Διοσπόλεως Θράκης. Ακρωτηριασμός των γεννητικών μορίων, έμπηξη μυτερών καλαμιών στην ουρήθρα, γύμνωση, περιαγωγή στους δρόμους, θάνατος.

    ΚΑΥΛΟΚΟΠΙΑ

    Ήταν θανατηφόρα εξαιτίας της αιμορραγίας που προκαλούσε. Με αποκοπή των γεννητικών οργάνων κολάζονταν και οι κτηνοβασία. Βλ. ταυτοπάθεια. Ο Ιουστινιανός και η Θεοδώρα χρησιμοποιούσαν την απειλή αποκοπής των γεννητικών μορίων ως όπλο τρομοκρατίας ή εκδικητικό μέσο εναντίον των αντιφρονούντων και μη υπάκουων. Για να εξοντώσει έναν επίφοβο εχθρό το αυτοκρατορικό ζεύγος έδινε εντολή να χαλκευθεί κατηγορία για παιδεραστία, με συνέπεια τον άμεσο ακρωτηριασμό του. Αυτή την τύχη είχε κάποιος Βασιανός που τόλμησε να μιλήσει σαρκαστικά για την Θεοδώρα.

    ΕΚΤΥΦΛΩΣΗ

    Στο Βυζάντιο τους ακρωτηριασμούς ακολουθεί σε συχνότητα η εκτύφλωση. Ως ποινή, βασανιστήριο, ανταπόδοση, ως προληπτικό ή κατασταλτικό μέτρο η εκτύφλωση κυριαρχεί στον δημόσιο και ιδιωτικό βίο επί αιώνες με την τραγικότητα και τη φρίκη που προκαλεί. Η ευκολία προσφυγής σ’ αυτή την αποτρόπαιη τιμωρία ή εκδίκηση εξεικονίζει, περισσότερο από κάθε άλλο κοινωνικό χαρακτηριστικό βίας και ανομίας, τα ήθη του Βυζαντίου.

    Κολασμός για τα εγκλήματα κατά της εξουσίας η εκτύφλωση είχε καταντήσει καθημερινό φαινόμενο εξαιτίας των μόνιμων εσωτερικών αναστατώσεων και των αδιάκοπων πολέμων, εξωτερικών και εμφύλιων, της πολιτικής διαφθοράς, των αναρίθμητων ανταρσιών, στάσεων και στρατιωτικών κινημάτων, των πραξικοπηματικών ανατροπών, της εξοντωτικής θρησκευτικής διαμάχης, του ανταγωνισμού των φατριών και της αρχομανίας… Θύματα αυτοκράτορες, πατριάρχες, στρατηγοί, βασιλόπαιδες, αξιωματούχοι. Αλλά και ιερόσυλοι, αιρετικοί και μάγοι…

    Η εκτύφλωση προβλεπόταν αρχικά από την νομοθεσία αλλά μόνο για τους ιερόσυλους. Με αυτοκρατορική, ωστόσο, εντολή ή συγκατάθεση θα επεκταθεί αυθαίρετα και στα εγκλήματα καθοσιώσεως, για κάθε δηλαδή επιβουλή κατά της εξουσίας και του βασιλικού οίκου… Ο αυτοκράτορας, επίγειος εκπρόσωπος του θεού, ενσαρκώνει το ιερό και όσιο, όποιος επιβουλεύεται τον μονάρχη και την εξουσία προσβάλλει τα ιερά και τα όσια, ασεβεί στο θείο, είναι επομένως ιερόσυλος…

    Δεν περνούσε μέρα στην Κωνσταντινούπολη χωρίς εξομματισμούς και φονικά, γράφει ο Νικήτας Χωνιάτης. … η βασανιστική αυτή ποινή εφαρμοζόταν με δύο τρόπους. Ο πρώτος, με πυρωμένο σίδερο που κρατούσε ο δήμιος μπροστά στα μάτια του θύματος. Ο δεύτερος, με τη χρησιμοποίηση αιχμηρών αντικειμένων ή με κάποιο καυτό ή κοχλαστό υγρό.

    Οι Βυζαντινοί συνήθιζαν και τις ομαδικές τυφλώσεις αιχμαλώτων. Κορυφαίο παράδειγμα, ίσως το πιο μαζικό και βάρβαρο της ιστορίας, η εκτύφλωση 15.000 Βουλγάρων στρατιωτών του Σαμουήλ, ύστερα από την μάχη του Μελένικου, το 1014.

    ΚΑΨΙΜΟ ΒΙΒΛΙΩΝ

    Το Βυζάντιο έχει και ένα άλλο θλιβερό προβάδισμα. Τη δημόσια ρίψη στην πυρά ανεπιθύμητων βιβλίων. Διαπομπεύονταν – «περιβωμίζονταν» – μάλιστα και οι κάτοχοί τους στους δρόμους της «βασιλεύουσας». Ήταν η εποχή που απαγορεύτηκε η διδασκαλία της φιλοσοφίας και έκλεισαν – το 529 με εντολή του Ιουστινιανού – οι αθηναϊκές σχολές. Όπως μας πληροφορεί ο χρονογράφος Ιωάννης Μαλαλάς ρίχτηκαν στην πυρά ελληνικά βιβλία των κλασσικών και μετακλασσικών χρόνων και έργα τέχνης πολυμίσητα για τη νέα θρησκεία.

    Δεν είναι το μοναδικό περιστατικό. Το 724 ο εικονομάχος αυτοκράτορας Λέων Γ΄ πρόσταξε να πυρποληθεί η περίφημη Οικουμενική Σχολή, το ανώτατο πνευματικό ίδρυμα της εποχής, όπου στεγαζόταν η μεγαλύτερη βιβλιοθήκη του Βυζαντίου, επειδή οι δάσκαλοι του εκπαιδευτηρίου αρνήθηκαν να γνωματεύσουν εναντίον της λατρείας των εικόνων.

    Οι χρονογράφοι Κεδρηνός, Ζωναράς, Γλυκάς και Μανασσής βεβαιώνουν ότι ο αυτοκράτορας έδωσε εντολή να κυκλωθεί από ένοπλους στρατιώτες το κτίριο κατά την διάρκεια της πυρκαγιάς και να απαγορευθεί η έξοδος του προσωπικού από τη Σχολή, με αποτέλεσμα να καούν όχι μόνο οι θησαυροί της βιβλιοθήκης αλλά και οι διδάσκαλοι.

    Εφτά περίπου αιώνες αργότερα, το 1463, δέκα χρόνια μετά την άλωση, ο πατριάρχης Γεννάδιος (Γεώργιος Σχολάριος) έκαψε το βιβλίο του Πλήθωνος (Γεμιστού) «Νόμοι», εξαιτίας εισηγήσεών του για πολιτικές, κοινωνικές και οικονομικές μεταρρυθμίσεις. Έτσι εγκαινίασε η Εκκλησία τη δράση της μετά τον σκλαβωμό του Γένους…

    Ο Μ. Κωνσταντίνος καίει βιβλία

    ΚΡΑΤΟΥΜΕΝΟΙ ΩΣ ΠΕΙΡΑΜΑΤΟΖΩΑ

    Οι Βυζαντινοί είναι οι πρώτοι που χρησιμοποίησαν κρατουμένους ως πειραματόζωα για ιατρική έρευνα. Έχουν, δηλαδή, τα πρωτεία στα λεγόμενα επιστημονικά βασανιστήρια. Ο Θεοφάνης μας πληροφορεί ότι επί Βασιλείου Β΄ Βυζαντινοί πράκτορες πήγαν στη Βουλγαρία με αποστολή την απαγωγή ενός χριστιανού εξωμότη. Οι πράκτορες κατόρθωσαν να τον αρπάξουν και να τον μεταφέρουν δέσμιο στην Κωνσταντινούπολη. Εκεί, αφού του έκοψαν χέρια και πόδια, κάλεσαν τους γιατρούς. Κι εκείνοι τον άνοιξαν ζωντανό με τα νυστέρια τους από τα γεννητικά όργανα ως το στέρνο για να μάθουν τα μυστικά του ανθρώπινου σώματος.

    ΔΙΑΠΟΜΠΕΥΣΗ

    Η διαπόμπευση, η ατιμωτική δηλαδή περιαγωγή καταδίκου στους δρόμους και η παράδοσή του στη χλεύη, στους ονειδισμούς αλλά και στις βάναυσες επιθέσεις του όχλου ήταν το κατ’ εξοχήν βυζαντινό βασανιστήριο. Άγριος βασανισμός ψυχικός και σωματικός γιατί η περιφορά των θυμάτων στην Αγορά συνοδευόταν όχι μόνο από τον ηθικό εκμηδενισμό τους, με τις λοιδορίες και τις προσβολές αλλά και από βιαιοπραγίες και κάθε λογής κακώσεις.

    Δεν ήταν «ιδία ποινή», αποκλειστική δηλαδή η διαπόμπευση, αλλά προσθετική, συμπληρωματική και εφαρμοζόταν πριν από την τελική τιμωρία – πριν από τη φυλάκιση, τον ακρωτηριασμό, την εκτύφλωση ή τη θανάτωση…

    Πριν από την διαπόμπευση, τον «θρίαμβο» όπως την αποκαλούσαν χλευαστικά, μαστίγωναν σκληρά τον κατάδικο, τον κούρευαν «εν χρω», τον ξούριζαν (μαλλιά, γένεια, μουστάκι, φρύδια), μουτζούρωναν το πρόσωπό του με καπνιά ή το άλειφαν με πίσσα, τον στεφάνωναν με μια πλεξάνα σκόρδα, τον τύλιγαν με βρωμερά άντερα από το χασαπιό, κρεμούσαν στο λαιμό του σαπιοκοιλιές και στους ώμους του κουδούνια.

    Κατά την πάνδημη περιαγωγή του στους δρόμους και στην αγορά ή στον Ιππόδρομο κάθιζαν το θύμα γυμνό ή ημίγυμνο σε γάιδαρο, παλιομούλαρο, ψωριασμένη καμήλα, ακόμα και σε γελάδα ανάστροφα και το υποχρέωναν να κρατάει την ουρά του υποζυγίου.

    Στην πομπή που σχηματιζόταν προπορεύονταν σαλπιγκτές και διαλαλητές. Και το πλήθος των συγκεντρωμένων περίεργων του πετούσαν στο πρόσωπο λάσπες και ανθρώπινες ακαθαρσίες, άδειαζαν πάνω του δοχεία με ούρα, τον χτυπούσαν στο στόμα με βορβορώδη εντόσθια σφαγίων. Μουτζούρωναν παλάμες και δάκτυλα με την καπνιά και τη γάνα των τσουκαλιών και των τζακιών, ζύγωναν τον «γαϊδουροκαθισμένο» και τον πασάλειβαν. Τον έφτυναν, τον πετροβολούσαν, τον χτυπούσαν με ραβδιά και μαστίγια, τον έβριζαν, τον λοιδορούσαν.

    Διαπομπεύονταν γιατροί που δεν εφάρμοζαν καλή θεραπεία με αποτέλεσμα να πεθάνει ο ασθενής. Ανάγκαζαν, μάλιστα, τον άτυχο Ασκληπιάδη να κρατάει κατά την περιαγωγή δοχείο νυκτός….

    Ακόμα και εκταφές και διαπομπεύσεις νεκρών γίνονταν στην Κωνσταντινούπολη. Όπως το πτώμα του αυτοκράτορα Λέοντος Ε΄ του Αρμενίου που ύστερα από τη δολοφονία στο ναό σύρθηκε – το 820 – στους δρόμους και ρίχτηκε στον Ιππόδρομο. Ξέθαψαν τον πατριάρχη Ιωάννη «μετά του ωμοφορίου» και έφεραν τα λείψανά του στον Ιππόδρομο σε ήμέρα αγώνων. Εκεί, μπροστά στο πλήθος, αφού αποκάλυψαν και μαστίγωσαν τον σκελετό – «έτυψε μαγκλάβια» – τον έκαψαν.

    ΑΠΙΣΤΕΥΤΕΣ ΦΡΙΚΑΛΕΟΤΗΤΕΣ

    Μετά το πραξικόπημα και τον αποκεφαλισμό του στρατηγού Αλέξιου Βρανά ο αυτοκράτορας Ισαάκιος Άγγελος πρόσταξε να περιαχθούν στους δρόμους της Πόλης το κεφάλι του κι ένα πόδι καρφωμένα σε παλούκια. Αλλά δεν αρκούσε η εκπόμπευση των λειψάνων του στασιαστή. Κατά την διάρκεια του επινίκιου γεύματος στο παλάτι ο αυτοκράτορας ζήτησε το κεφάλι του Βρανά και το κύλησε στο πάτωμα ανάμεσα στους συνδαιτημόνες. Άρχισαν τότε όλοι να το λακτίζουν πέρα – δώθε, «δίκην σφαίρας», όπως γράφει ο Ν. Χωνιάτης, που περιορίζεται να χαρακτηρίσει την πράξη του αυτοκράτορα «επεισόδιον ουκ ευπρεπές».

    Ο Αλέξιος Κομνηνός έβρασε κάποιον σε καζάνι και έστειλε ύστερα το πτώμα του στους οικείους του μέσα σε μεγάλο κοφίνι. Άλλον έκλεισε σε σακί και τον πέταξε στη θάλασσα. Για τον αρχηγό όμως των στασιαστών ήταν πιο εφευρετικός. Πρόσταξε να ετοιμάσουν ένα χαλκωματένιο στέμμα, άνοιξε τέσσερες τρύπες γύρω – γύρω, στερέωσε το «διάδημα» στο κεφάλι του θύματος και έμπηξε με σφυρί τέσσερα σιδεροκάρφια από τις τρύπες στο κρανίο…

    Οι αυτοκρατορικοί δήμιοι άλειφαν τα γένια και τα μουστάκια του δεμένου χεροπόδορα θύματος με κηρέλαιο και έβαζαν φωτιά με αποτέλεσμα να καίγεται το κεφάλι σαν αλειμματοκέρι. Άλλοτε, αντί κηρέλαιο, χρησιμοποιούσαν πίσσα και ελαιόλαδο.

    Κατά την περίοδο των ενδοχριστιανικών διενέξεων οι αντιμαχόμενες μερίδες συναγωνίζονταν σε βασανισμούς και κακουργίες, απαράλλαχτα όπως κατά τους θρησκευτικούς πολέμους στη Δύση. Έγδαραν λ.χ. το γενειοφόρο τμήμα του προσώπου ενός μοναχού βγάζοντας το δέρμα μαζί με τα γένεια (υπενθυμίζουμε ότι όλες οι πληροφορίες στο βιβλίο του Σιμόπουλου είναι τεκμηριωμένες και ότι από τις αποτρόπαιες αυτές πράξεις που αναφέρει μόνο ένα μέρος αντιγράφουμε εδώ).

    Η Θεοδώρα βασάνιζε τους εχθρούς της τυλίγοντας και σφίγγοντας με βούνευρο το κεφάλι τους τόσο πολύ που έβγαιναν τα μάτια από τις κόχες.

    ΓΔΑΡΣΙΜΟ ΖΩΝΤΑΝΩΝ ΑΝΘΡΩΠΩΝ

    Ο δρουγγάριος των βυζαντινών πλωίμων (στόλαρχος) Νικήτας Ωορύφας (Θ΄ αιώνας), που διακρίθηκε στις εκστρατείες κατά των Αράβων πειρατών, όταν αιχμαλώτιζε χριστιανούς εξωμότες στα εχθρικά καράβια, τους έγδερνε ζωντανούς. Χάραζε το δέρμα στον αυχένα και τραβούσε με δύναμη λωρίδες ως τις φτέρνες.

    ΒΡΑΣΙΜΟ ΣΕ ΚΟΧΛΑΣΤΗ ΠΙΣΣΑ

    Ο προηγούμενος Ωορύφας άλλους εξωμότες κρεμούσε με τροχαλία πάνω σε καζάνια με κοχλαστή πίσσα και τους άφηνε, χαλαρώνοντας τα σχοινιά, να βυθιστούν λέγοντας πως τους βαφτίζει στη νέα θρησκεία τους.

    ΑΝΑΣΚΟΛΟΠΙΣΜΟΣ – ΠΑΛΟΥΚΩΜΑ

    Η περιγραφή που ακολουθεί είναι από τον Σερραίο συγγραφέα Γιώργο Καφταντζή και αναφέρεται στο βιβλίο του «Η ΣΕΡΡΑΪΚΗ ΧΡΟΝΟΓΡΑΦΙΑ ΤΟΥ ΠΑΠΑΣΥΝΑΔΙΝΟΥ», έκδ. της Μητροπόλεως Σερρών 1989.

    «Το παλούκωμα (φούρκισμα, ανασκολοπισμός) γίνονταν δημόσια και σε θέση περίοπτη με τον εξής τρόπο. Έπαιρναν μια μακριά ως 3 μέτρα σούβλα σιδερένια ή ξύλινη με σιδερένια μύτη, την οποία κουβαλούσε ο κατάδικος στον ώμο ως τον τόπο του απαίσιου μαρτυρίου. Εκεί τον ξάπλωναν καταγής μπρούμυτα γυμνό μέχρι τη μέση και χειροπόδαρα με ανοιγμένα σκέλια. Ύστερα ο μπόγιας αφού ξέσχιζε το πανταλόνι και φάρδαινε με το μαχαίρι την τρύπα του απευθυσμένου, έχωνε τη σούβλα αλοιμένη λίπος για να γλιστρά και χτυπώντας σιγανά προσέχοντας να μη βλάψει βασικά όργανα όπως τα έντερα, καρδιά, πλεμόνια, την έβγαζε από το πίσω μέρος της δεξιάς πλάτης..»

    ΣΥΝΤΡΙΒΗ ΤΩΝ ΑΡΘΡΩΣΕΩΝ

    ΑΠΟΚΟΠΗ ΤΩΝ ΤΕΝΟΝΤΩΝ ΜΕ ΜΑΧΑΙΡΙ

    Προκαλούσε παράλυση.

    ΕΥΝΟΥΧΙΣΜΟΣ

    Μια από τις πολυδοκιμασμένες μεθόδους για οριστικό παραμερισμό, για αχρήστευση και στιγματισμό εχθρών, αντιπάλων αντιφρονούντων και κυρίως νεαρών διεκδικητών ή κληρονόμων του θρόνου ήταν ο ευνουχισμός… Αναρίθμητα τα περιστατικά βίαιου ευνουχισμού για πολιτικούς λόγους.

    Σχετικά άρθρα..
    ΑΓΙΟΣ ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ: ΦΟΝΙΑΣ- ΠΛΑΣΤΟΓΡΑΦΟΣ- ΕΜΠΡΗΣΤΗΣ- ΣΥΝΩΜΟΤΗΣ
    ΒΥΖΑΝΤΙΟ. ΟΙ ΔΙΩΞΕΙΣ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ ΣΕ ΤΑΙΝΙΑ
    Ορθόδοξη Ιερά Εξέταση
    Οι μεταθανάτιες τιμωρίες των σεξουαλικών παραπτωμάτων στις τοιχογραφίες των εκκλησιών
    Τελετή Μαύρης Μαγείας μέσα στα μαύρα μεσάνυχτα στο Οικουμενικό Πατριαρχείο!

  2. Ο/Η eklag λέει:

    »Αυτός ο αδίστακτος…προκάλεσε το Σχίσμα…»-»γελοίες δογματικές διαφορές»:
    οι Βοργίες ακόμα γελάνε ενώ η Κατερίνα Σφόρτσα ενέταξε την εμμονή του αρθρογράφου με τα σπλάτερ στο ταξινομικό εγχειρίδιο ψυχικών διαταραχών(DSM).

  3. Ο/Η Βολταίρος λέει:

    http://freeinquiry.gr/pro.php?id=569

    ΟΙ ΔΥΟ ΓΑΜΟΙ ΒΥΖΑΝΤΙΝΟΥ ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΑ ΜΕ ΑΝΔΡΕΣ

    Πώς ο Βασίλειος Α΄ ο Μακεδών
    νυμφεύτηκε τον ηγούμενο Νικόλαο
    και το γιό μιας πλούσιας χήρας

    Έγραψε στις 18.04.2009 ο/η: Λάζαρης Γιάννης

  4. Ο/Η ΝΙΚΟΣ Χ λέει:

    Περνάει δύσκολες μέρες και ο Φώτης Κουβέλης. Τον ξεφτιλιζουν οι βουλευτές του. Ο Αη Φώτιος βοήθεια του του μπάρμπα.

  5. Ο/Η Ἀριστοκλῆς λέει:

    Ὁ Φώτιος μόνον φιλαναγνώστης πρέπει νὰ ἦταν καὶ εἶναι ὑπερεκτιμημένος. Ἔχουν ἐνδιαφέρον τὰ βιβλία ποὺ ἀναφέρει στὴν Μυριόβιβλό του. Δὲν τὸν ἐνδιαφέρει ἡ Ἑλληνικὴ ἱστορία, ἀλλὰ ἡ Ῥωμαϊκὴ καὶ ἀπὸ τοὺς Ἕλληνες μόνον ὁ Ἡρόδοτος, ὁ Θεόπομπος καὶ ὁ Κτησίας. Ὁ Ἡρόδοτος γράφει τὴν ἱστορία ὡς σύγκρουσιν Ἀνατολῆς-Δύσεως, ὁ Θεόπομπος μιλᾷ πρῶτος γιὰ τοὺς Ἐτρούσκους καὶ ὁ Κτησίας γράφει γιὰ τὴν Ἰνδία καὶ τὴν Περσία. Ὑπῆρχαν Βυζαντινοὶ ποὺ θεωροῦσαν τὴν Νέα Ῥώμη κάτι σὰν ἐπιστροφὴ στὴν Τροία. Τροία-Αἰνείας καὶ Ῥώμη- Βυζάντιο Νέα Ῥώμη.

  6. Ο/Η Φιλομαθής νέος ψάχνει λέει:

    https://kleryhistorylessons.wordpress.com/%CE%BB%CE%B5%CF%89%CE%BD-%CE%BC%CE%B1%CE%B8%CE%B7%CE%BC%CE%B1%CF%84%CE%B9%CE%BA%CE%BF%CF%82-%CF%86%CF%89%CF%84%CE%B9%CE%BF%CF%82/

    ΛΕΩΝ ΜΑΘΗΜΑΤΙΚΟΣ & ΦΩΤΙΟΣ

    Posted by klery78.

    ΠΡΟΣΟΧΗ: (Το κείμενο που ακολουθεί είναι πολυτροπικό, δηλαδή περιλαμβάνει λέξεις που πίσω τους κρύβονται πρόσθετες πληροφορίες οι οποίες αποτελούν σημαντικό βοήθημα στην κατανόηση της ύλης. Μπορείς εύκολα να τις¨»ανακαλύψεις» κάνοντας κλικ πάνω τους!)

    Ίδρυση της σχολής της Μαγναύρας ( το κείμενο προέρχεται από το σχολικό εγχειρίδιο)
    …………………………….

  7. Ο/Η ΓΑΜΟΙ ΑΝΔΡΩΝ ΣΤΟ ΒΥΖΑΝΤΙΟ λέει:

    συμπληρωματικά για τον Βασίλειο τον Μακεδόνα και για τη σεξουαλική σχέση του με τον ηγούμενο

    http://freeinquiry.gr/pro.php?id=569

    ΟΙ ΔΥΟ ΓΑΜΟΙ ΒΥΖΑΝΤΙΝΟΥ ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΑ ΜΕ ΑΝΔΡΕΣ

    Πώς ο Βασίλειος Α΄ ο Μακεδών
    νυμφεύτηκε τον ηγούμενο Νικόλαο
    και το γιο μιας πλούσιας χήρας

    Έγραψε στις 18.04.2009 ο/η: Λάζαρης Γιάννης

    «Ο Βασίλειος Α΄ ο Μακεδών «προήχθη από ευτελούς υπηρέτου ενός των μεγιστάνων της Κωνσταντινουπόλεως εις το περίβλεπτον αξίωμα του μονάρχου της Ανατολής. Ίνα αξιωθή τοιαύτης μεταβολής της εαυτού τύχης, ουδέν μέγα ή απλώς γενναίον έπραξεν· απ’ εναντίας δεν ανέβη τας κυριωτέρας της κλίμακος εκείνης βαθμίδας ειμή δια πολυειδώς αισχρού εξευτελισμού και δια κακουργίας δεινής.» (Κ. Παπαρρηγόπουλου, «Ιστορία του Ελληνικού Έθνους», τ. 5, κεφ. Β΄.)

    Ο πρώτος γάμος μεταξύ ανδρών δεν έγινε το 2008 στην Τήλο, αλλά, σύμφωνα με πλείστες ιστορικές μαρτυρίες, τον θ΄ αι. μ.Χ. στην Κωνσταντινούπολη. Ένας άξεστος ιπποκόμος, φτωχός κι αγράμματος χωριάτης, αλλά όμορφος και με ωραία κορμοστασιά νέος, νυμφεύτηκε τον Νικόλαο, ηγούμενο μοναστηριού και μερικά χρόνια αργότερα έναν άλλο άνδρα, γιό πλούσιας χήρας, τον Ιωάννη. Μέσω αυτών των γάμων απόκτησε διασυνδέσεις στην Κωνσταντινούπολη και σύντομα έγινε «παρακοιμώμενος» του αυτοκράτορα Μιχαήλ Γ΄. Αργότερα, μέσα σε ένα λουτρό αίματος και οργίων κατάφερε να κατακτήσει ο ίδιος το θρόνο. Πρόκειται για τον Βασίλειο Α’ τον Μακεδόνα, τον πρώτο αυτοκράτορα της Μακεδονικής -λεγόμενης- δυναστείας.

    Οι γάμοι αυτοί του Βασιλείου με άνδρες είναι οι πρώτοι, που τεκμηριώνονται από ιστορικές πηγές, δεν είναι όμως πρωτόγνωροι στη χριστιανική παράδοση. Οι γάμοι μεταξύ ανδρών, ή «ενώσεις», ή «αδελφοποιήσεις», όπως συγκαλυμμένα ενίοτε λέγονται, έχουν πολύ βαθιές ρίζες στο χριστιανισμό ξεκινώντας από τη Βίβλο και φθάνοντας μέχρι τις μέρες μας (βλ «Άγια ζευγάρια ομοφύλων».)
    http://www.freeinquiry.gr/pro.php?id=565


    Ο γάμος του Βασιλείου Α΄ με τον Ιωάννη, όπως μας τον διασώζει στη «Χρονογραφία» του ο βυζαντινός αξιωματούχος (κουροπαλάτης και μέγας δρουγγάριος της βίγλας), Ιωάννης Σκυλίτζης. Διακρίνονται από αριστερά: Η μητέρα του Ιωάννη, Δανιηλίδα, το ζεύγος των μελλονύμφων Βασίλειος – Ιωάννης, ο ιερέας, που τελεί τον γάμο και πίσω του άλλοι ιερείς, ενώ ανάμεσα στο ζεύγος και στον ιερέα φαίνεται ανηγμένο το Ευαγγέλιο.

    Βασίλειος: Ένας γοητευτικός Αρμένιος

    Ο Βασίλειος γεννήθηκε κατά το 812 στα περίχωρα της Αδριανούπολης, από μια οικογένεια χριστιανών χωρικών, φτωχών αποίκων, πού οι περιστάσεις τους είχαν ξεριζώσει απ’ την πατρίδα τους την Αρμενία και που η τελευταία τους συμφορά, ο θάνατος του πατέρα, τους άφηνε τελειωτικά χωρίς κανένα πόρο. Ορισμένοι ιστορικοί υποστηρίζουν, ότι η καταγωγή του ήταν Αρμενο-σλαβική ή καθαρά Σλαβική. Το προσωνύμιο Μακεδών οφείλεται στη βυζαντινή γεωγραφική αντίληψη, κατά την οποία ορισμένα μέρη της Θράκης αποτελούσαν τμήμα της Μακεδονίας. Η Μακεδονική (Ελληνική) δήθεν καταγωγή του Βασιλείου είναι μεταγενέστερο ιστορικό ψεύδος· ούτε ο Βασίλειος, ούτε κανένας άλλος αυτοκράτορας του Βυζαντίου είχε Ελληνική καταγωγή (βλ. «Ούτε ένας έλληνας βυζαντινός αυτοκράτορας!»).

    Νόμισμα του «εν θεώ βασιλέως των ρωμαίων» -όχι των ελλήνων- Βασιλείου· το μεταγενέστερο- δήθεν- «Μακεδών», δεν υπάρχει πουθενά.

    Ο Βασίλειος, πού από­μεινε πια το μόνο στήριγμα της μητέρας και των αδελφών του, ήταν τότε εικοσιπέντε με εικοσιέξη χρόνων, ένα ψηλό και γεροδεμένο παλληκάρι, μέ γερά χέρια και στιβαρό κορμί. Πυκνά, σγουρά μαλλιά, πλαισίωναν το ζωηρό του πρόσωπο. Ολότελα αγράμματος, άλλωστε—δεν ήξερε ούτε να γράφει, ούτε να διαβάζει—ήταν απλά ένας ωραίος νέος. Αυτό στάθηκε αρκετό για να δημιουρ­γήσει τη μεγάλη τύχη του και να φτάσει στο σκοπό του χωρίς δισταγμούς στηριζόμενος όχι μόνον σε γυναίκες, αλλά κυρίως σε ομοφυλόφιλους άνδρες, που γοητεύτηκαν έντονα από την αθλητική του ομορφιά.

    Ο πρώτος γάμος του Βασιλείου με τον ηγούμενο

    Περί το 840, ρακένδυτος, με ένα ραβδί στο χέρι κι ένα δισάκι στον ώμο έφτασε ο Βασίλειος μιά Κυριακή απόγευμα αναζητώντας την τύχη του στην Κωνσταντινούπολη. Αφανισμένος από την κούραση, κατασκονισμένος κι ενώ κόντευε να νυκτώσει πλάγιασε κάτω από τα προπύλαια της εκκλησίας του Αγίου Διομήδη, που βρήκε μπροστά του, όπου δεν άργησε να αποκοιμηθεί βαθιά, χωρίς καθόλου να προσέξει και όπως έτυχε.

    Ο Νικόλαος, ηγούμενος του μοναστηριού, που παράρτημά του ήταν η εκκλησία (σύμφωνα με το Theophanes Continuatus, 5.9, σελ.223, ή προσμονάριος σύμφωνα με τον Συμεών το Λογοθέτη, «Περί Μιχαήλ και Θεοδώρας», 11, εκδ. Μπέκερ, σελ. 656) με έκπληξή του βλέπει τον καλοφτιαγμένο κοιμώμενο νέο. Το πρωί τον ξυπνά, τον προσκαλεί να τον ακολουθήσει και τον καθίζει στο τραπέζι. Του κάνει λουτρό και του δίνει καινούρια ρούχα («λούσας αυτόν και ιμάτιον περιβαλών»), συζούν («ομώροφον είχε και ομοδίαιτον», «Χρονικό» του Γεωργίου του Μοναχού στον Ίστριν, 2:5) και τελικά η γνωριμία τους πολύ σύντομα καταλήγει σε γάμο· ενώνονται με τελετή στην εκκλησία: «Τη δευτέρα ημέρα απελθών μετ’ αυτού εις το λουτρόν ήλλαξεν αυτόν και ελθών εν τη εκκλησία εποίησεν αδελφοποίησιν μετ’ αυτού και συνηυφραίνοντο εν αλλήλοις» (Γεωργίου Μοναχού στον Μόραβτσικ, σελ. 120.) Η τελευταία φράση θυμίζει το βιβλικό «και συνευφραίνου μετά γυναικός της νεότητός σου» («Παροιμίαι», 5:18), που αναφέρεται σε σχέση άνδρα – γυναίκας.

    Αδελφοποιία και …αδελφές

    Η ορολογία, που επισήμως χρησιμοποιεί η Εκκλησία για τους γάμους μεταξύ ανδρών είναι η Αδελφοποιία ή Αδελφοποίηση· ως τέτοια νοείται η με θρησκευτική τελετή -δήθεν πνευματική- ένωση δύο ανδρών, για την οποία γράφτηκε και επίσημη ευχή «εις Αδελφοποιίαν πνευματικήν», που διαβαζόταν από τον ιερέα μπροστά από το Ευαγγέλιο. Η Ακολουθία της Αδελφοποιίας όμως, είναι ολόιδια με την Ακολουθία του –γνωστού ετερόφυλου- Γάμου (ζευγάρι εμπρός από τον ιερέα, Ευαγγέλιο, κεριά, κουμπάρος, συγγενείς κ.τ.λ.).

    Στην πραγματικότητα δηλαδή, δεν πρόκειται για καμμία πνευματική ένωση, αλλά για κανονικό γάμο μεταξύ ανδρών και ευλογία από τον ιερέα της σαρκικής ομοφυλόφιλης ένωσης. Αυτό ομολογείται και από το ίδιο το «Πηδάλιον», στο οποίο αναφέρεται χαρακτηριστικά, ότι οι άνδρες κατά την αδελφοποιησία «υπανδρεύονται αναμεταξύ των». Το «Πηδάλιον» απαγορεύει τέτοιες τελετές χαρακτηρίζοντας τους νυμφίους ως «ψευδαδελφοποιητούς», που ικανοποιούν «τας ηδονάς και τα σαρκικά των θελήματα»: «Η δε λεγομένη αδελφοποιησία είναι εμποδισμένη από το λεʼ κεφ. του ιγ΄ τίτλου του εʼ βιβλίου του νόμου (σελ. 217, της Γιούρ Γραικορ.) τελείως να μην γίνεται, και αποβεβλημένη εστίν από την Εκκλησίαν του Χριστού… Όθεν η τοιαύτη αδελφοποιησία όχι μόνον δεν γίνεται, ή λογίζεται τελείως εμπόδιον εις το να υπανδρεύωνται αναμεταξύ των οι τοιούτοι ψευδαδελφοποιητοί, αλλʼ ουδέ όλως πρέπει να γίνεται. Απόβλητον γάρ εστι τούτο από την Εκκλησίαν του Χριστού, ως πολλών κακών και απωλείας πρόξενον ψυχικής εις τους περισσοτέρους, και ύλη δια να πληρόνουν τινες τας ηδονάς και τα σαρκικά των θελήματα, καθώς η δοκιμή μυρία έδειξε τα παραδείγματα κατά διαφόρους καιρούς και τόπους». («Πηδάλιο», «Περί συνοικεσίων», κεφάλαιο Ιʼ.)

    Για λόγους κοινωνικού κατατρεγμού η Εκκλησία -αντίθετη στην παράδοσή της- με εγκυκλίους της (7/2/1834, 26/9/1862) απαγόρευσε τελικά την τελετή Αδελφοποιίας απειλώντας με τιμωρίες τους παραβάτες λαϊκούς και ιερείς. Αδελφοί και αδελφές λέγονται οι μοναχοί/ές, αδελφάτα τα θρησκευτικά σωματεία, ενώ από την τελετή της Αδελφοποιίας προέκυψε και ο χαρακτηρισμός των ομοφυλοφίλων: αδελφές.

    Οι άνδρες («ψευδαδελφο- ποιητοί») κατά την αδελφο- ποιησία «υπανδρεύονται αναμεταξύ των» ικανοποιώντας «τας ηδονάς και τα σαρκικά των θελήματα».

    «Πηδάλιον»

    Τις ίδιες λέξεις (αδελφοποίησις, αδελφοποίητος) χρησιμοποιούν οι ιστορικοί στην περίπτωση της ένωσης στην εκκλησία των Βασιλείου – Νικολάου, όπου δεν υπάρχει καμμία νύξη φυλετικής ή οικογενειακής παραμέτρου για τη σχέση, ούτε για ανταλλαγή αί­ματος. Δεν έχει στρατιωτική σημασία, ούτε αναφέρονται συνθήκες, που να την προκάλεσαν (π.χ. διάσωση από κίνδυνο, σοβαρή ασθένεια κ.λπ..) Τόσο ο Βασίλειος όσο και ο Νικόλαος είχαν ζώντες αδελφούς με τους οποίους δια­τηρούσαν τακτικές και στενές επαφές, έτσι η πράξη τους δεν ήταν αποτέλεσμα επιθυμίας να αποκτήσουν αδελφό. Για τον Βασίλειο αναφέρονται τουλάχιστον δύο αδελφοί, οι Βάρδας και Μαριανός, οι οποίοι μάλιστα τον βοήθησαν στην μετέπειτα οργάνωση της δολοφονίας του αυτοκράτορα Μιχαήλ Γ΄, ο δε Νικόλαος είχε αδελφό ένα γιατρό, ο οποίος -όπως θα δούμε παρακάτω- φρόντισε να έρθει ο Βασίλειος σε επαφή με την αυτοκρατορική αυλή.

    Πρόκειται καθαρά για μια προσωπική σχέση, που έγινε για τους προσωπικούς λόγους του καθενός. Ο ηγούμενος ευφραίνετο από τον καλοφτιαγμένο Βασίλειο, ο οποίος, άν δεν είχε βρεί τον ηγούμενο, πιθανόν θα συνέχιζε να κοι­μάται στους δρόμους.

    ΑΚΟΛΟΥΘΙΑ ΕΙΣ ΑΔΕΛΦΟΠΟΙΗΣΙΝ

    Άγιον Όρος, μονή Παντελεήμονος, φύλλα 60-62

    ………………………………………………………………………………………………………….

    Η αγάπη του Θεοφιλίτση για το Βασίλειο

    Ο Βασίλειος ζητούσε επίμονα από το Νικόλαο να τον συστήσει σε κάποιον από τους επισήμους, που γνώριζε. Ο αδελφός του ηγούμενου, ένας γιατρός, είδε μια μέρα το Βασίλειο στο μοναστήρι, του φάνηκε πολύ καλοφτιαγμέ­νος και όμορφος και τον σύστησε σʼ έναν πελάτη του, τον Θεόφιλο, περισσότερο γνωστό με το προσωνύμιο Θεοφιλίτσης, συγγενή του κατέχοντα τότε τον τίτλο του Καίσαρα, Βάρδα, και του ίδιου του αυτοκράτορα Μιχαήλ Γ΄.

    Ο Θεοφιλίτσης ήθελε να έχει στην υπηρεσία του ανθρώπους δυνατούς και ψηλόκορμους, που τους έντυνε με θαυμάσιες, ολομέταξες φορεσιές. Του άρεσε να εμφανίζεται στον κόσμο μαζί μ’ αυτούς τους γίγαντες που τον συνόδευαν («εις σπουδήν έχον γενναίους άνδρας και ευειδείς και ευήλικας και επ’ανδρία μάλιστα και αρώμη σώματος διαφέροντας», «Τheophanes Continuatus, 5.9, σελ. 225.) Μόλις ο γιατρός του μίλησε για το Βασίλειο, θέλησε να τον δει, και γοητευμένος απ’ το παράστημά του, τον πήρε αμέσως για να φροντίζει τα άλογά του δίνοντάς του το αξίωμα του πρωτοστράτωρα. Ο Θεοφιλίτσης αγαπούσε το Βασίλειο κάθε μέρα και περισσότερο («και ημέραν εξ ημέρας επί πλέον ηγαπάτο παρ’ αυτού».)

    Ο δεύτερος γάμος του Βασιλείου με το γιό της πλούσιας χήρας

    Ο Βασίλειος, έμεινε αρκετά χρόνια στο σπίτι του Θεοφίλτση και σ’ αυτό το διάστημα είχε μια περιπέτεια, που εξασφάλισε οριστικά το μέλλον του. Κάποτε, που ο αφέντης του πήγε με κάποια αποστολή στην Πελοπόννησο, ο Βασίλειος τον συνόδευσε σαν ιπποκόμος του, αλλά στο ταξίδι αρρώ­στησε και αναγκάσθηκε να σταματήσει στην Πάτρα. Στο ναό του Αγίου Ανδρέα του Πρωτοκλήτου γνωρίστηκε με ένα καλόγερο, ο οποίος τον έφερε σε επαφή με μιά πλούσια ώριμη χήρα, η οποία ήταν ίσως και γιαγιά και ονομαζόταν από το όνομα του ανδρός της Δανιήλ, Δανιηλίδα.

    Η περιουσία της Δανιηλίδας ήταν αφάνταστα μεγάλη («πλού­τη βασιλικά και όχι απλού ιδιώτη» μας λέει ο χρονογράφος.) Είχε πολλούς δούλους, απέραντα κτήματα, κοπάδια αμέτρητα, εργοστάσια, όπου γυναίκες ύφαιναν για λογαριασμό της υπέροχα μεταξωτά, θαυμάσια χαλιά, και ε­ξαίσια και λεπτά λινά. Το σπίτι της ήταν γεμάτο από πλού­σια ασημένια και χρυσά σκεύη. Στα σεντούκια της ήταν στοι­βαγμένα λαμπρά φορέματα, οι κασέλες της ξεχείλιζαν από βέργες σε πολύτιμα μέταλλα. Είχε ιδιόκτητο ένα μεγάλο μέρος της Πελοποννήσου, και όπως λέει κάποιος ιστορικός, ήταν πραγματικά «η βασίλισσα του τόπου».

    Της Δανιηλίδας της άρεσε η πολυτέλεια και η επίδει­ξη, της άρεσαν όμως και οι ωραίοι άνδρες Έτσι κινήθηκε το ενδιαφέρον της για το Βασίλειο, τον οποίο καλοδέχθηκε και τον περιποιήθηκε στο σπίτι της αναπτύσσοντας σύντομα πολύ στενές σχέσεις.

    Ο Βασίλειος νυμφεύτηκε τελικά το γιό της χήρας, Ιωάννη. Το γεγονός πρέπει να είχε προξενήσει μεγάλη εντύπωση, καθ’ ότι αφ’ ενός επιβεβαιώνεται από διάφορες ιστορικές πηγές κι αφ’ ετέρου ο λόγιος και αξιωματούχος της βυζαντινής αυλής, Ιωάννης Σκυλίτζης, έχει φιλοτεχνήσει δύο εικόνες του γάμου στη «Χρονογραφία» του, μία από την εκκλησία και μία από το γαμήλιο γεύμα.


    Το γαμήλιο γεύμα. Στη μέση διακρίνεται η μητέρα του Ιωάννη, Δανιηλίς, κι εκατέρωθεν αυτής το ζεύγος των νεονύμφων· αριστερά ο Βασίλειος Αʼ και δεξιά ο Ιωάννης. [Οι χαρακτήρες αναγνωρίζονται από τα ονόματα, τα οποία είναι γραμμένα από επάνω τους (Ιωάννου Σκυλίτζη, «Χρονογραφία».)]

    Όταν επί τέλους ο Βασίλειος αποφάσισε να φύγει, η Δανιηλίς του έδωσε χρήματα, όμορφες φορεσιές, και τριάντα δούλους για να τον υπηρετούν. Με όλα αυτά ο φτωχός ιπποκόμος έγινε ένας μεγάλος άρχοντας, και μπόρεσε να παρουσιασθεί στον κόσμο και ν’ αγοράσει και μερι­κά κτήματα στη Μακεδονία.

    Χρόνια αργότερα, όταν ο Βασίλειος έγινε αυτοκράτορας πήρε τον Ιωάννη κοντά του δίνοντάς του το αξίωμα του πρωτοσπαθαρίου, ενώ τη Δανιηλίδα, όταν τον επισκέφθηκε στην Κωνσταντινούπολη, την υποδέχθηκε στα ανάκτορα της Μαγναύρας σα βασίλισσα και της παρα­χώρησε επίσημα τον τίτλο της βασιλομήτορος.

    Άλλο γάμο με άνδρα δεν έκανε ο Βασίλειος. Θα ολοκληρώσουμε όμως, εν συντομία την ιστορία της ζωής του, προκειμένου να φανεί ξεκάθαρα, ότι ο αγράμματος Βασίλειος καμμία πνευματική ανησυχία δεν είχε, ώστε να κάνει πνευματικές ενώσεις, όπως παρουσιάζονται εξωραϊσμένα οι γάμοι του με τους άντρες από ορισμένους χριστιανούς ιστορικούς. Παρέμεινε σε όλη του τη ζωή, το ίδιο ανθρώπινο πλάσμα, το πρωτόγονο και άξεστο, με τα σκληρά και βάναυσα ενστικτα και τα βίαια πάθη. Στάθηκε πάντα ένας συμφεροντολόγος, ένας άνθρωπος με ταπεινή ψυχή, χωρίς κανένα ενδοιασμό και καμμιά λε­πτότητα, χωρίς τιμή.

    Παρακοιμώμενος του αυτοκράτορα

    Οταν ο Βασίλειος γύρισε απ’ την Πάτρα στην Κωνσταντινούπολη ξαναμπήκε στην υπηρεσία του Θεοφιλίτση, οπότε δύο απρόοπτα περιστατικά τον έφεραν σʼ επαφή με τον αυτοκράτορα Μιχαήλ Γ΄. Ο αυτοκράτορας ήταν Εβραϊκής καταγωγής, ανίκανος, βωμολόχος, διεφθαρμένος και μέθυσος· με αυτό το προσωνύμιο έμεινε γνωστός στην Ιστορία: Μιχαήλ Γ΄ ο Μέθυσος. Ο Μιχαήλ διασπάθιζε σε γελοία έξοδα το δημόσιο χρήμα. Διοργάνωνε με το επιτελείο του όργια, τα οποία ξεκινούσαν με γελωτοποιούς και μίμους, αλλά κατέληγαν σε ακρωτηριασμούς ανυπόπτων πολιτών, θανατικές εκτελέσεις κ.λπ.. Ο Πατριάρχης Φώτιος εύρισκε πολύ αστείες τις διασκεδάσεις του αυτοκράτορα και πρόθυμα τον συναγωνιζόταν στο τραπέζι πίνοντας περισσότερο κι απ’ τον ίδιο.

    Σε ένα τέτοιο όργιο ο Βασίλειος πάλαιψε και νίκησε έναν -ανίκητο εως τότε- Βούλγαρο παλαιστή. Λίγες μέρες αργότερα κατάφερε να δαμάσει και ένα ωραιότατο άλογο, που κάποιος επαρχιακός διοικητής είχε στείλει στον Μιχαήλ και κανένας δεν μπορούσε να καβαλήσει. Ο βασιλιάς, ο οποίος αρεσκόταν τόσο στην παρέα γυναικών, όσο και ανδρών, κατάμαγεμένος απέσπασε από τον Θεοφιλίτση αυτό το όμορφο παλληκάρι, που ήταν τόσο καλός ιπποκόμος και τόσο ρωμαλέος παλαιστής, τον κατέταξε στους δικούς του ιπποκόμους και του έδωσε το αξίωμα του πρωτοστράτωρα.

    Όταν αργότερα ο Σκύθης ευνούχος παρακοιμώμενος του Μιχαήλ καθαιρέθηκε τη θέση του -ύστερα από πρόταση του Βάρδα- κατέλαβε ο Βασίλειος, τον οποίο άλ­λωστε ο Μιχαήλ λάτρευε. Δεν κου­ραζόταν να λέει, πως μόνον αυτός ήταν ένας υπηρέτης πι­στός και αφοσιωμένος.


    Δακτύλιος του Βασιλείου ως παρακοιμώμενου.

    Ο παρακοιμώμενος ήταν αξίωμα στη βασιλική αυλή του Βυζαντίου. Προήλθε από το γεγονός, ότι ο αξιωματούχος αυτός κοιμόταν πρό της θύρας του βασιλικού κοιτώνα. Η άμεση σχέση του παρακοιμώμενου με τον βασιλιά εξηγεί, γιατί έλαβε το αξίωμα αυτό τόση μεγάλη σημασία. Ήταν πολλές περιπτώσεις, που οι παρακοιμώμενοι εκτελούντες καθήκοντα άμεσου βοηθού του βασιλιά για την άσκηση της εξουσίας ήταν αυτοί, που ουσιαστικά κυβερνούσαν το βυζαντινό κράτος.

    Τη θέση του παρακοιμώμενου ασκούσαν -για ευνόητους λόγους- ευνούχοι. Στην περίπτωση όμως, του διεφθαρμένου αυτοκράτορα Μιχαήλ η κατάληψη της θέσης του παρακοιμώμενου από τον σφριγηλό ερωτικά και όμορφο Βασίλειο ήταν η πλέον ενδεδειγμένη.

    Αίμα, ηδονή, θάνατος

    Αργότερα, ο Μιχαήλ πάντρεψε τον ευνοούμενό του με την ερωμένη του, την Ευδοκία Ιγγερίνα, η οποία ήταν πολύ όμορφη και ο Μιχαήλ την είχε αρκετά χρόνια ερωμένη. Την έδωσε -λένε- στο Βασίλειο με τη συμφωνία πως οι σχέσεις Μιχαήλ – Ευδοκίας θα εξακολουθούσαν. Η σύμβαση φαίνεται πως τη­ρήθηκε τόσο καλά, πού οι αμερόληπτοι χρονογράφοι αναγνωρίζουν τον Μιχαήλ σαν πα­τέρα τών δύο πρώτων παιδιών του Βασιλείου (Κωνσταντίνου και Λέοντος – μετέπειτα αυτοκράτορα.)

    Οι παλατια­νοί συγγραφείς πιο διακριτικοί φυσικά, γύρω άπό ένα τόσο λεπτό ζήτημα, προσπάθησαν αντίθετα να εξυμνήσουν, όχι μόνο την ομορφιά και τη χάρη της Ευδοκίας, μα ακόμα και τη σύνεση και την αρετή της. Όμως, κι αυτή ακόμα η επι­μονή τους δείχνει πως υπήρχε κάπου ένα νευραλγικό σημείο, κάπως ενοχλητικό για τη Μακεδονική δυναστεία. Μο­νάχα ο Βασίλειος φαίνεται πως συμβιβάστηκε άκοπα με αυτή τη δύσκολη κατάσταση. Είχε άλλωστε και τον τρόπο να παρηγορηθεί. Ήταν ερωμένος της Θέκλας, της αδελφής του αυτοκράτορα και ο Μιχαήλ έκλεινε τα μάτια του μπροστά σ’ αυτό το σύνδεσμο, όπως και ο Βασίλειος έκλεινε τα δικά του μπροστά στη μοιχεία της γυναίκας του. Έτσι λοι­πόν όλοι αυτοί αποτελούσαν την πιο όμορφη οικογένεια, που μπορεί κανείς να φαντασθεί.

    Όταν ο Βασίλειος διείδε, ότι ο Καίσαρας Βάρδας αποτελούσε εμπόδιο στις φιλοδοξίες του τον συκοφάντησε στον αυτοκράτορα και τελικά με συνεργό τον γαμπρό του Βάρδα, Συμβάτιο, τον σκότωσε. Το πτώμα του Βάρδα μπροστά στα μάτια του αδιάφορου ή ανίσχυρου αυτοκράτορα κομματιάστηκε, ενώ οι όρχεις του κρεμάστηκαν σε κοντάρι και τους γυρόφερναν για θέαμα. Ο Πατριάρχης Φώτιος, σαν καλός αυλικός, έσπευσε να συγχαρεί τον αυτοκράτορα, που ξέφυγε από τόσο μεγάλους κινδύνους. Ο Βασίλειος ήταν τώρα ο νικητής και ο Μιχαήλ την ημέρα της Πεντηκοστής της 26ης Μαίου 866, τον ανακήρυξε συμβασιλέα.

    Η ευγνωμοσύνη δέν ήταν η χαρακτηριστική αρετή του Βασιλείου. Επειδή οι χθεσινοί του συνένοχοι και ιδιαίτερα ο Συμβάτιος του ζητούσαν απαιτητικά το μερίδιο τους από την εξουσία και τις τιμές, αφού τώρα πια του ήταν άχρηστοι τους έδιωξε χωρίς κανέναν ενδοιασμό και όταν οι δυσαρεστημένοι εστασίασαν, ο Βασίλειος τιμώρησε αυστηρά την ανταρσία τους. Τους έβγαλε τα μάτια και αφού έκοψε το δεξί χέρι του Συμβάτιου και τη μύτη ενός άλλου συνεργάτη του, τους εξόρισε.

    Ο Μιχαήλ, που συνέχισε τα μεθύσια και τις διασκεδάσεις και «ξόδευε τους θησαυρούς του Κράτους σκορπίζοντας το χρήμα με το φτυάρι με κίναιδους, οργανοπαίκτες, χορεύτριες κι ένα πλήθος από ακόλαστους ανθρώπους», ήταν τώρα το τελευταίο εμπόδιο, που είχε απομείνει στον Βασίλειο στην προσπάθειά του για αναρρίχηση στον αυτοκρατορικό θρόνο. Έτσι, στις 23 Σεπτεμβρίου του 867, ύστερα από ένα ακόμα μεθύσι του Μιχαήλ σε δείπνο στό παλάτι του Αγίου Μάμαντα ο Βασίλειος με τους συνεργάτες του δολοφονούν τον Μιχαήλ· πρώτα του κόβουν και τα δύο χέρια κι ύστερα τον ξεκοιλιάζουν χύνοντας τα εντόσθιά του στο πάτωμα.

    Παραμερίζοντας όλα τα εμπόδια που τον χώριζαν από τό θρόνο, ο Βασίλειος ήταν αυτοκράτορας. Πρώτη του φροντίδα ήταν να εγκαταστήσει στα διαμερίσματα της νόμιμης αυτοκράτειρας τη γυναίκα του, την Ευδοκία Ιγγερινή, που ως την τελευταία στιγμή ήταν η ερωμένη του Μιχαήλ Γ΄, αν και είχε δώσει το λόγο του στη Θέκλα. Λίγα χρό­νια αργότερα, απόκτησε μάλιστα απʼ αυτήν ένα γιό, που ήταν το πρώτο νόμιμο παιδί του, και ύστερα, άλλες τέσσερες θυγατέρες (τις έβαλε σε μοναστήρι, προκειμένου να τις αποκαταστήσει.) Βλέπουμε πώς την ψυχή του Αρμένιου χωριάτη, που είχε μείνει χυδαία, στο βάθος της δεν τη δυσκόλευαν τέτοιες μάταιες λεπτότητες.

    Κατά τη διάρκεια της βασιλείας του γνωρίζοντας την επιρροή και δύναμη, που είχαν οι καλόγεροι έκτισε περί τα εκατό μοναστήρια, τους ενίσχυε συνεχώς και τους κολάκευε. Εκείνη την εποχή οι καλόγεροι έγιναν οι πιο αφοσιωμένοι και πιστοί στυλοβάτες της μακεδονικής δυναστείας. Έπίσης ξόδεψε πολλά χρήματα για την ανακαίνιση, τη διακόσμηση και το στολισμό με εικόνες του ναού των Αγίων Στεργίου και Βάκχου, που αναφέρονται στις
    Ο Βασίλειος πέθανε το 886 σε ηλικία εβδομηντατεσσάρων ετών κατά τη διάρκεια κυνηγιού. Είναι πολύ πιθανόν να δολοφονήθηκε, όπως ο Βάρδας κι ο Μιχαήλ, κι αυτός από συνωμοσία (βλ. σχετική μελέτη του Vogt: “La jeunesse de Leon VI”, στη “Revue Historique”, τ. 174, 1934) αν και βυζαντινές πηγές ισχυρίζονται, ότι σκοτώθηκε από τα κέρατα ελαφιού (Λέων Γραμματικός, 262.)

    ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

    «Ιστορία του Ελληνικού Έθνους», Εκδοτική Αθηνών.

    Κ. Παπαρρηγόπουλου, «Ιστορία του Ελληνικού Έθνους».

    Γ. Κορδάτου, «Μεγάλη Ιστορία της Ελλάδας».

    Κ. Σάθα, «Μεσαιωνική Βιβλιοθήκη».

    Ι. Σκυλίτζη, «Χρονογραφία», εκδ. «Μίλητος», Αθήνα.

    Βασίλιεφ, «Ιστορία της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας 324-1453», εκδ. «Μπεργαδή».

    Καρόλου Ντίλ, «Βυζαντινές μορφές», εκδ. «Μπεργαδή», Αθήνα, 1969.

    Τζών Μπόσγουελ, «Γάμοι μεταξύ ανδρών», εκδ. «Σ.Ι. Ζαχαρόπουλος», Αθήνα, 2004.

    Εγκυκλοπαίδειες «Ήλιος», «Πάπυρος Λαρούς».

  8. Ο/Η Παλιός λέει:

    Έθνος, 20.5.1997

    http://historyreport.gr/index.php/%CE%A0%CF%81%CF%8C%CF%83%CF%89%CF%80%CE%B1/2401-2012-09-05-10-12-19

    Συμεών, ο πρώτος Βούλγαρος βασιλιάς

    Η ίδρυση της Μακεδονικής Δυναστείας και η άνοδος των Βουλγάρων

    Το πούθε κρατάει η σκούφια του ιδρυτή της Μακεδονικής δυναστείας αυτοκράτορα Βασίλειου Α’ του Μακεδόνα αποτέλεσε αντικείμενο τεράστιας διαμάχης και έρευνας. Όλοι οι Βαλκάνιοι σοβινιστές καβγατζήδες θεωρούν πως η καταγωγή του αποτελεί ακαταμάχητο επιχείρημα στην εθνικιστική τους φαρέτρα. Βυζαντινές πηγές αναφέρουν ότι καταγόταν από την Αρμενία. Αραβικές τον ήθελαν από σλαβική οικογένεια. Άλλες πηγές τα συνδύασαν και αποφάνθηκαν ότι ο Βασίλειος κατάγεται από αρμενική και σλαβική οικογένεια, που εξελληνίστηκε πολύ πιο πριν από τον ένατο αιώνα: Την εποχή εκείνη, οι γονείς του κατοικούσαν στην περιοχή της Αδριανούπολης ή της Χαριούπολης, στη Θράκη, που διοικητικά ανήκε στη Μακεδονία.

    Στα 812, ο ηγεμόνας των Βουλγάρων, Κρούμμος, λεηλατούσε όλη τη Θράκη και εξανάγκασε 10.000 αιχμαλώτους να μετεγκατασταθούν πέρα από τον Δούναβη. Ανάμεσά τους ήταν και η οικογένεια του νεογέννητου Βασίλειου. Κατάφεραν να επιστρέψουν στη Θράκη το 837, όταν ο Βασίλειος ήταν πια 25 χρόνων: Αγράμματος, πανέξυπνος, πανέμορφος, με τρομερή μυϊκή δύναμη και καταπληκτική ιππευτική δεινότητα αλλά και με ιδιαίτερα αριστοκρατικούς τρόπους.

    Στα 856, ήταν ιπποκόμος του αυλικού αριστοκράτη Θεοφιλίτζη, τον οποίο ακολούθησε σ’ ένα ταξίδι στην πόλη της Πάτρας. Ο εκεί φεουδάρχης Δανιήλ είχε πεθάνει αφήνοντας στην απαρηγόρητη χήρα του, Δανιηλίδα, αμύθητη περιουσία. Όσο να τελειώσει ο Θεοφιλίτζης τις δουλειές του, ο Βασίλειος πρόλαβε να χαρίσει στη χήρα κάμποσες αξέχαστες νύχτες. Έφυγε πλουσιότερος σε χρήμα και σε γνώση, καθώς έμαθε και το τι σημαίνει να διατηρεί καλές σχέσεις με την υψηλή κοινωνία και το ιερατείο.
    ……….
    Στο εξής, Μιχαήλ και Βασίλειος μπεκρούλιαζαν παρέα. Η νύχτα της 23ης Σεπτεμβρίου 867 τους βρήκε στο εξοχικό παλάτι να ξεπερνούν τα όρια της κραιπάλης. Ο Μιχαήλ έπεσε ξερός από το ποτό. Ποτέ δεν ξύπνησε: Ο Βασίλειος βρήκε ιδανική ευκαιρία να τον δολοφονήσει. Αναγορεύτηκε αυτοκράτορας: Βασίλειος Α’ ο Μακεδόνας, ιδρυτής της ένδοξης Μακεδονικής δυναστείας.

    Τα νέα έφτασαν ως την Πάτρα, όπου ζούσε ακόμα η Δανιηλίδα. Θυμήθηκε εκείνες τις πριν από 21 χρόνια αξέχαστες νύχτες κι αποφάσισε, πριν να τον επισκεφθεί, να του στείλει ένα δωράκι: Το πακέτο περιελάμβανε 400 νέους, 100 ευνούχους, 100 παρθένες, 400 κομμάτια ύφασμα πυκνοϋφασμένο, 100 κομμάτια ύφασμα αραχνοΰφαντο κι ανάλογο αριθμό από χρυσά κι ασημένια επιτραπέζια σκεύη. Η ίδια ακολούθησε με μια συνοδεία από 300 δούλους. Κι όταν ο Βασίλειος πέθανε στο κυνήγι (886), η Δανιηλίδα κληροδότησε στον διάδοχό του Λέοντα Στ’ (886 – 912) ογδόντα επαύλεις και αγροκτήματα, τεράστια περιουσία σε ρευστό, κοσμήματα, οικιακά σκεύη, πολύτιμα έπιπλα, πολυτελή υφάσματα, αναρίθμητα ζώα και χιλιάδες δούλους. Τόσο όμορφα είχε περάσει.
    ………….
    Η ζωή του πρώτου βασιλιά της Βουλγαρίας Συμεών είναι η μικρογραφία της βαλκανικής ιστορίας στα μεσαιωνικά βυζαντινά χρόνια, κοιταγμένη από την «άλλη πλευρά». Νεαρός, βρέθηκε στην Κωνσταντινούπολη, όπου μεγάλωσε και ανατράφηκε ελληνικά, διάβασε κι αγάπησε τα έργα του Αριστοτέλη και τους λόγους του Δημοσθένη κι έφτασε στο σημείο να αποκαλείται Semigraecus (Μισοέλληνας). Ο ίδιος έβρισκε χρόνο και για να συγγράφει. Το πρώτο που έκανε ως ηγεμόνας, ήταν να μεταφέρει την πρωτεύουσά του, από την Πλίσκαβα, στην Πρεσλάβα (το μετέπειτα Εσκί Σταμπούλ των Τούρκων, αν και ξαναπήρε το όνομά της στα 1878).

    Οι Βυζαντινοί βρήκαν έδαφος να δράσουν. Με διάταγμα, εκτόπισαν τους Βούλγαρους εμπόρους από την αγορά της Κωνσταντινούπολης και τους έδωσαν χώρο στη Θεσσαλονίκη. Η ενέργεια αυτή τόνωσε τις σχέσεις Βουλγαρίας – Θεσσαλονίκης, έπληξε όμως τα βουλγαρικά συμφέροντα στην πρωτεύουσα. Ο Συμεών διαμαρτυρήθηκε αλλά δεν υπήρχε άνθρωπος να τιθασεύσει την αριστοκρατία. Αποφάσισε να δράσει, όπως αυτός ήξερε. Η εισβολή του στη Μακεδονία ταρακούνησε την αυτοκρατορία.

    …………..

    Η ελληνοκεντρική ιστορία παρουσιάζει τον πρώτο τσάρο των Βουλγάρων περίπου ως ληστή τρομοκράτη των βόρειων περιοχών της αυτοκρατορίας. Ήταν όμως στ’ αλήθεια ο πρώτος πραγματικός βασιλιάς του λαού του. Κι είναι ευτύχημα για το ελληνικό στοιχείο το ότι είχε ελληνική παιδεία. Μέσα από αυτήν, η ελληνική κουλτούρα πέρασε στον βουλγαρικό λαό, που έγινε το κανάλι για τη διοχέτευση της γνώσης και στους κατακτημένους από τον Συμεών Σλάβους. Όπως νωρίτερα οι Σλάβοι έγιναν το κανάλι μέσα από το οποίο πέρασε η διδασκαλία του χριστιανισμού και στους Βουλγάρους. Άλλωστε, τα χρόνια της βασιλείας του Συμεών δεν χαρακτηρίζονται τόσο από τους πολέμους του με το Βυζάντιο, όσο για το ότι αποτέλεσαν τον χρυσό αιώνα του παλαιοσλαβικού πολιτισμού. Τότε ήταν που άνθισε και για πρώτη φορά η σλαβική φιλολογία, ενώ οι μεταφράσεις των αρχαίων στα σλαβικά είναι πολύτιμες για την επιστήμη, καθώς χάθηκαν πολλά πρωτότυπα κείμενα και μόνο μέσα από αυτές τα γνωρίζουμε.
    …………………….

    Έθνος, 20.5.1997

  9. Παράθεμα: Η Μεγάλη Σύνοδος, μια εκκωφαντική αποτυχία | Ροΐδη και Λασκαράτου Εμμονές

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s