
Αφορμή της ανάρτησης αυτής υπήρξε μία φράση από το άρθρο στο τεύχος 3 (Ιαν.2010) του Athens Review of Books του καθηγητή κ. Πλάτωνα Τήνιο που με αφορμή την έκδοση του βιβλίου του Αμάρτια Σεν «Η ιδέα της δικαιοσύνης» [1] στο άρθρο του με τίτλο «Τα κίνητρα των καλών πράξεων», αναφέρει ότι «Τόσο στην προεκλογική ρητορεία όσο και στη μετεκλογική προγραμματολογία η ποσοτικοποίηση έλαμψε διά της απουσίας της, ενώ οι ελλείψεις και οι ασθένειες της στατιστικής της χώρας μας έπαιξαν και παίζουν πρωταγωνιστικό ρόλο» – θέλοντας ο κ. καθηγητής να υπογραμμίσει το γεγονός ότι εδώ και καιρό οι πολιτικοί μας θέλοντας να δείξουν σε όλους τους τόνους –για το καλό του κοινωνικού μας κράτους- ότι «όλοι θέλουμε να ωφελήσουμε τους φτωχούς και όχι απλώς να δημιουργήσουμε νέους πελάτες»… «Όλοι θέλουν το καλό για τους καλούς. Ιδίως δε αυτοί που ελάχιστα προσέφεραν όταν ήταν στο χέρι τους να το πράξουν» – εδώ θα πρόσθετα: ιδίως αυτοί που κατασπατάλησαν δημόσιο χρήμα ή ακόμη χειρότερα, το τσέπωσαν.
Το εργαλείο της δημοσκόπησης έχει περιορισμένη ισχύ χαλιναγώγησης συνειδήσεων ή εμπέδωση των νοημάτων που εκπέμπει, η ισχύ της περιορίζεται χρονικά, δεν μπορεί να επαναλαμβάνει συνεχώς (και άρα αποτελεσματικά) «το μήνυμα» που στέλνει προς τους πολυπληθείς αποδέκτες της, χρειάζεται ένα επαναλαμβανόμενο μοτίβο τέτοιο• που να συγκινεί, και ει δυνατόν, να σαγηνεύσει. Η δημοσκόπηση δεν είναι πια παρά ένας οδηγός εργασίας. Το γνωρίζουν καλά αυτοί που θέλουν το καλό μας, «ιδίως δε αυτοί που ελάχιστα προσέφεραν όταν ήταν στο χέρι τους να το πράξουν» – αυτό αφορά και για τους δυο εναλλασσόμενους διαδοχικά πολιτικούς σχηματισμούς στην εξουσία.
Γνωστό είναι επίσης εδώ και πάνω από μισό αιώνα ότι οι κυβερνήσεις των λεγόμενων δυτικών χωρών, ιδιαίτερα αυτές των ανερχόμενων και, κατά κύριο λόγο των ανεπτυγμένων, επέλεξαν το δρόμο της (σχεδόν) παραίτησης από θεμελιώδεις εξουσίες λήψης των αποφάσεων μεταβιβάζοντάς τες στους «νομισματικούς εμπειρογνώμονες». Είναι μια πολιτική η οποία προκρίνει το «μόνιμο δημοψήφισμα των παγκόσμιων αγορών» σε σχέση με το πιο αυτονόητο «δημοψήφισμα της κάλπης», στο οποίο όμως οι συμμετέχοντες είναι αναρμόδιοι – τάδε έφη κάποιος κύριος Tiemeyer, πρόεδρος της Bundesbank, Αύγουστος 1998. Νομισματικοί αποδέκτες, άρα μεγάλα πιστωτικά ιδρύματα τα οποία θυμίζω δεν έχουν την «νομιμοποίηση της κάλπης», δηλαδή ασκούν πολύ απλά την εξουσία που αποτελεί πλέον αρμοδιότητα του χρηματοπιστωτικού κεφαλαίου, σύμφωνα με στρατηγικές που καθορίζονται από «εμπειρογνώμονες». Να μη ξεχάσω να σας θυμίσω τον γνωστό σε όλους μας πρωθυπουργό της γηραιάς Αλβιώνος κύριο Blair, «ο οποίος προσέφερε στην Κεντρική Τράπεζα της Αγγλίας τέτοια αυτονομία χειρισμών, που καμιά συντηρητική κυβέρνηση δεν φανταζόταν ποτέ [...] ακολουθεί την πολιτική Thatcher με μεγαλύτερη αποφασιστικότητα απ’ ό,τι και την μεσοβασιλεία του John Major.» [2].
Το προϊόν
Πολλές έμμεσες ή άμεσες πληροφορίες είναι μονοσήμαντες, γι αυτό και είναι προστακτικές, έχουν τον χαρακτήρα εντολής, κι όχι μόνο οι γνωστές πινακίδες «στοπ», «απαγορεύεται το κάπνισμα», «μειώστε ταχύτητα» κ.α., είναι και πράξεις τέλεσης, οι λόγοι, τα διαγγέλματα, οι στολές, οι σημαίες, η μουσική κ.ο.κ. Στην καθημερινότητα η πληροφορίες αυτές γίνονται πολυσήμαντες, και παίρνουν αυτόν τον χαρακτήρα, γιατί «είτε ο κώδικας των εμμέσων πληροφοριών που κατέχουμε – η λεγόμενη ‘ετικέτα’, ‘έθιμο’ κ.α. – δεν προβλέπει όλες τις πιθανές καταστάσεις εξωτερικών όρων. Είτε γιατί οι άμεσες πληροφορίες είναι ασαφείς, όπως συμβαίνει όταν στο περιβάλλον εισάγονται άγνωστα στοιχεία. Είτε γιατί κάθε κίνηση της δράσης μας τροποποιεί την κατάσταση των συνθηκών…» [3]. Επειδή λοιπόν υπάρχουν πολλοί αστάθμητοι παράγοντες που αποπροσανατολίζουν, ένα επιτήδεια συντονισμένο μήνυμα επαναλαμβάνεται συχνότερα από άλλα έως ότου κυριαρχήσει -και επειδή τα μέσα επικοινωνίας είναι κυρίως οπτικοακουστικά- το μήνυμα αυτό αποκτά την ίδια δυναμική απήχηση με ορισμένα πολυδιαφημισμένα προϊόντα, εάν το μήνυμα αυτό επιπλέον, είναι φορτισμένο με συγκινησιακά στοιχεία που αφορούν έθνος, φυλή, κοινότητα κ.α. «το μήνυμα» αυτό βρίσκεται πλέον κοντά στον ποθούμενο στόχο: την Συνείδηση.
Εφόσον, όπως προείπαμε, το εργαλείο της δημοσκόπησης δεν είναι παρά ένας οδηγός εργασίας (που όμως έχει ήδη παίξει το «ρόλο» του) , δεν μένει πια παρά η προώθηση του προϊόντος και• όπως όλα τα προϊόντα έχουν παρέλθει οι μέρες όπου ένα προϊόν μπορούσε να επιβληθεί με ένα απλό σύνθημα, διότι «το μάρκετινγκ πέρασε [...] από το προϊόν στο λογότυπο, κι έπειτα από το λογότυπο στο story, από την εικόνα της μάρκας (brand image) στην ιστορία της μάρκας (brand story)», και φυσικά «προσαρμόζοντας μια λεκτική πράξη σε μια θεώρηση του κόσμου (και συγχέοντας, έτσι, εσκεμμένα τις προσδοκίες) [...] μπορούμε εύκολα να αφηγηθούμε μια ιστορία…[...] οι ιστορίες μας επιτρέπουν να ψευδόμαστε στον εαυτό μας, και τα ψέματά μας, μας βοηθούν να ικανοποιήσουμε τις επιθυμίες μας [...] εκείνο που πουλά είναι η ιστορία και όχι το προϊόν ή η υπηρεσία που πουλάτε» [4].
Ας πάμε π.χ. στο Ασφαλιστικό. Ο κ. Πλάτωνας Τήνιος αναρωτιέται «για ποιον υπάρχουν και για ποιον δαπανώνται οι δαπάνες κοινωνικής προστασίας», ο ίδιος απαντά λέγοντας ότι η κοινωνική ρητορεία θέλει τις κοινωνικές δαπάνες να υπάρχουν για την ενίσχυση των ασθενέστερων, μέλημα της κοινωνίας (θα έπρεπε να) είναι η ευημερία των φτωχών και η χορήγηση βοήθειας εκεί όπου χρειάζεται περισσότερο. «Αν η ευημερία είναι πράγματι ο στόχος των πολιτικών, γιατί η πληροφόρηση για την κατάσταση των οικονομικά ασθενέστερων είναι τόσο πενιχρή;»
Το κοινωνικό κράτος υπάρχει για το καλό των ασθενέστερων; Αν παρατηρήσουμε (δεν θέλει ιδιαίτερη παρατηρητικότητα…) την μέχρι τώρα δομική λειτουργία του κράτους μας, εύκολα διαπιστώνουμε ότι «…το κοινωνικό κράτος, όπως έχει σχεδιαστεί και όπως λειτουργεί παντού, δεν υπάρχει για το όφελος των χρηματοδοτούμενων, αλλά για το καλό των χρηματοδοτών. Όχι των ευεργετούμενων αλλά των ευεργετών». Ορισμένοι ίσως συμπεραίνουν ότι εννοώ «το σκάνδαλο των ομολόγων». Όχι, αυτή η πράξη έγινε από υπερβολική απληστία, ήταν μια χοντροδουλειά που επετράπη από την αδυναμία ή έλλειψη σεβασμού ή ακόμη και από απουσία των στοιχειωδών ελεγκτικών μηχανισμών του κράτους, μια απουσία-περιφρόνηση στον ιδρώτα των ασθενέστερων.
Παρόλα αυτά, η ρητορεία της συναίνεσης συνεχίζεται. Βάσει δημοσκοπήσεων, η συναίνεση αυτή σε ένα μεγάλο βαθμό επετεύχθη. Δεν απαιτείται καν τιμιότητα γιατί όπως εύστοχα αναφέρει, με περισσή ειρωνεία ο κ. Τήνιος: «Απαιτείται απλώς η καθοδήγηση της υποκρισίας με τρόπο ώστε τα ποταπά, πλην προβλέψιμα, κίνητρα των πολιτικών να οδηγούν σε ευγενή αποτελέσματα».
Σήμερα, έχοντας υπόψη μας τις τελευταίες κυβερνητικές εξαγγελίες για την οικονομική πολιτική, το φορολογικό νομοσχέδιο κλπ. και κρίνοντας τον (κυρίως τηλεοπτικό) «δημόσιο» διάλογο αλλά και τις αντιδράσεις από τις θιγόμενες κοινωνικές ομάδες, μπορούμε μετά βεβαιότητας να πούμε ότι:
Το storytelling πίσω από τη ρητορεία του προϊόντος της Συναίνεσης, κρίνεται λίαν αποτελεσματικό.
.
Θα μπορούσα να συνεχίσω την ανάπτυξη του θέματος συμπληρώνοντας τουλάχιστον τις 3000 λέξεις (σε δυο-τρεις συνέχειες), όμως θα κατηγορηθώ για… σεντονογραφία. [5]
……
……
……
…….
[1] Amartya Sen, «The idea of Justice», Allen Lane, London 2009.
[2] Λουτσιάνο Κάνφορα, «Κριτική της δημοκρατικής ρητοείας», εκδ. Μεταίχμιο
[3] Σωτήρης Δημητρίου, «Μύθος, κινηματογράφος, σημειολογία, κρίση της αισθητική, ανθρωπολογική μελέτη», εκδ. Άλμα. Αθήνα 1973.
[4] Christian Salmon, «Storytelling, η μηχανή που κατασκευάζει ιστορίες», εκδ. Πολύτροπον.
[5] Γνωστοί μπλόγκερς που εκτιμώ ιδιαιτέρως, μετά θλίψης μου ταύτισαν τα μεγάλα κείμενα του «Ροΐδη Εμμονές» με αυτά των… «αντιπάλων μας» και υπό αυτήν την έννοια, συμπεραίνουν, δεν χωρίζει άβυσσος με τους κληρικούς (δεν λένε ποιους κληρικούς…) που αντιμαχόμαστε (αυτό λέγεται Ταύτιση). Έτσι είναι αν έτσι νομίζουν, πάραυτα δεν αλλάζει κάτι στην άποψη που έχω για τους ίδιους και τα κείμενά τους, χαίρουν πάντα την ειλικρινή εκτίμησή μου…
.









