«Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, ποιητής πάνω απ’ όλα»

Ελάχιστη προσφορά στο Έτος του αγαπημένου μας Παπαδιαμάντη [2ο]

Ξυλογραφία του Τάσου

Του Παντελή Μπουκάλα
«Εν τινι παρεκκλησίω της εν… Μονής υπήρχε κιβώτιόν τι παλαιόν και σεσαθρωμένον, πλήρες εφθαρμένων βιβλίων. Ουδείς των σοφών περιηγητών των επισκεφθέντων κατά καιρούς την βιβλιοθήκην της Μονής ηξίωσε να ρίψη εκ περιεργείας βλέμμα και προς το λησμονημένον κιβώτιον». Παπαδιαμάντης. Προφανώς. «Οι έμποροι των εθνών». «Τι σε Δημητράκη καλέσωμεν; μουσικόν της καραβάνας, ψάλτην του γλυκού νερού, που κοιτάζεις στο βιβλίον και τα λες στα κουτουρού• ιμάμην των Χοτζάδων προεξάρχοντα, χαμάμην των Μποχώρηδων εξάρχοντα• αμανετζήν ηχηρότατον και μπατακτσήν οχληρότατον. Μας λίγωσες απ’ τη γλύκα τας ψυχάς ημών». Κι αυτό Παπαδιαμάντης. Σατιρικότατος, με την «Ακολουθία του Σπανού», του 14/15ου αιώνα, οπωσδήποτε υπόψη του («Αλαλα τα χείλη των μιαρών, σπανών των κακίστων, και μεγάλων κακοποιών»). Δηλαδή, όχι προφανώς Παπαδιαμάντης, τουλάχιστον έτσι όπως δημιουργήθηκε με τα χρόνια, και ερήμην του, η λογοτεχνική «προφάνειά» του και όπως καλλιέργησε τις προσδοκίες των αναγνωστών του η καθυπόταξή του στο στενό σχήμα του «αγίου των γραμμάτων».

«Και τώρα, όταν ενθυμούμαι το κοντόν εκείνο σκοινίον, από το οποίον εσχοινιάσθη κ’ επνίγη η Μοσχούλα, η κατσίκα μου, και αναλογίζωμαι το άλλο σχοινίον της παραβολής, με το οποίον είναι δεμένος ο σκύλος εις την αυλήν του αφέντη μου, διαπορώ μέσα μου αν τα δύο δεν είχαν μεγάλην συγγένειαν, και αν δεν ήσαν ως» σχοίνισμα κληρονομίας» δι’ εμέ, όπως η Γραφή λέγει». Παπαδιαμάντης. Και πάλι προφανώς, «Ονειρο στο κύμα», με ηπιότερη δημοτική, πλην με τη Γραφή και τη γνώση της παρούσα όσο σε ελάχιστους. Αλλά και το επόμενο Παπαδιαμάντης, δημοτικός, και γι’ αυτό «απροσδόκητος», τουλάχιστον κατά τα στερεότυπα: «Μοναχός εγώ αγρυπνάω, / νυχτερεύω μοναχός• ‘λεημοσύνη σάς ζητάω, / νύχτα, δόλι’ αγάπη, φως!» – ακριβώς στο βηματισμό τού «Μοναχή το δρόμο επήρες…»

Δεν χρειαζόταν να συνυπολογίσει τους παραπάνω στίχους ο Σεφέρης για να συμπεράνει πως «η μόνωση των Ελλήνων ποιητών είναι μεγάλη• είτε ο ποιητής ονομάζεται Κάλβος, είτε Παλαμάς, είτε Παπαδιαμάντης». Το κρίσιμο άλλωστε στο σεφερικό πόρισμα είναι ο χαρακτηρισμός του Σκιαθίτη ως ποιητή. Αυτό ήταν: ποιητής. Κι όχι λόγω των λιγοστών ποιημάτων του. Τα πεζά του, ένας κόσμος πλήρης μες στην ποικιλία του, του δίνουν τον τίτλο με ακέραιη την ουσία του.

[εφημερίδα «Καθημερινή»]

Advertisements
This entry was posted in Μορφές. Bookmark the permalink.

11 Responses to «Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, ποιητής πάνω απ’ όλα»

  1. Ο/Η laskaratos λέει:

    Δείτε το οπωσδήποτε:

    Εξεικόνιση του διηγήματος του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη «Τα πτερόεντα δώρα…

    ….και ο Άγγελος, δια να παρηγορηθή, εισήλθεν εις την εκκλησίαν. Αμέσως πλησίον εις τας θύρας είδεν ανθρώπους να μετρούν νομίσματα, μόνον πως δεν είχον παιγνιόχαρτα εις τας χείρας και εις το βάθος αντίκρυσεν ένα άνθρωπον χρυσοστόλιστον και μιτροφορούντα ως Μήδον σατράπην της εποχής του Δαρείου, ποιούντα διαφόρους ακκισμούς και επιτηδευμένας κινήσεις. Δεξιά και αριστερά, άλλοι μερικοί έψαλλον με πεπλασμένας φωνάς: Τον Δεσπότην και αρχιερέα!

  2. Ο/Η Σταύρος λέει:

    Λασκαράτε, δεν θα έπρεπε ο Παπαδιαμάντης να βάλει τον άγγελο στον πειρασμό να ρωτήσει τον θεό του γιατί έκανε όλους τους ανθρώπους τόσο φιλοχρήματους;

    Διότι τίποτε δεν μπορεί να γίνει, μα τίποτε δίχως την θέληση του θεού, στον οποίο πίστευε ο ίδιος.

    Αλλά βλέπεις σαν καλός χριστιανός το έκανε γαργάρα το ερώτημα.

    Όμως είναι γνωστό ότι η φιλοχρηματία είναι χριστιανικό χούι. Μάλιστα ο Μαρξ νομίζω ότι ερμήνευσε άριστα το ζήτημα αυτό.

    Ας διαβάσουμε την άποψή του:
    Ο ΚΑΡΛ ΜΑΡΞ ΚΑΤΑ ΤΗΣ ΙΟΥΔΑΙΟ-ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗΣ ΣΥΜΦΟΡΑΣ
    http://www.athriskos.gr/modules/news/article.php?storyid=157

    • Ο/Η laskaratos λέει:

      H φιλοχρηματία δυστυχώς είναι πανανθρώπινο χούϊ.
      Ο Παπαδιαμάντης πάντως ήταν βαθιά αφιλοχρήματος γιατί αν και φτωχός και προστάτης συγγενών του, αρνιόταν να πάρει τα λεφτά που του έδιναν οι εκδότες του, αρκούμενος σε λιγότερα.
      Κατά συνέπεια το μόνο σχετικό ερώτημα που θα μπορούσε να απευθύνει στο θεό του θα ήταν γιατί τον έκανε τόσο ανιδιοτελή.

    • Ο/Η Theoprovlitos λέει:

      Σταυρο γιατι αποδιδεις στο Θεο τα χούια και τις αμαρτιες των ανθρωπων; Η Νεα ΤΑΞΗ πραγματων αυτο επιδιωκει να κανει. Να επιβαλει την αναμαρτησια δια της ανελευθερίας. Γι αυτο και τους αποκαλω Αντιχριστους. Γιατι καταργειται το οστις θελει πισω μου ελθειν. Αυτο που ζητας αν το φιλοσοφησεις αποτελει τον απολυτο ολοκληρωτισμό.

      • Ο/Η Σταύρος λέει:

        Theoprovlitos, είσαι επαγγελματίας θρήσκος και με ανθρώπους της πάστας αυτής δεν μπορώ να συζητάω, διότι μου δημιουργούν αλλεργία στην γλώσσα.

      • Ο/Η Theoprovlitos λέει:

        Σπυρο η τεχνικη του την-κανω-με -ελαφρα-πηδηματακια-γιατι-δεν-εχω-να-ανταπαντησω-κατι ειναι παλια. Κολλας στον αλλο μνια ταμπελα «επαγγελματιας θρησκος» και νομιζεις οτι καθαρισες.

        Ειναι τραγικο όμως το να πρεπει να ψευδεσαι στον εαυτό σου. Εγω την δικη σου ανταπαντηση ΔΕΝ την εχω αναγκη. Μου αρκει η σιωπή σου.

  3. Ο/Η Perissos λέει:

    ΜΙΑ ΑΓΝΩΣΤΗ ΠΛΕΥΡΑ ΤΟΥ ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗ
    (Γράφει ο ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΚΑΡΑΘΑΝΑΣΗΣ)

    (……)

    Ας αρχίσουμε από τη θρησκεία. Ενώ φέρεται με σεβασμό προς τους ιερείς – ήταν ιερέας ο πατέρας του – και τους μοναχούς, δεν τρέφει τα ίδια αισθήματα και για τους Δεσποτάδες (Επισκόπους). Στο διήγημα «Τα πτερόεντα δώρα», που δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «Αλήθεια» των Αθηνών την 1 Ιανουαρίου 1907, γράφει, ότι ένας άγγελος κατέβηκε στη γη την παραμονή της Πρωτοχρονιάς, για να δώσει στους ανθρώπους δώρα από τον ουρανό. Πήγε πρώτα στο σπίτι ενός φτωχού, όπου εκείνος ήταν μέθυσος και έδερνε τη γυναίκα του και εκείνη τον έβριζε. Δεν τους έκρινε άξιους των δώρων και έφυγε. Μπήκε σε κτήριο, όπου οι άνθρωποι «μετρούσαν αδιακόπως χρήματα, παίζοντες με χαρτιά». Έφυγε και από εκεί. «Υπέφωσκεν ήδη η πρωία της πρωτοχρονιάς και ο Άγγελος, δια να παρηγορηθεί, εισήλθεν εις την εκκλησίαν. Αμέσως πλησίον εις τας θύρας είδεν ανθρώπους να μετρούν νομίσματα, μόνον πως δεν είχον παιγνιόχαρτα εις τας χείρας, και εις το βάθος αντίκρυσεν ένα άνθρωπον χρυσοστόλιστον και μιτροφορούντα ως Μήδον σατράπην της εποχής του Δαρείου, ποιούντα διαφόρους ακκισμούς και επιτηδευμένας κινήσεις. Δεξιά και αριστερά, άλλοι μερικοί έψαλλον με πεπλασμένας φωνάς : Τον Δεσπότην και Αρχιερέα!
    Ο Άγγελος δεν εύρε παρηγορίαν. Επήρε τα πτερόεντα δώρα του (…) ετάνυσε τας πτέρυγας και επανήλθεν εις τας ουρανίας αψίδας».

    Στο διήγημα «Ο Ανάκατος», που δημοσιεύτηκε στο περιοδικό «Παναθήναια» (τομ.Κ΄ 1910, σελ. 289 – 292) γράφει : «Με δύο αστακοουράς και με μίαν δαμετζάναν μοσχάτου το ζήτημα θα ηδύνατο να λυθεί ευνοϊκώς εις την έδραν της Επισκοπής, (επειδή τότε ακόμη δεν είχεν ακριβήνει, προς τοις άλλοις, και η σιμωνία, και δεν είχον διορίσει οι «δεσποτάδες», ανά το θεόσωστον βασίλειον, πρωτοσυγκέλλους εργολάβους, οίτινες ν’ απαιτούν εκατοστάρικα εις πάσαν τοιαύτην περίπτωσιν)».

    Αντιγράφουμε από το πρώτο μυθιστόρημα του Παπαδιαμάντη «Η Μετανάστις» που δημοσιεύτηκε στο «Νεολόγο» της Πόλης το 1879 – 1880. (Μέρος Πρώτον, Κεφάλαιον Α΄ . Η Θεία μάστιξ). «Διότι προ της ενσκήψεως του δεινού, ο κληρικός ούτος έζει σχεδόν αφανής εν τη πόλει, και δεν ωμοίαζε προς τους σεβασμίους εκείνους ποιμενάρχας, οίτινες, αφού η φήμη των αρετών αυτών πληρώσει τας αιθούσας και τους θαλάμους εν καιρώ γαλήνης και ησυχίας, αποσύρονται κατά τας δυσχερείς περιστάσεις εις ευάερόν τι εξοχικόν μοναστήριον, ίνα προσευχηθώσιν εν σιγή υπέρ του ποιμνίου αυτών».

    Στο ανέκδοτο διήγημα «Ο Αυτοκτόνος», γραμμένο το 1892, γράφει : «Τάχα αι ευχαί, όταν είναι ώνιοι, ποίαν άλλην αξίαν έχουσι, ειμή την αξίαν του αργυρίου;
    Μήπως και ο Παράδεισος δεν είναι αγοραστός, καθώς όλα;».

    Στο διήγημα «Ιατρεία Βαβυλώνος», γραμμένο το 1907 και δημοσιευμένο στο «Ελευθ. Βήμα» της 17 Αυγ. 1925, αρκετά μετά το θάνατό του, λέει : «Τώρα όμως η πράγματι επικρατούσα θρησκεία είναι ο πλέον ακάθαρτος και κτηνώδης υλισμός. Μόνον κατά πρόσχημα είναι η χριστιανοσύνη».

    Και για τον πολιτικό γάμο έγραψε ο Παπαδιαμάντης στο διήγημα «Χωρίς στεφάνι» που δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «Ακρόπολις» στις 24 Μαρτίου το

    1896, μια ριζοσπαστική θέση, όχι μόνο για εκείνη την εποχή. Γράφει, λοιπόν : «Ήσαν ανδρόγυνον χωρίς στεφάνι. Χωρίς στεφάνι! Οπόσα τοιαύτα παραδείγματα! Αλλά δεν πρόκειται να κοινωνιολογήσωμεν σήμερον. Ελλείψει όμως άλλης πρόνοιας, χριστιανικής και ηθικής, δια να είναι τουλάχιστον συνεπείς προς εαυτούς και λογικοί, οφείλουσι να ψηφίσωσι τον πολιτικόν γάμον».

    Τους πολιτικούς και πολιτευτές περιποιείται ιδιαίτερα ο Παπαδιαμάντης στο μεγάλο διήγημά του (νουβέλλα) «Οι Χαλασοχώρηδες», που δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «Ακρόπολις» το 1892. Αυτό πρέπει να το διαβάσει ολόκληρο κανείς για να έχει πληρέστερη εικόνα της εποχής εκείνης, και να κάνει τη σύγκριση με τη σημερινή. Θα παραθέσουμε, όμως, μερικά αποσπάσματα. «Αυτός, όσους ψήφους επήρε, τους είχεν αγοράσει ακριβά. Όλους πληρωμένους. Ένα εκλογέα δεν άφησε απλήρωτον». (…) «Κατά την πρώτην σύνοδον (της Βουλής), ο Γεροντιάδης εφρόντισε να διορίσει εις μικράς ή μεγάλας θέσεις όλους τους ανεψιούς του, επτά τον αριθμόν, καθώς και δύο εξαδέλφους του και τρεις δεύτερους εξαδέλφους του, ως και δύο κουμπάρους, και τον υιόν της κουμπάρας του και τον αδελφόν της υπηρέτριάς του, και άλλους». (…) «Εφθόνει δε και τον Μανόλην τον Πολύχρονον, όστις ήξευρε τον τρόπον, υποσχόμενος εις τον ένα διορισμόν, εις τον άλλον σύνταξιν, εις τον τρίτον αισίαν έκβασιν της δίκης, να ευρίσκει απλήρωτους εκλογείς».

    (…) «Δεν υπήρξε βοσκός, όστις να μη διωρίσθη τελωνοφύλαξ, ούτε αγρότης, όστις να μη προεχειρίσθη εις υγειονομοσταθμάρχην. Τότε είδομεν πρώτην φοράν κι εδώ εις την νήσον λιμενάρχην φουστανελλάν».

    (…) «Τώρα, ποίος προστάτης, ποίος πολιτευόμενος, ποίος βουλευτής είναι ιπποτικότερος; Εκείνος, όστις εκ του ιδίου ταμείου αγοράζει τας ψήφους των εκλογέων, ή εκείνος, όστις τας αγοράζει εκ του δημοσίου θησαυρού;»

    (…) «Δια να επιθυμήσης τούτο, (να γίνεις βουλευτής) σημείωσε, πρέπει να είσαι χορτάτος. Η φιλοδοξία είναι η νόσος των χορτάτων, η λαιμαργία είναι των πεινασμένων το νόσημα».

    Και για την αστυνομία έχει να πει δύο λόγια ο Παπαδιαμάντης. Στο διήγημα «Ο ξεπεσμένος δερβίσης», που δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «Ακρόπολις» την 18 Γενάρη 1896, παρουσιάζει έναν αστυνομικό να συμβουλεύει ένα νεώτερο συνάδελφό του, λέγοντας : «Όταν βλέπεις καυγά, να τρέχεις από το πλαγινό σοκάκι, να αργοπορείς, ως που να περάσει η φούρια, και τότε να παρουσιάζεσαι.
    Και άλλην συμβουλήν του έδωκε.
    Στον καυγά, πάντοτε να βλέπεις ποιος είναι δυνατώτερος και να φυλάγεσαι. Να μαλώνεις τον πιο αδύνατον, να του τραβάς κι ένα χαστούκι, και να επαναφέρεις την τάξιν. Έτσι θα βγαίνεις λάδι».

    η συνέχεια και το τέλος

    http://www.ionianet.gr/content.php?cat_id=9&articlesPage=2&id=2944

  4. Ο/Η Theoprovlitos λέει:

    Ο Παπαδιαμαντης επισης συντηρουσε τις άπορες και ορφανες κορες του αδελφου του στην Πορταριά του Πηλίου (που ειναι πατριδα μου) όταν ο αδελφος του πεθανε επειδη ήταν διορισμενος ως δημοσιος υπάλληλος σην κοινοτητα αν δεν απατωμαι και με την αλλαγη κυβερνησης τον απέλυσαν και εμεινε στο δρομο με αποτελεσμα να πεθανει από την στεναχωρια του.

    Ο Παπαδιαμαντης ρεμβαζε τοτε σε ενα πλατανο διπλα σε μια πηγη που βρισκεται διπλα στο αρχοντικο – σημερινο ξενοδοχειο Δεσποτικο.

    http://www.despotiko.gr/

    Για τους Παπαδιαμαντικους οι ανηψιες του τις οποιες συντηρουσε ως ανυπανδρες κοπελες εμεναν στην μονοκατοικια απεναντι από την πηγη. Η μια εγινε και καλογρια αλλα στο τελος εμενε στο χωριο και πεθανε στ αχερια της θειας μου.

    Επισης ενδιαφερουσα αναφορα στον Παπαδιαμαντη υπαρχει και στο βιβλιο «Η Ιστορια της συνοικιας του Ψυρρη» που αναφερεται στην ιστορικη γειτονια πριν καταντησει όπως κατηντησε -από αποψη αυθεντικοτητας.

  5. Ο/Η kimon λέει:

    Μην ταράζετε τη μακάρια αύρα του Παπαδιαμάντη , μην τον μπλέκετε με το βούρκο της ρωμιοχριστιανοσύνης , ήταν πάνω από όλα τα εγκόσμια, γι’αυτόν θα ταίριαζε απόλυτα ή λέξη ηδύς>>>γλυκήτατος,ήταν ο ιδεολόγος των ρωμιοχριστιανών, όπως ο >>>Μάρξ των κομμουνιστών…κι όπως ο τελευταίος δεν είχε καμιά σχέση με τον υπαρκτό σοσιαλισμό έτσι κι ο Παπαδιαμάντης δεν είχε και δεν έχει απολύτως καμιά σχέση με τον υπαρκτό εβραιοχριστιανισμό και τον σκοταδισμό του …και ιδιαίτερα της ηγεσίας του.

  6. Ο/Η Νίκων αμετανόητος λέει:

    » (Η Σύνοδος) θεωρήσασα εαυτήν μέχρι τούδε
    απλούν εργαστήριον δεσποτάδων και παπάδων,
    ούς στρατολογεί εκ της κοινωνικής υποστάθμης,
    άνευ ελέγχου παιδείας και ηθικής,
    εξαποστέλλει αυτούς ουχί ως ποιμένας,
    αλλά ως λύκους βαρείς,
    μη φειδόμενους του ποιμνίου του Κυρίου»

    Αλ.Παπαδιαμάντης .

  7. Παράθεμα: Οι Tρεις Ιεράρχες, τα σύμβολα της Αντιγνώσης « crockorozistas

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

w

Σύνδεση με %s

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.