Ο Αργύρης Χιόνης, δεν είναι πια εδώ…

Δεν είναι πλέον ουρανός αυτός, είν’ ένα γαιοβάμον σκότος που μας πνίγει
Αργύρης Χιόνης, από τη συλλογή «Εσωτικά Τοπία», εκδόσεις Νεφέλη

(1943 - 2011)

ΣΕ ΗΛΙΚΙΑ 68 ετών πέθανε το απόγευμα των Χριστουγέννων -από καρδιακή προσβολή- ο Αργύρης Χιόνης, ένας από τους σημαντικότερους ποιητές της γενιάς του ’70, στο Θροφαρί Κορινθίας όπου ζούσε τα τελευταία 20 χρόνια.

Ο Αργύρης Χιόνης γεννήθηκε τον Απρίλιο του 1943 στην Αθήνα, στα Σεπόλια, από γονείς νησιώτες, εσωτερικούς μετανάστες. Ολοκλήρωσε τις σπουδές του στο 2ο Νυχτερινό Γυμνάσιο Αθηνών.  [Πρώτο Θέμα]

Ο ΦΩΤΟΓΡΑΦΟΣ
Πως βρέθηκα ισόβια κλεισμένος
στον σκοτεινό ετούτο θάλαμο;
Πως τη ζωή μου έταξα, χωρίς ενδοιασμό,
στην τέχνη αυτή την άχαρη;
Τα χημικά τα νύχια μου μαυρίζουν,
τ’ απανωτά τσιγάρα καίνε τα πλεμόνια μου,
ήλιο δεν έχει η μέρα μου, η νύχτα μου σελήνη,
μονάχα ένα λαμπιόνι κόκκινο, θαμπό
φωτίζει δεν φωτίζει φιν ψυχή μου.
Και τα αρνητικά αρνητικά να μένουν
μορφές, πού θα ‘σαν κάποια ανακούφιση, επιμένουν
να μοιάζουνε φαντάσματα φρικτά•
μαύρα τα πρόσωπα, άδεια τα μάτια, άσπρα τα μαλλιά.
(από την ενότητα ‘Προσωπεία’)
~~~

VIII
Το σπίτι μου δεν βρίσκεται σε όροφο• ισόγειο είναι χωρίς υπόγειο. Ποιος μου χτυπά λοιπόν, τις νύχτες, το πάτωμα από κάτω, ποιος μου φωνάζει οργισμένος: “Χαμήλωσε τη μουσική• υπάρχει κόσμος που κοιμάται, κόσμος εργαζόμενος, νεκρός από τον μόχθο!”.

(από την ενότητα “Εκδοχές του τέλους, I-XVII”)
~~~

Η φωνή της, στο τηλέφωνο, ήταν τόσο γλυκιά, τόσο ζεστή, τόσο φρέσκια, που του’ ρχότανε να φάει το ακουστικό. Τό ‘φαγε κι ήτανε γλυκό κι αφράτο σαν τσουρέκι. Τώρα, η φωνή της ηχεί, μέσα στα σπλάχνα του, ακόμη πιο γλυκιά, ακόμη πιο ζεστή, ακόμη πιο φρέσκια.

(από την ενότητα “Παίγνια και σάτιρες”)

Αργύρης Χιόνης, «Ό,τι περιγράφω με περιγράφει» – ποίηση δωματίου. Εκδ. Γαβριηλίδη

ΠΗΡΑ ΣΩΛΗΝΕΣ χάλκινους κι ατσάλινους και τους συνέδεσα, με μούφες και αρμούς, σε ένα σύστημα περίπλοκα σοφό, και μες στη γη τους έχωσα, βαθιά μέσα στη γη, αφήνοντας μιαν άκρη μόνο έξω απ’το χώμα, προσμένοντας (και μου φαινόταν λογικό, μετά από τόση σκέψη, τόσο κόπο και σχεδιασμό) να ξεπηδήσει από κει νερό. Τίποτε όμως, ούτε μια σταγόνα δεν ανάβρυζε απ’ το σύστημα.
—Οργίστηκα και άρχισα με λύσσα να ποδοπατώ τη γη και μ’ επονείδιστες βρισιές να τήνε βρίζω, να την αποκαλώ πουτάνα και φακλάνα και ξεσκισμένη τσούλα χαμερπή και άλλα τέτοια ανόητα, ώσπου εξαντλήθηκα, ώσπου απελπίστηκα, γιατί ήμουν διψασμένος κι ήθελα να πιω, και άρχισα να κλαίω και, πέφτοντας στα γόνατα, να την φιλώ, να την χαϊδεύω, τον οίκτο της να εκλιπαρώ, θεά μου να την ονομάζω, αιτία της ζωής και των ονείρων μου, και να, εξαίφνης, μπρος στα λυγισμένα γόνατα μου και μακρυά απ’ το υδραυλικό μου σύστημα, ανάβρυσε νερό, αγιασμένο νάμα, και έσκυψα και ήπια και είπα: «Μάνα!»

*

ΠΕΤΡΙΝΑ ΑΗΔΟΝΙΑ πέτρινο τραγούδι λένε, σ’ αυτό το υπόγειο απολιθωμένο δάσος, νανούρισμα για τα φραγμένα αφτιά μαρμαρωμένων βασιλιάδων και θεών.
—Στην επιφάνεια του εδάφους, πάνω απ’ αυτό το θαύμα, κάτι ψωριάρικα θαμνάκια, λίγα ταχείας αναπτύξεως και θανής δεντράκια και το μονότονο γουργούρισμα σιχαμερών περιστεριών, δήθεν συμβόλων της ειρήνης, πού ανειρήνευτα παλεύουν μεταξύ τους για τα ψιχία πού τους πετούν ανοϊκές γριές, τρώνε και χέζουν, τρώνε και χέζουν, τρώνε και χέζουν.

Εντευκτήριο Τεύχος 57/Απρίλιος – Ιούνιος 2002

###

Οσο ζω, γράφω ποιήματα-όνειρα πάνω στα χώματα

Από την Κατερίνα Αγγελιδάκη στην «Ελευθεροτυπία»

Ζει εδώ και χρόνια σε υψόμετρο 680 μέτρων, στο πέταλο ενός βουνού της ορεινής Κορινθίας. Τον χειμώνα αποκλείεται απ’ τα χιόνια, το καλοκαίρι φυτεύει λαχανόκηπους και οπωροφόρα. Είναι μονήρης από επιλογή, εραστής της φύσης και εχθρός της τεχνολογίας. Επίσης είναι πυροπαθής, ολιγαρκής και για τους κατοίκους της περιοχής του, ο γείτονας ποιητής.

Ο κ. Αργύρης Χιόνης γράφει και διαβάζει κάθε μέρα αγναντεύοντας τη μητέρα Φύση μέσα από τα μεγάλα παράθυρα του σπιτιού του, αλλά κι εκδίδει τα βιβλία του, τα δύο τελευταία από τον νεοσύστατο εκδοτικό οίκο Κίχλη, με μεγάλη επιτυχία. Το 2009 τιμήθηκε, εξ ημισείας, με το Κρατικό Βραβείο διηγήματος.

Είστε ποιητής με μακρά παρουσία, από το 1966 μέχρι σήμερα έχετε εκδώσει 11 ποιητικές συλλογές, με μερικά διάσπαρτα πεζά κείμενα. Τα τελευταία χρόνια, ωστόσο, εκδώσατε τρία βιβλία με αφηγήματα: «Οντα και μη όντα», Γαβριηλίδης 2006 (Βραβείο περιοδικού «Διαβάζω»), «Περί αγγέλων και δαιμόνων», Γαβριηλίδης 2007, «Το οριζόντιο ύψος και άλλες αφύσικες ιστορίες», Κίχλη 2008. Ηρθατε για να μείνετε στην πεζογραφία, με δεδομένη και την πολύ καλή απήχηση που είχαν τα βιβλία σας στον κόσμο;

Φυσικά και ήρθα στην πεζογραφία για να μείνω, όχι όμως λόγω της απήχησης που είχαν τα πεζά μου στον κόσμο, αλλά επειδή μου το υπαγορεύει η μέσα μου φωνή. Η ίδια αυτή φωνή μού απαγορεύει να εγκαταλείψω την ποίηση, η οποία άλλωστε συνιστά τη βάση, τα θεμέλια των πεζών κειμένων μου.

Στην εισαγωγή του τελευταίου σας βιβλίου, «Το οριζόντιο ύψος και άλλες αφύσικες ιστορίες» (εκδόσεις Κίχλη), μιλάτε για τη γιαγιά σας με τα πρασινόλευκα μαλλιά, με το πρόσωπο σαν πέτρα διαβρωμένη απ’ τη βροχή και το αυθαίρετο σπιτάκι της χτισμένο με μπετόν, πέτρες, τούβλα, λαμαρίνες, ξύλα. Μοιάζει η γραφή σας με τα παράταιρα υλικά μιας θαμμένης στον χρόνο λαϊκής αυλής των θαυμάτων;

«Τόσο τα ποιήματά μου όσο και τα πεζά μου είναι όντως χτισμένα με τα πιο παράταιρα δομικά υλικά. Ωστόσο, πιστεύω ή, αν θέλετε, ελπίζω ότι το τελικό αποτέλεσμα, το έργο, τα έχει τόσο καλά εντάξει, ενσωματώσει στην πρόθεσή του, στον στόχο του, ώστε αυτά να μην είναι πλέον διακριτά. Είμαι της άποψης ότι στην ποίηση, αλλά και σε όλα τα άλλα λογοτεχνικά είδη, δεν πρέπει να είναι ανιχνεύσιμα τα δομικά υλικά. Το ίδιο αόρατος πρέπει να είναι και ο καταβληθείς μόχθος. Θέλω να πω, το κείμενο, που έχει υποστεί πλήθος επεξεργασιών και έχει κοστίσει στον δημιουργό του πολλές νύχτες αγρύπνιας, όταν φτάνει με την τυπωμένη μορφή του στα χέρια του αναγνώστη, πρέπει να δίνει την εντύπωση ότι ξεπήδησε και ρέει τόσο φυσικά και αυθόρμητα όπως το νερό της πηγής. Πρόκειται, σας διαβεβαιώ, για μια πολύ επίπονη διαδικασία, αλλά μόνον έτσι επιτυγχάνεται η συγκίνηση, η απρόσκοπτη επικοινωνία με τον αναγνώστη».

Διαλέξατε στο «Οριζόντιο ύψος» τη μαγεία των παραμυθιών της λαϊκής παράδοσης, που δίνουν μιλιά στα δένδρα και αισθήματα στα τρεχούμενα νερά, μόνο για να μπορέσετε να μιλήσετε για την υπαρξιακή σας αγωνία μέσω της αλληγορίας, του υπερφυσικού και της ουτοπίας ή μήπως υπάρχει μέσα σας μια βαθύτερη σύνδεση με τη Φύση, μια εσωτερική πυξίδα από νερό και χώμα, που σας συνδέει με το παρελθόν και σας βοηθάει να βαδίσετε στο μέλλον;

Εύστοχη πολύ η διττή αυτή ερώτησή σας, αλλά δεν βρίσκω να υπάρχει κάποια αντίφαση ανάμεσα στα δύο σκέλη της. Θα έλεγα, λοιπόν, ότι συμβαίνουν αμφότερα.

Τι ακριβώς εννοείτε όταν λέτε ότι γράφετε «στα χώματα»;

Αυτό που εννοώ είναι ότι κεντώ τα κείμενά μου, σαν τατουάζ, πάνω στο δέρμα της μάνας μου, της γης. Με άλλα λόγια, είμαι χοϊκός και όχι αιθεροβάμων ποιητής. Ως τέτοιος, λοιπόν, πιστεύω στην αθανασία της ύλης, δηλαδή στην αέναη ανακύκλωση των υλικών. Οσο ζω, γράφω ποιήματα-όνειρα πάνω στα χώματα. Οταν με καταπιούν τα χώματα και χουμοποιηθώ, θα τροφοδοτώ, ως λίπασμα, νέα όνειρα ζωής.

Εχετε γράψει ότι ο ποιητής είναι προφήτης, κάποιος που βλέπει στο βάθος των πραγμάτων, ακόμα κι αν είναι βουβός και δεν μπορεί να πει αυτό που βλέπει. Σε τι συνίσταται τελικά η ποιητική ιδιότητα;

Αναφέρεστε μάλλον στην ατάκα από το θεατρικό έργο μου Το μήνυμα και άλλες δύο φάρσες (εκδόσεις Κίχλη), όπου ο ένας από τους δύο πρωταγωνιστές λέει στον άλλο: «Στο βάθος είσαι ένας ποιητής. […] Ενας προφήτης του προπαρελθόντος! […] Εχεις μάτι δυνατό, μπορείς και βλέπεις στο βάθος των πραγμάτων. Δεν έχει σημασία αν δεν μπορείς να πεις τι βλέπεις …όχι! Σημασία έχει ότι βλέπεις. Είσαι ένας βουβός ποιητής, αυτό είσαι!». Η ποιητική λοιπόν ιδιότητα συνίσταται στην αέναη (και βέβαια αενάως αποτυγχάνουσα) προσπάθεια έκφρασης του ανέκφραστου.

Θεωρείτε πάντα την ποίηση βασίλισσα των τεχνών;

Μα, φυσικά! Ακόμη κι αν χάνει διαρκώς υπηκόους, ακόμη κι αν μείνει χωρίς ούτε έναν υπήκοο, αυτή θα είναι πάντα εκεί, μοναδική, υπέρλαμπρη βασίλισσα. Η ποίηση διδάσκει γλώσσα, ήθος, μέτρο, ρυθμό, αρμονία, αυτοσυγκράτηση, λιτότητα· διδάσκει, με άλλα λόγια, ό,τι απουσιάζει απ’ όλα αυτά τα ευπώλητα ανοσιουργήματα που λυμαίνονται, εδώ και κάμποσο καιρό, τον χώρο της λογοτεχνίας.

Ως μετανάστης, υπήρξατε άλαλος για πολλά χρόνια, μέχρι να πέσουν τα γλωσσικά τείχη στις χώρες όπου ζήσατε, έχετε πει. Μήπως αυτή ακριβώς η υποχρεωτική σας αποξένωση, λόγω γλώσσας, σας ανάγκασε να χτίσετε τις δικές σας ποιητικές γέφυρες;

Τα χρόνια της αλαλίας μου στο εξωτερικό ήσαν χρόνια στροφής προς τα έσω, χρόνια βαθύτατης ενδοσκόπησης. Οταν γράφεις χωρίς την πιθανότητα να εκδοθείς και επιμένεις εντούτοις να γράφεις, με μοναδικό αναγνώστη και κριτή τον εαυτό σου, συνειδητοποιείς ότι η ποίηση δεν είναι επίδειξη ταλέντου ή δεξιοτήτων αλλά ουσία ζωής. Αργότερα, όταν, όπως λέτε, έπεσαν τα γλωσσικά τείχη στις χώρες όπου ζούσα, ο κόσμος που είχε στηθεί μέσα μου ήταν έτοιμος να επικοινωνήσει με εκείνον που τον περιέβαλλε και να εμπλουτιστεί από αυτόν χωρίς δουλικές μιμήσεις, γιατί ήταν ήδη ένας στέρεος, αυθύπαρκτος κόσμος.

Υπάρχουν παλαιότεροι ομότεχνοί σας που κρίνετε ότι άσκησαν επίδραση στη διαμόρφωση του έργου σας;

Εχω δεχτεί ασυνειδήτως πλήθος επιδράσεων από παλαιότερους αλλά, υποθέτω, και από σύγχρονούς μου ακόμη ομοτέχνους. Αυτό δεν είναι μόνον αναπόφευκτο αλλά και ευκταίο. Σημασία έχει ο τρόπος με τον οποίο χωνεύονται αυτές οι επιδράσεις και εντάσσονται στο προσωπικό σου ύφος, εφόσον βέβαια υπάρχει τέτοιο, αλλιώς είσαι απλώς μιμητής. Συνειδητά ωστόσο αναγνωρίζω ως δασκάλους μου τους εξής μεγάλους ποιητές: τον Καβάφη, που μου δίδαξε την άκρα λιτότητα και την ειρωνεία, τον Μπέκετ, που μου αποκάλυψε τη δύναμη του παραλόγου και του σαρκασμού, τον Κάφκα, αυτόν τον σύγχρονο Ιώβ, που με έμαθε να διαβάζω με έναν άλλο, ανορθόδοξο τρόπο, τη Βίβλο και, τέλος, τον Νίτσε, τον Καζαντζάκη, τον Καμύ και (ξανά) τον Μπέκετ, που με τον ηρωικό πεσιμισμό τους με βοήθησαν να αντιμετωπίζω την ύπαρξη και την ανυπαρξία με ένα σαρδόνιο χαμόγελο.

Πριν ξενιτευτείτε για λόγους επιβίωσης και για πολλά χρόνια, ζήσατε στα Σεπόλια, σε ένα σπιτάκι 16 τετραγωνικών. Φύγατε ποτέ από εκεί, παρόλο που γυρίσατε όλο τον κόσμο;

Εγώ έφυγα από εκεί, αλλά ούτε τα Σεπόλια ούτε το 16 τετραγωνικών σπιτάκι με εγκατέλειψαν ποτέ. Τα κουβαλώ ακόμη μέσα μου, είναι η αρχή της ζωής μου και, ως γνωστόν, δεν υπάρχει μέση και τέλος δίχως αρχή.

Τα τελευταία 17 χρόνια, από τότε που γυρίσατε οριστικά στην Ελλάδα, ζείτε σ’ ένα μικρό χωρίο της ορεινής Κορινθίας, το Θροφαρί. Αυτή η επιλογή ζωής σάς ξαναγυρίζει κατά κάποιον τρόπο στην αρχή;

Αν εννοείτε την αρχή της ύπαρξης, ναι. Η εγκατάστασή μου σ’ αυτό το μικρό και σχεδόν άθικτο ακόμη από τον «πολιτισμό» χωριό οφείλεται όντως στη βαθύτατη ανάγκη μου για επιστροφή, όχι στον τόπο που γεννήθηκα (σ’ αυτή την περίπτωση θα ήταν τα Σεπόλια), αλλά στον τόπο όπου τα πάντα γεννιούνται, στη Φύση.

[πηγές: περιοδικό ΣτάχτεςΠρώτο ΘέμαΕλευθεροτυπίαLifo]

This entry was posted in Μορφές. Bookmark the permalink.

4 Responses to Ο Αργύρης Χιόνης, δεν είναι πια εδώ…

  1. Ο/Η E.Γ.Μ. λέει:

    Σας ευχαριστώ που μου τον γνωρίσατε….. «δεν υπάρχει μέση και τέλος δίχως αρχή», ωραίο, μου ταιριάζει, το χρειαζόμουνα σήμερα, αυτές τις μέρες…. Σας στέλνω τις ευχές μου…. τι άλλο να πω….

  2. Ο/Η eklag λέει:

    Αγαπητέ Ποιητά,
    τα ΜΜΕ σας αφιέρωσαν από μια μικρή όμορφη Νεκρολογία!
    όχι ότι το είχατε ιδιαιτέρως ανάγκη αλλά!
    οφείλουμε να επισημαίνουμε τα ψήγματα!
    της επιλεκτικής ευαισθησίας τους!
    όταν συνασπισμένα αποφασίζουν το Θέμα Ημέρας!
    το μελάνι τώρα χύνεται για τον 1 ένοχο του Βατοπεδίου
    καθώς με απλά μαγικά εξαφάνισαν τους υπόλοιπους
    σαν να μην υπήρξαν!
    (ποιος θα το θυμάται άλλωστε…)
    δεν χύνεται καν για τις ΒΡΟΜΙΚΕΣ πρακτικές των καλών γειτόνων!
    βουβάθηκαν μόνο λίγο οι ανερυθρίαστοι υπερασπιστές
    της Ελληνοτουρκικής Φιλίας(;) για να συνεχίσουν αργότερα
    τις ΠΑΠΑΡΙΕΣ υποθέτω,σαν να μην τρέχει κάστανο…
    Αντιλαμβάνεστε λοιπόν Ποιητά τη χάρη που σας κάνουν!
    Οι »δουλικές μιμήσεις» τους φυσικά δεν σας αφορούν
    κι ας είναι αυτή τουλάχιστον η παρακαταθήκη σας
    γα μας τους υπόλοιπους…

  3. Ο/Η katabran λέει:

    καλό του ταξίδι…
    αν συναντήσει τον σύγχρονο Ιώβ, ας του πει πως σημάδεψε και τη δική μου ασήμαντη ζωή …

  4. Ο/Η Εγώ λέει:

    έκλαψα τον θάνατο ενός αληθινού ποιητή… καλό ταξίδι

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.